Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Γιώργος Μητάς

Οι ιστορίες που μας κρατούν στη ζωή

Σκέψεις για το έργο και τη γραφή της Έλενας Μαρούτσου
Έλενα Μαρούτσου, Ντόμινο. Η τέχνη των αλυσιδωτών πτώσεων, Κίχλη, Αθήνα 2024

«Το βαγόνι είχε αρκετές κενές θέσεις, αλλά ο Μίλτος δεν κάθισε. Δεν πιάστηκε απ’ τη χειρολαβή. Η ισορροπία ήταν το μεγάλο του ταλέντο. ή, τέλος πάντων, ένα από τα λίγα πράγματα για τα οποία μπορούσε να καυχηθεί. Το παν είναι να ʼχεις τα πόδια κάπως ανοιχτά και ελαφρώς λυγισμένα. Δεν πρέπει να κλειδώνουν τα γόνατα. Άπαξ και κλειδώσουν, η πτώση είναι αναπόφευκτη. Ένας όρθιος επιβάτης στο τρένο πρέπει να είναι σαν σέρφερ. Η σανίδα του είναι το πάτωμα του βαγονιού. Οι ράγες είναι τα κύματα. Μην κοιτάς κάτω! Κοίτα μακριά. Εκεί μακριά βρίσκεται η δίκη που θα του επιτρέψει ν’ ανακτήσει την επιμέλεια του παιδιού του. Τρία χρόνια χωρίς τον Ορφέα είναι πολλά. Επόμενος σταθμός: Πευκάκια».

Αυτή είναι η αρχή του Ντόμινο κι εμείς βρισκόμαστε ήδη στον κόσμο της Έλενας Μαρούτσου: η αμεσότητα, η ζωντάνια, η λοξή, απροσδόκητη ματιά, ο διαυγής αν και παιγνιώδης λόγος, η ελαφράδα που, εν είδει τρυφερότητας, αγκαλιάζει το δύσκολο, το σοβαρό, το σκοτεινό: ο λόγος αυτός με δυο μόλις γραμμές μας βάζει κι εμάς μέσα στο βαγόνι του μετρό, όπου παρατηρούμε τον Μίλτο να παίζει με το κούνημα του συρμού ενώ πηγαίνει στη δίκη που θα του επιτρέψει να ανακτήσει την επιμέλεια του γιου του μετά από τρία χρόνια: τον βλέπουμε να παλεύει σαν παιδί, για ν’ αποφύγει την –αναπόφευκτη– πτώση.

Ο κόσμος, λοιπόν, της Έλενας Μαρούτσου.

«Το ύφος δεν αποτελεί καλλωπιστικό στοιχείο, όπως πιστεύουν ορισμένοι άνθρωποι – δεν είναι ούτε ζήτημα τεχνικής. Είναι ό,τι το χρώμα για τον ζωγράφο, ένα είδος οράματος, η αποκάλυψη του ξεχωριστού σύμπαντος που ο καθένας μας βλέπει και που οι άλλοι δεν μπορούν να δουν», έλεγε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ο Μαρσέλ Προυστ.

Αυτό πιστεύουμε κι εμείς: συγγραφέας (λογοτεχνίας) είναι αυτός που έχει δημιουργήσει ένα προσωπικό όραμα για τον κόσμο και έχει βρει, έχει κατακτήσει τον τρόπο – τη γλώσσα– να τον ζωντανέψει στο χαρτί.

Και η Έλενα Μαρούτσου είναι συγγραφέας.

Για την ακρίβεια, είναι μια έξοχη αφηγήτρια ιστοριών, μία γεννημένη story teller, και μάλιστα πολυγράφος. Καθόλου μικρό, καθόλου εύκολο πράγμα: πέρα από το όραμα και τη γλώσσα, γι’ αυτό χρειάζεται κάτι ακόμα: η φαντασία. Και η Μαρούτσου διαθέτει ζωηρή, γόνιμη, τολμηρή φαντασία.

