Αφιέρωμα: Πολιτική
Ζωγραφική: Θανάσης Μακρής

Βίβιαν Στεργίου

Οι λέξεις, ξανά και ξανά

Νομίζω η κρίσιμη έννοια είναι η ρευστότητα. Τι εννοώ; «Ζούμε στην εποχή που» οι όροι «αριστερά/δεξιά» έχουν χάσει τη λάμψη τους, εάν υποτεθεί πως είχαν τέτοια. Κρίνοντας από τα πολιτικά συναισθήματα ανθρώπων προηγούμενων γενεών, μάλλον κάποτε είχαν μιαν άλλη βαρύτητα που στην πορεία μειώθηκε. Έτσι μού φαίνεται από την καθημερινή χρήση των λέξεων τουλάχιστον, η οποία φυσικά μπορεί ν’ αλλάξει, εάν «επιθετικά» και με πρόγραμμα δημιουργηθούν κόμματα που θα προτάσσουν το αριστερό προφίλ τους ή θα είναι περήφανοι εναλλακτικοί δεξιοί κ.λπ. Ομοίως, και άλλα παρόμοια, χαμηλότερης συναισθηματικής έντασης ζευγάρια λέξεων όπως το «προοδευτικό/συντηρητικό» δεν μού φαίνεται να λένε και πάρα πολλά σήμερα. Για παράδειγμα, δεν πείθομαι πως ένα ζήτημα κλείνει αρκεί να δηλώσει κανείς στη συζήτηση πως αυτό είναι μία «προοδευτική πολιτική». Και δεν μού αρκεί να πει κανείς τι στοχεύει να επιτύχει με την πολιτική εμπλοκή του (την πρόοδο). 

Οι πολιτικοί ήταν ανέκαθεν επιδέξιοι στις δηλώσεις τους και πλέον επιδέξιοι είναι και οι πολίτες (για διάφορους λόγους, κάποιοι εκ των οποίων σχετίζονται με θετικές εξελίξεις, π.χ. τη μόρφωση του γενικού πληθυσμού). Η επιδέξια καθημερινή ικανότητα κατάστρωσης αφηγήσεων από πολιτικούς και πολίτες στα σόσιαλ, στις εκστρατείες και τις ιντερνετικές συζητήσεις δημιουργεί μία συνθήκη καχυποψίας απέναντι στις λέξεις που, με τη σειρά της, έχει δημιουργήσει ένα καταστροφικό σπιράλ υπερβολικής και πάντα σκηνοθετημένης «ειλικρίνειας». Έτσι, το όσο το δυνατόν περισσότερο μοίρασμα προσωπικών στοιχείων είναι δήθεν η καλύτερη στρατηγική. Μία σκηνοθετημένη ειλικρίνεια/ευαλωτότητα/ευαισθησία υψηλών ταχυτήτων, ένα διαρκές μπακστέιτζ όπου βλέπεις τα καλώδια, τις κάμερες, τα φώτα και το μακιγιάρισμα, αλλά δεν συμβαίνει ποτέ το όντως έργο στο προσκήνιο.

Κι έτσι επανέρχομαι στη ρευστή εποχή. Η ρευστότητα επιβάλλει μία ειλικρινή, διανοητική περιέργεια. Αφού αλλάζουν οι προκλήσεις και οι συνήθειες σε συνθήκες γενικής τεχνολογικά υποβοηθούμενης επιτάχυνσης (δείτε πώς αλλάζει η αίσθηση του χρόνου σ’ ένα ιντερνετικό περιβάλλον), αφού οι μετατοπίσεις είναι διαρκείς και αφού αρκετοί άνθρωποι δεν έχουν ταμπού κι ούτε και μεγάλο πρόβλημα ν’ αλλάξουν απόψεις, εάν πειστούν για την ορθότητα «της άλλης πλευράς», μήπως έχει νόημα να ψάξουμε τι όντως εξυπηρετεί η κάθε πολιτική, τι προτάσσει πραγματικά, ποιοι είναι οι ωφελούμενοι και ποιοι οι ηττημένοι, αλλά και πώς εντάσσεται στο μεγάλο σχήμα των πραγμάτων (εάν υποτεθεί πως μπορούμε ακόμη να το διακρίνουμε αυτό, μέσα σε συνθήκες γενικού, συντριπτικού κατακερματισμού); Μήπως έχει νόημα ν’ αναζητήσουμε το οικονομικό κάτω από το πολιτικό, τις ροές του χρήματος, της προσοχής, της ανθρώπινης εργασίας και των άλλων πόρων κάτω από τις μεγάλες δηλώσεις, προκειμένου να προσδώσουμε στις λέξεις το ακριβές νόημά τους; Η προσπάθεια είναι διαρκής, τα λεξιλόγια μετακινούνται συνέχεια, από ʼδω κι από ʼκει.

