Αφιέρωμα: Πολιτική
Ζωγραφική: Θανάσης Μακρής

Βασίλης Βαμβακάς

Οι ολοκληρωτικοί κίνδυνοι της ύπνωσης και της αφύπνισης

Δύο μεγάλα γεγονότα έχουν σφραγίσει ανεπίστρεπτα τις έννοιες της προόδου και της συντήρησης, όπως τουλάχιστον αυτές ορίζονταν μέχρι και τα τέλη του 20ού αιώνα. Δύο γεγονότα-σταθμοί που έχουν τη συμβολική και πραγματική διάσταση μιας πτώσης, της «διάλυσης» δηλαδή σημαντικότατων προπυργίων της σύγχρονης ιστορίας. Η πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 και η τρομοκρατική επίθεση και η τραγική πτώση των δίδυμων πύργων στη Νέα Υόρκη το 2001, αποτέλεσαν δύο μεγάλα γεγονότα που σηματοδότησαν το τέλος της παλιάς ψυχροπολεμικής περιόδου και το τέλος μια σύντομης αλλά σχετικά αισιόδοξης εκδοχής της παγκοσμιοποίησης που την διαδέχτηκε. Αν το 2001 έφερε την εποχή της γενικευμένης ανασφάλειας, από το 2010 και ύστερα μια αλυσίδα κρίσεων (οικονομική, υγειονομική, κλιματική, μεταναστευτική, πολεμική) ήρθε να επιβεβαιώσει ότι ζούμε σε έναν νέο κόσμο, στον οποίο τα κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτικά πλαίσια έχουν μετακινηθεί σε απρόσμενες κατευθύνσεις.

Περίπου την ίδια χρονική περίοδο άλλωστε (από τα τέλη του 20ού αιώνα και ύστερα), η διαρκής τεχνολογική και επικοινωνιακή επανάσταση, η διείσδυση της ψηφιακής και διαδικτυακής επικοινωνίας και τώρα της τεχνητής νοημοσύνης φέρνει συνεχείς αλλαγές σχεδόν ανθρωπολογικών διαστάσεων, δύσκολο να κατανοηθούν και να απορροφηθούν σε όλο τους το φάσμα και ταυτόχρονα από όλα τα κοινωνικά στρώματα (ηλικιακά, μαθησιακά, ταξικά κ.τ.λ.). Ο 21ος αιώνας αλλάζει πλήρως τα δεδομένα, ενώ οδηγεί στην ανάγκη μελέτης και εξήγησης ενός χαοτικού επικοινωνιακού και πολιτισμικού περιβάλλοντος. Όπως εύστοχα σημείωνε ο Brian McNair[1], μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 περάσαμε από τον έλεγχο της επικοινωνίας σε εθνικό πλαίσιο, από τις προσπάθειες «πλύσης εγκεφάλου» από κεντρικούς διαύλους επικοινωνίας στο επικοινωνιακό χάος της παγκοσμιοποίησης και των νέων τεχνολογιών, μια νέα συνθήκη που απαιτεί νέα εργαλεία ανάλυσης και κατανόησης.

Σε αυτό το «χάος» η έννοια της κυρίαρχης ιδεολογίας και των στερεοτύπων των κοινωνικοπολιτικών ελίτ που με διάφορους τρόπους υποστήριζε ο λόγος των ισχυρών ΜΜΕ καθ’ όλη την ψυχροπολεμική περίοδο, υποχωρεί όλο και περισσότερο υπέρ μιας άλλης συνθήκης στην οποία κυριαρχεί στη διεθνή δημόσια σφαίρα η δυσαρέσκεια απέναντι σε αυτές τις ελίτ. Αυτό που χαρακτηρίζει τον 21ο αιώνα είναι περισσότερο o ιδεολογικός ανταγωνισμός παρά η ιδεολογική ηγεμονία, περισσότερο μηχανισμοί επικοινωνίας που διαμορφώνουν σκληρές διαφωνίες (dissensus) παρά αποδεκτές συμφωνίες (consensus), κλειστές κοινότητες αυτοεπιβεβαίωσης (αλγοριθμικής ή άλλης), παρά ανοιχτές σφαίρες διαλόγου και συνεννόησης.