Κι αυτή η φαντασία γεννά ιστορίες (μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα), και μικροϊστορίες μέσα στις ιστορίες – ένα πολύ χαρακτηριστικό γνώρισμα, ένα δομικό στοιχείο του συγγραφικού κόσμου της Μαρούτσου. Κάθε ιστορία της (μικρή ή μεγάλη) είναι χτισμένη από πολλά μικρά κομμάτια, ένα πολύχρωμο πάζλ (ή ένα ντόμινο) – κομμάτια καλοφτιαγμένα και πειστικά μέσα στα στενά όριά τους, που συναρμόζονται μ’ έναν εμπνευσμένο τρόπο για να συγκροτήσουν τη μεγάλη εικόνα, την ολοκληρωμένη ιστορία: μια ιστορία πάλλουσα, ολοζώντανη στο χαρτί, σύνθετη, πολύχρωμη. Και μας φέρνει στο μυαλό αυτή η κατασκευή, αυτός ο τρόπος σύνθεσης, τους βιρτουόζους μουσικούς της τζαζ που εκτελούν αυτοσχεδιασμούς επί σκηνής. κι εσύ δυσκολεύεσαι να πιστέψεις, ως ακροατής, ότι οι μελωδίες που αναδύονται από το πιάνο, οι εναλλαγές ρυθμού, οι παύσεις, οι επαναλήψεις και οι παραλλαγές της μελωδικής γραμμής που τελικά συγκροτούν ένα ενιαίο, ολοκληρωμένο κομμάτι, είναι αποτέλεσμα «ζωντανής» έμπνευσης και δεξιοτεχνίας. Και στην περίπτωση της Μαρούτσου, είναι τόσο «κατακτημένο» το βασικό υλικό, τόσο δυναμική η φαντασία και τόσο υψηλή η τεχνική, που τη φαντάζεται κανείς να γράφει στο γραφείο της έμπλεη δημιουργικού οίστρου, με τα πλήκτρα να μη σταματούν μέχρι να απλωθεί στη σελίδα ο καινούργιος αυτοσχεδιασμός, η καινούργια ιστορία – όσο κι αν ξαναδουλευτεί μετά.

Πάνω σ’ αυτό λοιπόν το πολύχρωμο και πολύμορφο υλικό, η συγγραφέας έχει έναν εντυπωσιακό έλεγχο, μια εξαιρετική ικανότητα ενορχήστρωσης και διεύθυνσης – κάτι που προκαλεί τον θαυμασμό και την καλοπροαίρετη ζήλια κάποιων ομότεχνών της, όπως ο υπογράφων.

Κι αν είναι κάτι που θαυμάζουμε και απολαμβάνουμε ιδιαίτερα σε αυτή τη λογοτεχνική performance, είναι τα περάσματα, οι γέφυρες, οι δίοδοι που ενώνουν τα ξεχωριστά κομμάτια, που οδηγούν, ακαριαία, πολλές φορές, από τη μια μικροϊστορία την άλλη: εικόνες, αναμνήσεις, συνειρμοί, όνειρα, τόποι, συμπτώσεις, συγκυρίες, καλλιτεχνικά έργα, οσμές, ήχοι και άλλα πολλά, επιστρατεύονται με τρόπο ευφυή από τη Μαρούτσου προκειμένου να ξετυλιχτεί η ιστορία, με καταλύτη και κοινό παρονομαστή ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής της: το λυτρωτικό χιούμορ.

