Γιάννης Μπαλαμπανίδης

Οι πίσω σελίδες της Μεταπολίτευσης

Κώστας Καραβίδας, Η περιπέτεια των ιδεών, Πόλις, Αθήνα 2026.

Γιορτάσαμε πρόσφατα τα πεντηκοστά γενέθλια της Μεταπολίτευσης, η οποία συνεχίζει να μεγαλώνει, να ωριμάζει ή να γερνάει μαζί μας. Τα γιορτάσαμε εν χορδαίς και οργάνοις, με αφιερώματα, γιορτές και συνέδρια, με πολλά λόγια, και με κάποιες σιωπές, για το πώς την καταλαβαίνει ο καθένας και η καθεμιά – κι ακόμα να βγάλουμε συμπέρασμα. Πράγμα που δεν βλάπτει φυσικά, αν και καμιά φορά μοιάζει να αποφεύγουμε το μείζον ερώτημα: Τελειώνει άραγε κάποτε η Μεταπολίτευση; Λες και φοβόμαστε μην τελειώνοντας η Μεταπολίτευση, σβήσουμε κι εμείς μαζί της, ιδίως εμείς που είμαστε περίπου συνομήλικοί της.

Όσο όμως η Μεταπολίτευση συνεχίζει να δυναστεύει τη σκέψη μας, τόσο εμείς παλεύουμε να την κατανοήσουμε. Και καμιά φορά προκύπτουν γραπτά που φωτίζουν, εδώ ή εκεί, μια μισοσκότεινη πτυχή της, κάνοντάς μας να σκεφτούμε όχι μόνο το παρελθόν αλλά και το παρόν μας. Τέτοιο είναι, πιστεύω, το βιβλίο του Κώστα Καραβίδα Η περιπέτεια των ιδεών, που διαβάζει την πρώιμη κυρίως Μεταπολίτευση μέσα από τα περιοδικά της και τις ιδέες που αποτυπώθηκαν στις σελίδες τους. Εστιάζεται σε δύο από αυτά, τα οποία έπαιξαν σημαντικό ρόλο πρωτίστως στην προοδευτική σκέψη της εποχής: το Αντί και ο Πολίτης, που αν είχαν ένα πρόσωπο, του πρώτου θα ήταν ο Χρήστος Παπουτσάκης και του δεύτερου ο Άγγελος Ελεφάντης, αν και στην πραγματικότητα ήταν και τα δύο εγχειρήματα πολυπρόσωπα και πολυφωνικά.

Αμαρτία ομολογημένη ουκ έστιν αμαρτία: ο Κώστας Καραβίδας είναι φίλος και συνοδοιπόρος, ως «περιοδικάκηδες» πάσχουμε και οι δύο από την ίδια αγιάτρευτη ασθένεια, και πολλές φορές έχουμε ανταλλάξει απόψεις, συμφωνώντας και διαφωνώντας, για την ιστορία των ιδεών στον τόπο μας. Υπό αυτή τη έννοια, το κείμενο αυτό δεν υποδύεται την κριτική αλλά εκθέτει ορισμένες σκέψεις που προέκυψαν από την ανάγνωση αυτού του γοητευτικού βιβλίου.

Αναγκαστικά θα μείνω σε ορισμένα μόνο σημεία, σταχυολογώντας από τον πλούτο του υλικού. Διότι το βιβλίο του Καραβίδα πλανάρει επιδέξια μέσα στο χάρτινο αρχιπέλαγος των περιοδικών που γεννήθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν με το big bang της μετάβασης στη δημοκρατία. Περιοδικά κάθε είδους, το καθένα με τις δικές του πολιτικές ευαισθησίες, ανησυχίες και πειραματισμούς: εκτός από το Αντί και τον Πολίτη υπήρχε επίσης ο Σχολιαστής, ένα σπουδαίο εργαστήριο γραφής και ερευνητικής δημοσιογραφίας, η Πανσπουδαστική και ο Οδηγητής του ΚΚΕ, όπως και το θεωρητικό περιοδικό ΚΟΜΕΠ με το «δίδυμο» ΚΟΜΘΕΠ της ανανεωτικής Αριστεράς, ο Θούριος των Ρηγάδων και ο Αγωνιστής της νεολαίας ΠΑΣΟΚ, η Σοσιαλιστική πορεία ως ετερόδοξος συνομιλητής της κεντροαριστεράς, η Χριστιανική του Ψαρουδάκη και η Ελληνική Αριστερά της μεταδικτατορικής ΕΔΑ, η Μηνιαία επιθεώρηση ως ελληνική έκδοση του Monthly Review, έντυπα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς όπως η Κριτική συσπείρωση της ΟΜΛΕ ή ο Σπουδαστικός αγώνας του ΕΚΚΕ, το underground Ιδεοδρόμιο του Λεωνίδα Χρηστάκη αλλά και περιοδικά με αναφορά στον χώρο της Νέας Δημοκρατίας και της συντηρητικής ή (νεο-)φιλελεύθερης σκέψης όπως η Νέα πολιτική και η Οικονομική πορεία, περιοδικά για την τέχνη και τη λογοτεχνία σαν τον Ηριδανό, τις Σημειώσεις και τη Νέα Εστία, τα κομιξάδικα Μαμούθ και Παραπέντε, το Τέταρτο του Χατζιδάκι, μουσικά έντυπα σαν το Ντέφι, θεολογικά όπως η Σύναξη, περιοδικά των νέων σεξουαλικών και έμφυλων αναζητήσεων σαν το Αμφί και το Κράξιμο, και άλλα πολλά ων ουκ έστιν αριθμός.