Η υποχώρηση της παραδεδομένης διάκρισης αριστεράς-δεξιάς, όπως αυτή ορίζονταν μεταπολεμικά, είναι ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο. Οι νέες ιδεολογικές διαφορές που παίρνουν διεθνείς διαστάσεις είναι μεταξύ κοσμικότητας και θρησκείας, νεωτερικών αξιών και αναμεσαιωνισμού, φιλελεύθερης δημοκρατίας και αυταρχικής δημοκρατίας. Η ιδεολογία δεν έχει τελειώσει, όπως δεν έχει τελειώσει και η ιστορία, αλλά ο καθοριστικός διπολισμός του 20ού αιώνα έχει διαβρωθεί και άρα σε μεγάλο βαθμό η πυξίδα της συντηρητικότητας και της προοδευτικότητας έχει με κάποιους όρους «τρελαθεί» σε σχέση με αυτά που γνώριζαν οι παλιότερες γενιές.

Τα αποτελέσματα αυτής της ιδεολογικής αναοριοθέτησης τα είδαμε αρχικά στην Ελλάδα τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, αλλά στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι δεν είχαν «εθνικό» πρόσημο, ούτε κάποια αυστηρή διάκριση μεταξύ προηγμένων και λιγότερο προηγμένων χωρών. Από τις αμερικανικές εκλογές με τη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ και το δημοψήφισμα στη Μεγάλη Βρετανία που οδήγησε στο Brexit, μέχρι τις πολιτικές ανακατατάξεις σε διαφορετικές χώρες όπως η Ιταλία, η Ολλανδία, η Βραζιλία κ.α. είδαμε ότι το «παγκόσμιο χωριό επικοινωνίας» αντί να ευνοεί τις κοσμοπολίτικες τάσεις, τη διαφάνεια και τη δημοκρατική ενημέρωση, διαμορφώνει μια κατάσταση γενικευμένης απορρύθμισης, στην οποία οι ψευδείς ειδήσεις και φήμες δημιουργούν μια απροσδόκητη επιστροφή σε αρχαϊκές βεβαιότητες και θεωρίες συνωμοσίας. Μια συνθήκη ευνοϊκή για την ανάπτυξη πολύμορφων λαϊκιστικών τάσεων που, αν και μερικώς εκφράζουν τη δυσφορία που αισθάνονται τα μεσαία και λαϊκά στρώματα[2] από τη χαοτική παγκοσμιοποίηση και θέτουν σημαντικά προβλήματα στη δημόσια συζήτηση (π.χ. μετανάστευση, νέες οικονομικές ανισότητες κ.α.), εντούτοις δίνουν απλουστευτικές, παραπλανητικές και μισαλλόδοξες απαντήσεις[3]. Οι σύγχρονοι λαϊκιστές υπνωτίζουν την εύλογα ανησυχούσα κοινή γνώμη, τάζοντας μια ριζοσπαστική οπισθοδρόμηση, προσωποποιώντας με γκροτέσκο συνήθως τρόπο την απορρύθμιση των λαϊκών προτύπων (βλ. Τραμπ, Τζόνσον, Μπολσονάρο, Μιλέι, Βίλντερς κ.ά.)

Την ίδια ώρα που το επικοινωνιακό και πολιτισμικό χάος αποτελεί το ιδανικό θερμοκήπιο του νεολαϊκισμού με δεξιά ή αριστερά χαρακτηριστικά, την ίδια ώρα που πριμοδοτεί λόγο και πρόσωπα που εκφράζουν μη πολιτικώς ορθά τα σύγχρονα αδιέξοδα, υποστηρίζει και μια εντελώς αντίθετη ροπή προς την ολοκληρωτική πολιτική ορθότητα. Η κουλτούρα της ακύρωσης (cancel) και του μηδενισμού μέσα από την πολιτική της αφύπνισης (woke) και της ριζικής αναθεώρησης του παρελθόντος μέσα από έναν «ανένδοτο» σημειολογικό πόλεμο, αποτελεί μια δεύτερη μεγάλη απειλή για τις σύγχρονες δημοκρατίες. Ένα νέο φαινόμενο που γίνεται ήδη αντικείμενο μελέτης και κριτικής, γιατί αποτελεί μια ιδανική περίπτωση σύγχυσης της προοδευτικότητας με την αντιδραστικότητα.