Δύο ακόμα στοιχεία ξεχωρίζουν για εμάς τη γραφή της Έλενας Μαρούτσου:

Το ένα είναι οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις της, οι οποίες ζωγραφίζουν εκφραστικότατες, ανεξίτηλες εικόνες:

 «Πώς μπορούσα να την ξεχάσω; Τόσο μικροσκοπική, τόσο τσακισμένη, τόσο τρυφερή έδειχνε η Βέρα στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Ξέρατε εσείς πως το κόκαλο της κνήμης είναι τριγωνικό; Εγώ μπορούσα να το δω, μέσα από το διάφανο δέρμα της, μέσα από την ελάχιστη σάρκα που την κάλυπτε στα τελευταία της. Τα όμορφα μήλα της είχαν φαγωθεί. Έμμενε μόνο το μυτερό κοτσάνι και κάποια κουκούτσια ζωής που επέμεναν να την κρατάνε δίπλα μου. Τις περισσότερες ώρες της μέρας πάλευε με τον πόνο, της ορμούσε εκείνος και τη δάγκωνε στην κοιλιά. Μετά αποσυρόταν στη γωνιά του δωματίου και ροκάνιζε τη λεία του». […]

Το απόσπασμα είναι από τους Θηριόμορφους. το διαβάσαμε το 2020, χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο, και είναι ακόμα ζωντανό στη μνήμη μας, βλέπουμε ακόμα με τη φαντασία μας τον πόνο στη γωνία του δωματίου να ροκανίζει τη λεία του.

Και από το Ντόμινο:

 «[…] Τα σύμβολα στο ποίημα ήταν όλα λάθος. Η Λίμνη Κάρλα δεν ήταν γυναίκα. ήταν η φύση ολάκερη. Και οι δεσμώτες της δεν ήταν οι άνδρες. ήταν οι άνθρωποι, το ανθρώπινο είδος – αυτή η «ακρίδα», όπως έλεγε ο πατέρας του. […] Είναι βράδυ, παραμονή Πρωτοχρονιάς, κι ο Τζουλιάνο τρέχει στον δρόμο, κάθιδρος, αιχμάλωτος δυσοίωνων σκέψεων. γιατί κι ένας άντρας μπορεί να είναι όμηρος. Κι ένας άνδρας μπορεί να είναι λίμνη».

Το άλλο στοιχείο που ξεχωρίζει τη γραφή της Έλενας Μαρούτσου είναι οι φράσεις της: η καθαρότητα, η σαφήνεια, η ακριβολογία, η οικονομία που τις χαρακτηρίζουν, δεν αντιστρατεύονται –αντίθετα, επιτρέπουν και αγκαλιάζουν– την πλαστικότητα, την υγρασία, την ελαφράδα, τη χάρη. Ένα πραγματικό επίτευγμα.

Αναφέρθηκε πιο πάνω πως οι ιστορίες που προκύπτουν από την πένα της συγγραφέως είναι ολοζώντανες, σύνθετες και πολύχρωμες. Αναπόφευκτα, μέσα σ’ αυτό το παλίμψηστο, θίγονται και παρουσιάζονται θέματα πολλά. Πράγματι, η Μαρούτσου απλώνει το ενδιαφέρον της και στρέφει τον φακό της σε πολλά πεδία του επιστητού: ζητήματα κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά, περιβαλλοντικά, καλλιτεχνικά, ιστορικά, θίγονται στις σελίδες των ιστοριών της ψύχραιμα, με ευρύτητα σκέψης, μακριά από δογματισμούς ή τον όποιο διδακτισμό, με τρόπο πειστικό, εναρμονισμένα με τη δράση και την εξέλιξη της πλοκής, πλήρως ενσωματωμένα στην αφήγηση – αυτό δηλαδή που είναι το ζητούμενο, που κρίνει τελικά την ποιότητα του λογοτεχνικού έργου: η κειμενική του αλήθεια.

Το μεγαλύτερο όμως ενδιαφέρον της η συγγραφέας το στρέφει, με τόλμη και ειλικρίνεια, στις ανθρώπινες σχέσεις, στον έρωτα, την αγάπη, την επαφή των σωμάτων (τον ίμερο και την κλινοπάλη), την πνευματική επικοινωνία των εραστών, των συντρόφων, την καλοσύνη: εδώ εντυπωσιάζει η αποδοχή και η ανάδειξη όλης της δυναμικής (εορταστικής, ηδονικής, παραδείσιας αλλά και συντριπτικής, καταστροφικής, κατασκότεινης) που κρύβει/χωράει ο έρωτας δύο ανθρώπων. εντυπωσιάζει όμως και η αγάπη της συγγραφέως για τους ήρωές της, ανεξαρτήτως φύλου, τους οποίους προσπαθεί να καταλάβει, να ερμηνεύσει – τους νοιάζεται πραγματικά.

