Ζωγραφική: Φραγκίσκος Δουκάκης

Μαρίν Σορέσκου

«Οι ηθοποιοί», «Οι κλέφτες» και άλλα ποιήματα

Μετάφραση: Θάλεια Ιερωνυμάκη

ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ

Οι πιο ανυπόκριτοι – οι ηθοποιοί
ανασκουμπώνουν τα μανίκια
και ξέρουνε να ζουν!
Ποτέ δεν έχω δει πιο τέλειο φιλί
απ’ ό,τι των ηθοποιών στην τρίτη πράξη
όταν αρχίζουν τα αισθήματα πια να ξεκαθαρίζουν.

Ο θάνατός τους στη σκηνή πόσο είναι φυσικός,
τόσο, που από την τελειότητά του,
εκείνοι στα νεκροταφεία,
οι αληθινά νεκροί,
οι τραγικά νεκροί, και μια για πάντα,
είναι σαν να σαλεύουν!

Και εμείς, αμετακίνητοι στη μία και μόνη ζήση
και ούτε καν αυτή δεν ξέρουμε να ζούμε.
Ή φλυαρούμε άσκοπα είτε σωπαίνουμε για χρόνια,
κουραστικά και άτεχνα,
ανίδεοι τι στο διάολο να κάνουμε τα χέρια μας.

ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ

Είχα ένα ποίημα που δεν μ’ άφηνε να κλείσω μάτι
και το ’στειλα στο χωριό
στον παππού.

Έπειτα έγραψα ένα άλλο
και το ’στειλα στη μάνα μου
να το φυλάξει στη σοφίτα.

Έγραψα κάμποσα μετά απ’ αυτό
και, με πόνο ψυχής, τα εμπιστεύθηκα στους συγγενείς
που μου ’δωσαν υπόσχεση ότι θα τα προσέχουν.

Συνέχεια έτσι, κάθε μου νέο ποίημα
βρισκόταν κάποιος να μου το φυλάξει,
γιατί ο κάθε φίλος μου
είχε με τη σειρά του ένα φίλο
πολύ καλό κι εχέμυθο γι’ αυτό το μυστικό.

Κι εγώ, λοιπόν, δεν ξέρω πια
πού άραγε να βρίσκεται ο κάθε στίχος μου
κι αν με ποδοπατήσουν κλέφτες
όσο και να με βασανίσουν
δεν θα μπορώ ν’ αποκαλύψω
τίποτα περισσότερο παρά μονάχα πως
όλα τους βρίσκονται σε τόπο ασφαλή,
σ’ ολόκληρη τη χώρα.

ΣΚΑΚΙ

Μετακινώ μια άσπρη μέρα
μετακινεί μια μαύρη μέρα
προχωρώ με ένα όνειρο
κερδίζει τη μάχη.
Μου επιτίθεται στους πνεύμονες
σκέφτομαι ένα χρόνο στο νοσοκομείο
οργανώνω μια λαμπρή στρατηγική
και του κερδίζω μια μαύρη μέρα.
Μετακινεί μια συμφορά
και με απειλεί με καρκίνο
(που βαδίζει για την ώρα σταυρωτά),
απέναντί του στήνω ένα βιβλίο
και απαιτώ να οπισθοχωρήσει.
Του αιχμαλωτίζω μερικά πιόνια,
αλλά δες, η μισή μου ζωή
απομονωμένη.
― Θα σου κάνω σαχ και θα χάσεις την αισιοδοξία σου,
μου λέει.
― Κανένα πρόβλημα, αστειεύομαι,
κάνω ροκέ συναισθημάτων.

Πίσω μου η γυναίκα, τα παιδιά μου,
ο ήλιος, το φεγγάρι κι οι βοηθοί μου
τρέμουν σε κάθε κίνησή μου.

Ανάβω ένα τσιγάρο
κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.


ΧΑΡΤΙ

Εξαγγέλθηκε, θαρρώ στην Αποκάλυψη,
δεν το ’χω συγκρατήσει,
πως ένας τεράστιος από χαρτί τυφώνας
πλησιάζει από Β-Δ διεύθυνση
κι από όλες τις διευθύνσεις.