Το νέο αυτό κίνημα προοδευτικού ολοκληρωτισμού, όπως περιγράφει η Nathalie Heinich[4], εκκινεί από την εύλογη ανάγκη για αντιμετώπιση του ρατσισμού και του σεξισμού, αλλά καταλήγει σε έναν σκληρό «ταυτοτισμό», σε επίκληση νέων οντολογικών διαιρέσεων των ανθρώπων και λογοκριτικών πρακτικών. Το πρόβλημα στην «αφυπνιστική» κουλτούρα είναι ότι στρέφεται συνολικά εναντίον του δυτικού πολιτισμού είτε ως αποικιοκρατικού είτε ως ανδροκρατούμενου, επιχειρώντας να ξαναγράψει την ιστορία με όρους μιας δικαιωματοκρατικής καθαρότητας. Συνέπειά της, τραγελαφικές ακρότητες όπως το κατακρήμνισμα αγαλμάτων, το κόψιμο κλασικών ταινιών (π.χ. Όσα παίρνει ο άνεμος), η καθαίρεση έργων ζωγραφικής από vegan φοιτητές επειδή παρουσιάζουν «δολοφονημένα» ζώα, η απαγόρευση έργων του Μάικλ Τζάκσον ή του Γούντι Άλλεν λόγω των ερωτικών σκανδάλων στα οποία φέρονται να είναι αναμειγμένοι. Παρακλάδι της αφυπνιστικής κουλτούρας όμως και μια περίεργη ανοχή, αν όχι υποστήριξη, σε εκδικητικές πράξεις του θρησκευτικού (ισλαμιστικού) φονταμενταλισμού έναντι της διαχρονικά «ένοχης», λόγω αποικιοκρατίας, Δύσης και η δικαιολόγηση του νέου αντισημιτισμού.

Οι φανατικοί εκφραστές τόσο του πολιτικά ορθού όσο και του πολιτικά ανορθόδοξου καταλήγουν σχεδόν πάντα στη δημιουργία ενός νέου ηθικολογικού δόγματος που θα ανασύρει παλιές και θα ανακαλύπτει νέες ρητορικές μίσους. Αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, παρότι εμφανίζονται ως τα απολύτως αντίθετα μέτωπα, το ένα το συντηρητικό και το άλλο το προοδευτικό. Οι συνθήκες αέναης κρίσης της ύστερης νεωτερικότητας στις οποίες ζούμε, απαιτούν σε πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο μια υπέρβαση αυτών των δύο όρων ως καθολικών τρόπων κατανόησης και τοποθέτησης απέναντι στα πράγματα. Ούτε το συντηρητικό ούτε το προοδευτικό είναι από μόνα τους εχέγγυα δημοκρατικών αντιλήψεων, όπως συνέβαινε λίγο-πολύ στον περασμένο αιώνα. Πολλές φορές βλέπουμε ότι γίνονται πυλώνες των πιο αντιδραστικών στάσεων και πολιτικών. Το νεωτερικό αίτημα για διαρκή αλλαγή προς μια πιο δίκαιη κοινωνία παραμένει πάντα ζητούμενο, αλλά δεν μπορεί να ξεθεμελιώνει όλες τις κατακτήσεις που έχουν σημειωθεί στο πέρασμα των χρόνων, δεν μπορεί να ακυρώνει το παρελθόν ακόμη και αν αυτό φέρει επώδυνα σημάδια, δεν μπορεί να ανακαλύπτει ταυτότητες που ουσιαστικά συγκροτούνται σε μια μισαλλόδοξη βάση νεοκαθαρότητας[5]. Το επίσης νεωτερικό αίτημα για ασφάλεια, σταθερότητα, συνοχή που διατηρεί την αίγλη του, δεν μπορεί να γίνεται σημαία μιας κλειστοφοβικής, επιθετικής, παραδοσιοκρατικής αντίληψης και πρότασης. Το προοδευτικό και το συντηρητικό εμπεριέχουν σήμερα (ίσως και πάντα) ισοδύναμους ολοκληρωτικούς κινδύνους όταν θεωρηθούν συστήματα πίστης και όχι εναλλακτικά «εργαλεία» διαρκούς στήριξης και βελτίωσης των δημοκρατικών κοινωνιών.