Ένα άλλο θέμα που απασχολεί τη Μαρούτσου στις ιστορίες της (και στο Ντόμινο ακόμη περισσότερο) είναι ο χρόνος, τα φαντάσματα που στοιχειώνουν ανθρώπους και τόπους στο πέρασμά του, η μνήμη, η φθορά, η ανθεκτικότητα της επιθυμίας αλλά και ο φόβος του τέλους, η αμηχανία και η αδυναμία μπροστά στον θάνατο. Όπως χαρακτηριστικά γράφεται στον Άλκη, ένα από τα δυνατότερα διηγήματα της συλλογής και εμφανώς το πιο δραματικό:

 « […] Φαντάστηκε ξαφνικά τις ηλικίες σαν δρομείς που, ενώ στην αρχή τρέχουν με φόρα κι ενθουσιασμό, στη συνέχεια κόβουν ταχύτητα, κι όσο πλησιάζουν προς το τέρμα, τόσο χάνουν την ανάσα τους, τόσο επιβραδύνουν, αφού το βλέπουν εκεί μπροστά και καθόλου πια δε βιάζονται να το φτάσουν, ευχαρίστως θα έδιναν τη θέση τους στον διπλανό τους, ευχαρίστως θα σταματούσαν εκεί που βρίσκονται, ξέπνοοι, διαλυμένοι, όμως αυτό δεν επιτρέπεται, ο τερματισμός δεν είναι προαιρετικός».

Θα λέγαμε εδώ ότι η Μαρούτσου είναι μια «αυτοβιογραφούμενη» συγγραφέας, με τον τρόπο που, τηρουμένων των αναλογιών, ήταν ο Λέοναρντ Κόεν: κάθε δίσκος, κάθε ποιητική συλλογή του Καναδού ποιητή και τροβαδούρου ακολουθούσε και αντανακλούσε, με σπαρακτική συνέπεια και ειλικρίνεια, την ηλικία του, τη φάση ζωής του, τον κόσμο που τον περιέβαλλε.

Με παρόμοιο τρόπο, η Έλενα Μαρούτσου, μέσω των βιβλίων της παρακολουθεί από κοντά, αφουγκράζεται θαρραλέα και εμπνέεται από τη ζωή της στο τώρα, «τραγουδά» την εμπειρία του ζην στο παρόν – και τραγουδά την εποχή της.

Αυτή η παρατήρηση μας δίνει την ευκαιρία να θίξουμε ένα ακόμα σημείο: την παρουσία της επικαιρότητας και της υπό διαμόρφωση, ζέουσας ιστορίας στις σελίδες των βιβλίων της Μαρούτσου.

Σε όλα τα διηγήματα του Ντόμινο η επικαιρότητα –φυσικές καταστροφές, πολεμικές συρράξεις, ανθρωποκτονίες κ.α.– είναι παρούσα, δεμένη οργανικά με τη δράση, μέρος του «τοπίου» στο οποίο κινούνται οι ήρωες. Προκαλεί εντύπωση το πόσο γρήγορα αξιοποιεί λογοτεχνικά η συγγραφέας τα (τόσο κοντινά στην έκδοση) γεγονότα, σαν μια έξτρα γείωση, θα ʼλεγε κανείς, της κάθε ιστορίας στη σύγχρονη πραγματικότητα, σαν διαρκής υπενθύμιση ότι όσα συμβαίνουν στα κείμενά της, συμβαίνουν τώρα – όχι σ’ ένα παρελθόν που ο συγγραφέας είχε διασώσει στη μνήμη του σαν λογοτεχνικό κοίτασμα προς αξιοποίηση, όχι σε μια μελλοντική δυστοπία που δημιουργεί η συγγραφική φαντασία, αλλά τώρα. Μας αρέσει να διαβάζουμε αυτή τη συνθήκη σαν υπενθύμιση ότι το μεγάλο, το συναρπαστικό, το θαυμαστό –όπως βεβαίως και το τραγικό–, μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, μέσα στην καθημερινότητά μας – δεν είναι αποκλειστικότητα των παλιών βιβλίων, των μύθων, των παραμυθιών.