Τι ρόλο μπορούν να παίξουν έννοιες όπως το προοδευτικό/συντηρητικό και το δεξιό/αριστερό όταν όλα ρέουν; Μπορούν να βοηθήσουν τη συζήτηση να πάρει μία κατεύθυνση, να δώσουν ένα πρόσημο, καθώς λέμε. Αλλά δεν αρκούν, για να συλλάβει κανείς τον πυρήνα π.χ. μίας πολιτικής ή ενός ανθρώπου, ενώ δεν κλείνουν καμία συζήτηση. Δεν είναι, δηλαδή, σήματα για να σταθμεύσει κανείς, αλλά μάλλον περισσότερο, για να συνεχίσει προς μία κατεύθυνση. 

Νομίζω πως ζούμε σε μία εποχή υπερπολιτικής, ακραίας θεωρητικής πολιτικοποίησης, χωρίς αντίκρισμα στην πράξη, για να δανειστώ έναν όρο του Anton Jager (Hyperpolitik). Ο μέσος υπερμορφωμένος μιλένιαλ-χρήστης του ίντερνετ μπορεί να σκαρώσει για την πλάκα του μία εκτενή ανάλυση για τον μαρξισμό, τον κομμουνισμό και τον φιλελευθερισμό ένα τυχαίο βράδυ πληκτρολογώντας στο reddit και σίγουρα κάτι τέτοιο ήδη μπορεί να κάνει και το τσατμπότ. Οποιοσδήποτε μ’ ένα μέτριο πτυχίο στα χέρια του και λίγη ευφράδεια μπορεί να φτιάξει στριφογυριστά επιχειρήματα για τα πάντα, σαν να διαγωνίζεται στους αγώνες ντιμπέιτ που θα του δώσουν θέση στο προοδευτικό ή συντηρητικό θινκτανκ της περιοχής του (βλ. την Αμερικανική Αγωγή του Λέρνερ). 

Κι αυτή η μεγάλη πολιτικοποίηση στη χρήση των λέξεων μένει στη θεωρία και δεν περνάει στην πράξη ή σπανίως περνάει στην πράξη, όταν στην πράξη γίνεται κάτι πραγματικά φοβερό (βλ. εξολόθρευση αμάχων στη Γάζα που κάνει την υπερμορφωμένη φοιτητική νεολαία των ΗΠΑ να αντιδρά ή κάποια προσωπική στιγμή, μετανάστευση, απόλυση, που κάνει την ακολουθούμενη πολιτική ζήτημα απολύτως σημαντικό). Ακόμη κι όταν συμβαίνει κάτι στην πράξη, όταν προκύπτει τελικά η ενέργεια ή αρχίζει να ξεδιπλώνεται μία σχεδιαζόμενη αλληλουχία ενεργειών, και πάλι η ερμηνεία της πράξης είναι ένα πεδίο ανοιχτό. Έτσι, η σωτηρία του περιβάλλοντος είναι και προοδευτική και συντηρητική, όχι, όμως, κάτι που αποδέχεται η εναλλακτική δεξιά, τα γκέι δικαιώματα είναι και της αριστεράς και της δεξιάς, όχι όμως κάτι που αποδέχεται μερίδα των κομμουνιστών της Ελλάδας, η πράσινη μετάβαση αφορά και τη συντήρηση των πόρων του πλανήτη και τη δικαιοσύνη/κοινωνική πρόοδο αλλά δεν συγκινεί πραγματικά μερίδα της συντηρητικής σκέψης που δυσφορεί στην ιδέα της εγκατάλειψης της χρήσης ορυκτών καυσίμων.