Θα ρημάξει τα πάντα στο πέρασμά του
μετατρέποντας τα πάντα σε χαρτί.

Τα δέντρα θα μεταμορφωθούν σε χαρτί
τα ζώα σε χαρτί
ο χρυσός σε χαρτί.

Οι άνθρωποι με τρόμο θα ουρλιάζουν
και τα ουρλιαχτά τους
θα μεταμορφωθούν σε φίδια από χαρτί
κι έπειτα οι χάρτινοι εαυτοί τους θα ξετυλιχθούν:
χαρτί περιτυλίγματος, χαρτί φακέλων,
χαρτοσακούλες, χαρτί της Βίβλου,
τσιγαρόχαρτο,
και προπαντός εφημερίδες.

Κάποιοι θα γίνουν κύρια άρθρα
άλλοι θα μπουν σε στήλες με ζητήματα
βιομηχανικά ή αγροτικά
κι άλλοι θα γίνουν πρωτοσέλιδα.
Και συγγραφείς που δεν απέτυχαν ακόμη
λόγω της έλλειψης σελίδων

αμέσως θ’ αποτύχουν, στα πέντε πρώτα εκατοστά του φύλλου.
Και για να γίνουμε σαφέστεροι:
τυφώνας και χαρτί
θα ’ναι παγκόσμια.

Και τελικά
χάνοντας την υπομονή της
η γη θ’ ανοίξει.
Θα καταπιεί τα πάντα μ’ όρεξη
και θα σκουπίσει το στόμα της
με τους ανθρώπους που θα ’χουν μεταμορφωθεί
σε χαρτοπετσέτες.

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΦΕΥΓΕΙ

Όταν είσαι στο τρένο κι αναχωρεί το διπλανό,
γιατί έχεις την εντύπωση πως έφυγες
εσύ;

Άνοιξη και φθινόπωρο
όλο κοιτάς τον ουρανό και χάνεσαι σε σκέψεις
σμήνη πουλιών να έρχονται
σμήνη πουλιών να φεύγουν,
γιατί έχεις την εντύπωση πως πας κι εσύ;

Όλη μου τη ζωή κοιτούσα απ’ το παράθυρο
σε μια γωνία καρφωμένος
του λεωφορείου, του τρένου, του πλοίου
τραντάζοντάς με το βαγόνι
κοιτούσα πώς μου φεύγανε τα δέντρα,
οι άνθρωποι, οι πόλεις και οι ήπειροι,
γιατί με πλημμυρίζουν τόσα συναισθήματα,
γιατί έχω την εντύπωση
πως γνώρισα τον κόσμο;

ΣΥΝΗΘΙΣΑ

Συνήθισα να κοιμάμαι με τα μάτια ανοιχτά
από τον φόβο μη με πιάσουν εξαπίνης,
για να ’χω έλεγχο του κόσμου
μέχρι την ύστατη στιγμή.

Σαν φάρος που δε θα ’θελε να σβήσει την ημέρα
πάντοτε τον ορίζοντα της θάλασσας να έχεις
στο βλέμμα της απόγνωσης, και τη μαγεία.

Και σε παρακαλώ, λοιπόν, σφάλισε ελαφρά
τα βλέφαρά μου,
γιατί ό,τι έπρεπε να δω το είδα!
Προσεκτικά τα όμορφα παντζούρια σύρε
πάνω στα κουρασμένα μου τα μάτια.

Ας γίνει όσο πιο αργά μπορείς
σε μια στιγμή που η νύχτα θα ’ναι
γεμάτη μ’ άστρα κι ανθισμένες ακακίες.

ΛΟΙΠΟΝ

― Λοιπόν, γιατί αυτή η σιωπή
τόσο πηχτή, τόσο φριχτή;
― Μα πώς! Συνομιλώ συνέχεια
μ’ αυτούς στον άλλο κόσμο
όμως δεν έχουμε άλλο τίποτα να λέμε.

«Μόνο ένα τρομαγμένο ζώο
οδηγεί στην ομορφιά.
Γιατί καμιά ομορφιά
δεν έμεινε αμέτοχη της λύπης».
Κύλιση στην κορυφή