Κάπως έτσι ο δεκαεπτάχρονος παρθένος, ντροπαλός και ερωτευμένος Τζουλιάνο (στο ομότιτλο διήγημα) θα περάσει μια ανεπανάληπτη νύχτα έρωτα με τη Νάσια με το υπέροχο σώμα, και κάπως έτσι ο εβδομηνταδυάχρονος Άλκης, τσακισμένος από την ιστορία, θα γνωρίσει τη γυναίκα της ζωής του στο πρόσωπο της Ιωάννας, λαμπερής ηθοποιού και γοητευτικής γυναίκας, είκοσι χρόνια νεότερής του. Γιατί το Ντόμινο δεν είναι μόνο μια ακολουθία θορυβωδών πτώσεων, αλλά και δυναμικών επανεκκινήσεων ή λαμπρών κορυφώσεων – που, συνήθως, προηγούνται της πτώσης.

Και εδώ λοιπόν, όπως στα προηγούμενα βιβλία της, οι ιστορίες της Μαρούτσου είναι γλυκόπικρες, ρεαλιστικές και μαγικές ταυτόχρονα, φωτεινές και σκοτεινές, διερευνώντας και αποτυπώνοντας, μέσα σε λίγες σελίδες, ένα μεγάλο κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας, της ανθρώπινης συνθήκης.

«[…] Έχω αποκτήσει έτσι το συνήθειο να κάνω υποθέσεις, να μπαλώνω τα κενά της ιστορίας με δικές μου αυθαίρετες εικασίες, να συμπληρώνω την πραγματικότητα όσων είμαι μάρτυρας με μυθεύματα, κατασκευές δικές μου που, όμως, προσέχω να είναι ταιριαστές. Δεν έχω απεριόριστη ελευθερία σ’ αυτό το ζήτημα, δεσμεύομαι από τη λογική ακολουθία αιτίου και αποτελέσματος, που όμως δεν είναι μόνο μία, αλλά μια σειρά από κορδέλες που όλες περιστρέφονται όπως σ’ ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι γύρω από την κεντρική δοκό. Αυτή, ναι, είναι χωμένη βαθιά στο χώμα. Αυτή, και να ήθελα, δεν μπορώ να τη ξεριζώσω»

…λέει το Στρώμα, στο διήγημα που βρίσκεται στο κέντρο της συλλογής και στο οποίο δανείζει τη φωνής της η συγγραφέας. Και συνεχίζει:

«Και μη νομίζετε ότι θα είχα μόνον ιστορίες ζοφερές να διηγηθώ […] Θα ʼχα εγώ τον τρόπο να πλέξω τις σκούρες κλωστές με τις πιο φωτεινές, θα ʼβαζα να σμίξουν πάνω μου ο πιο βαθύς τρόμος με την πιο ανάλαφρη χαρά και να αποτυπωθούν μαζί πάνω στην επιφάνειά μου, σαν να ʼμουν όχι στρώμα, μα λευκή σελίδα».

Και καταλήγει:

[…] «Χίλιες φορές οι ιστορίες της Χαλιμάς, αυτές την κράτησαν στη ζωή κι έτσι θα κρατηθώ κι εγώ, θα αφηγηθώ όλες αυτές τις ιστορίες των οποίων υπήρξα μάρτυρας».

⸙⸙⸙

[Το κείμενο, με μικρές αλλαγές, διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στο βιβλιοπωλείο «Ευριπίδης» στο Χαλάνδρι στις 15 Ιανουαρίου 2025.]

Κύλιση στην κορυφή