Όλ’ αυτά μού δείχνουν πως οι έννοιες απαιτούν ένα διαρκές ξαναγέμισμα, μία διαρκή ανατροφοδότηση με το φορτίο της πραγματικότητας. Συμφωνούμε πως οι λέξεις δεν γίνεται να κοπούν από τον τρόπο που τις χρησιμοποιούν οι άνθρωποι. Έτσι, εάν τις κάνουν μπανάλ (βλ. προοδευτικός) ή τις αποφεύγουν (βλ. αριστερά/δεξιά στην ελληνική νεολαία), αυτό έχει σημασία. Έχει σημασία αν κάποιος θέλει να τους απευθυνθεί και να τους μιλήσει πολιτικά, αλλά μάλλον έχει και σημασία εάν κάποιος πασχίζει να καταλάβει τι συμβαίνει τώρα. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει τη θολή χρήση των όρων «προοδευτικός», «αντισημίτης», «αριστερά» κ.ά. και έπειτα να πάρει μία ενεργητική στάση στα πράγματα και να επιχειρήσει στο παρόν να δώσει την ερμηνεία του και να την κάνει πιστευτή, δημοφιλή και συνεκτικό υλικό για μία μεγάλη μερίδα ανθρώπων. Έτσι, για παράδειγμα ο Μπέρνι Σάντερς επιχειρεί να καταρρίψει την ιδέα περί «αντισημιτισμού» των επικριτών της κυβέρνησης Νετανιάχου κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ στη Γερμανία το ερώτημα ποιος είναι αντισημίτης σήμερα είναι κορυφαίο σημείο πολιτικής αντιπαράθεσης, με αποτέλεσμα άτομα και ομάδες να προσπαθούν να ορίσουν τη λέξη με βάση το πλέγμα των αξιών και των συμφερόντων τους.

Και άλλωστε τα παραπάνω δεν σημαίνουν πως σε κρίσιμες ιστορικές συγκυρίες δεν υπήρχαν πρόσωπα, κόμματα, ομάδες ατόμων που να πήγαν τον κόσμο ένα βήμα παρακάτω. Η ιστορία της θεσμικής αναγνώρισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ακριβώς η ιστορία αυτής της διαδρομής προς τα μπροστά. Ούτε ακυρώνει η αίσθηση σύγχυσης που μοιράστηκα την ευχάριστη αίσθηση που αποκομίζει ο χρήστης της φράσης «είμαι βαθιά συντηρητικός άνθρωπος» ή «συντάσσομαι με τις προοδευτικές δυνάμεις». Άλλωστε, ο καθένας διεκδικεί για τον εαυτό του την περιγραφή που τον βολεύει κι έτσι η λέξη «πρόοδος» δεν θα περιπέσει σε αχρησία. Ο καθένας κόβει, ράβει και φοδράρει γλωσσικά σχήματα που θα κουμπώσουν πάνω στο ρούχο που έχει ήδη προαποφασιστεί και ένας μέτριος υπεύθυνος επικοινωνίας (δουλειά να σου τύχει) μπορεί να παρουσιάζει σαν ριζοσπαστική ή πατριωτική, προοδευτική ή συντηρητική πολιτική το οτιδήποτε. Για παράδειγμα: η συζήτηση για τον γκέι γάμο στο ελληνικό κοινοβούλιο, όπου περήφανα συντηρητικοί πολιτικοί συνέδεσαν την επέκταση του θεσμού του γάμου στους ομοφυλόφιλους με την ενίσχυση ενός βαθύτατα συντηρητικού θεσμού, της ελληνικής οικογένειας ή με την ισχυροποίηση του οικογενειακού δικαίου. Από την άλλη, κάποιοι είδαν σαν χρέος τους απέναντι σε μία ιδέα προόδου τη θετική ψήφο στον γκέι γάμο, ενώ από μία κουήρ οπτική θα μπορούσε να πει κανείς ότι κανονικοποιείται και άρα αποδυναμώνεται η ριζοσπαστική ιδέα μίας εντελώς εξωθεσμικής, ενδεχομένως και ενοχλητικής σεξουαλικότητας. Όλα ισχύουν, με κάποιον τρόπο και βρίσκονται κάπου μέσα στο φάσμα συντηρητικό/προοδευτικό, αλλά δεν ξέρω ακριβώς πού. 

Οι λέξεις γίνονται σήματα προς ένα ακροατήριο που πρέπει ν’ ακούσει τη λέξη «πρόοδο» ή «πατρίδα», για να ενεργοποιηθεί. Όμως, η λέξη «πρόοδος» ή η λέξη «συντήρηση» μπορεί να ηχούν φάλτσα, παράδοξα ή μπερδευτικά, όπως υπονοεί ιδιοφυώς και ο τίτλος του ξεκάθαρα πολιτικού θεατρικού έργου του Ματέι Βίζνιεκ «η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα». Θέλει και κάτι άλλο. Για να μιλήσουμε μ’ ακρίβεια για όσα γίνονται στον κόσμο τώρα, αυτό το άλλο –το επιπλέον– θα το αναζητούμε διαρκώς στο «μεταξύ» των λέξεων και των ιδεών, σε μία διαρκή αναστοχαστική περιδίνηση. Γι’ αυτό η λογοτεχνία που φυτρώνει στο «ενδιάμεσα» των πραγμάτων, στα σταυροδρόμια, θα παραμένει η πιο χυμώδης αξιόπιστη-αναξιόπιστη μέθοδος γνώσης του κόσμου.

Κύλιση στην κορυφή