Σε μεγάλο βαθμό ο διχασμός που βιώνουν σήμερα οι σύγχρονες κοινωνίες, με κορυφαίο παράδειγμα τις ΗΠΑ, έχει να κάνει με το γεγονός ότι τα βασικά στηρίγματα της μεταπολεμικής δημοκρατικής συμβίωσης, τα μεσαία στρώματα, νιώθουν την υλική ή συμβολική ανάγκη να ταχθούν με απόλυτο τρόπο είτε με την πλευρά της «προόδου» είτε με την πλευρά της «συντήρησης». Ο ουρανός που τα σκεπάζει δεν είναι πια ίδιος, όπως συνέβαινε λίγο-πολύ μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα. Η ριζοσπαστικοποίηση της προόδου και της συντήρησης είναι η πηγή τροφοδότησης των πολωμένων κοινωνιών του 21ου αιώνα και ο τεχνολογικός εκδημοκρατισμός της επικοινωνίας, ο τέλειος πολλαπλασιαστής της. Οι πολλές και διαφορετικές κρίσεις που έχουν χτυπήσει την πόρτα όλων των χωρών (από τις οικονομικές, τις κλιματικές μέχρι τις πολεμικές), παραγνωρίζονται ή ερμηνεύονται μόνο μέσα από μια άκρατη ηθικολογία, άλλοτε συντηρητική, άλλοτε προοδευτική.

Εάν το ζητούμενο είναι το ξεπέρασμα της τυφλής πόλωσης, η εύρεση τρόπων μιας πιο δίκαιης συμβίωσης, η ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών και λειτουργιών, τότε η εγκατάλειψη της ηθικολογίας και μια πιο πραγματιστική, διαρκώς προσαρμοστική αντιμετώπιση των κινδύνων, συνιστά προϋπόθεση. Η απο-ηθικοποίηση της πολιτικής είναι το μεγάλο και δύσκολο στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί έτσι ώστε κάποια στιγμή να αναγνωριστούν και να αντιμετωπιστούν όλα τα σύνθετα προβλήματα που έχει φέρει η νέα εποχή του χάους. Σε αυτό τόσο το συντηρητικό όσο και το προοδευτικό πλαίσιο επιχειρημάτων μπορεί να φανούν εξίσου χρήσιμα εάν δεν θεωρηθούν αυτοσκοποί αλλά μέσα επίτευξης ενός ανώτερου στόχου: της δημοκρατικής επιβίωσης του κοινωνικού συνόλου και όχι της μίας ή της άλλης κοινότητας/ταυτότητας.

⸙⸙⸙

Ο Βασίλης Βαμβακάς είναι Καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας, ΑΠΘ.


[1] Brian McΝair, Cultural Chaos. Journalism, news and power in a globalised world, Rourledge, Λονδίνο και Ν. Υόρκη 2006

[2] Christophe Guilluy, Νο Society. Το τέλος της μεσαίας τάξης της Δύσης, μτφρ. Χριστίνα Σταματοπούλου, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2019.

[3] Cas Mudde-Kaltwasser Rovira Cristobal, Λαϊκισμός. Μια συνοπτική εισαγωγή, μτφρ. Ελένη Κοτσυφού, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2017.

[4] Nathalie Heinich, «Γουοκισμός». Ο νέος ολοκληρωτισμός, μτφρ. Χριστίνα Σταματοπούλου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2023.

[5] Mark Lilla, Κάποτε φιλελεύθερος και πάλι φιλελεύθερος. Περί της πολιτικής των ταυτοτήτων, μτφρ. Ελένη Κοτσυφού, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2018.

Κύλιση στην κορυφή