Η Μεταπολίτευση γράφτηκε (και) στις σελίδες των περιοδικών της, που ήταν τότε μυριάδες και πολύ ζωντανά. Συγκρατώ ένα στοιχείο που αναφέρεται στο βιβλίο: το Αντί, σύμφωνα με μια έρευνα που διεξήγαγε το ίδιο το 1975, διαπίστωσε ότι το αναγνωστικό του κοινό ήταν κατά 90% κάτω των 35 ετών – επίδοση που θα ζήλευε το TikTok, αδιανόητη σήμερα όχι μόνο για τα περιοδικά αλλά και για το ράδιο ή την τηλεόραση.

Έχει, λοιπόν, καίρια σημασία η εισαγωγική παρατήρηση του Καραβίδα πως μετά το 1974 διαμορφώνεται στην Ελλάδα μια αληθινή δημόσια σφαίρα, με την έννοια του Χάμπερμας και όχι με τη λειψή μορφή του δημόσιου χώρου στη μετεμφυλιακή «καχεκτική δημοκρατία» μας. Ο ίδιος διαβάζει αυτόν τον δημοκρατικό και απελευθερωμένο δημόσιο χώρο υπό το πρίσμα της «πολιτισμικής στροφής» (cultural turn) που έχουν αναδείξει μελετητές όπως ο Δημήτρης Τζιόβας. Η Μεταπολίτευση ήταν πολιτική και πολιτισμική, ήτανε χάρτινη και πολυσέλιδη.

Διακριτές διαδρομές των προοδευτικών ιδεών

Ήταν όμως και ενιαία; Η απάντηση είναι όχι, και ο Καραβίδας επιχειρηματολογεί πειστικά επ’ αυτού. Σε όποιο επίπεδο και αν τη δει κανείς, η Μεταπολίτευση ήταν ένα πολυπρισματικό πεδίο όπου οι άνθρωποι συνέκλιναν και συγκρούονταν, διασταυρώνονταν και χάνονταν, όπως συμβαίνει στη ζωή και δη στις πιο ζωηρές στιγμές της.

Το Αντί και ο Πολίτης είχαν πολλές διαφορές αλλά και ένα κοινό πεδίο. Όπως σημειώνει ο Καραβίδας, «συνέβαλαν στη συγκρότηση ενός άτυπου, αλλά διακριτού, χώρου της ελληνικής πολιτισμικής Αριστεράς» (σελ. 100). Στις σελίδες της Περιπέτειας των ιδεών βρίσκει κανείς μια εκτενή και διαφωτιστική περιδιάβαση στο εντυπωσιακό εύρος θεμάτων και προβληματισμών που κάλυψαν τα δύο αυτά περιοδικά, έχοντας πάντα την αγκύρωσή τους στην πολιτική παρέμβαση. Και τα δύο εγγράφονται στη μήτρα της καθ’ ημάς αντιδογματικής Αριστεράς· ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι αποτελούν επίσης δύο έγχαρτες μορφές πραγμάτωσης (και όχι απλώς μεταφοράς) στην ελληνική μεταπολιτευτική στιγμή του «παγκόσμιου ’68»: μια εποχή απελευθέρωσης από την αρχαία σκουριά του παρελθόντος, ακόμη και του αριστερού παρελθόντος, και ανάδυσης νέων προβληματισμών και αξιών. Η ανανέωση δεν ήταν μόνο γενεακή ούτε μόνο πολιτική ή οικονομική, ήταν και πολιτισμική. Το βιβλίο του Καραβίδα δείχνει πειστικά ότι τα εν λόγω περιοδικά ήταν φορείς ενός βαθιά ανανεωτικού πνεύματος, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο.

Με τρόπο και ύφος διαφορετικό, ωστόσο. Το μεν Αντί σε ένα πιο άμεσο και ενίοτε «δημοσιογραφικό» στυλ, είχε ως μέριμνα την κριτική της πολιτικής αλλά και του πολιτισμού, αναζητώντας «το στοιχείο της λαϊκότητας ως βασικό διακύβευμα της μεταδικτατορικής κουλτούρας» (σελ. 87), προσχωρώντας εν μέρει, από ένα σημείο και μετά, σε μια εθνορομαντικής προέλευσης ιδέα της «πολιτισμικής αντίστασης». Ο δε Πολίτης, με φιλοδοξίες πιο θεωρητικές και μακροσκοπικές, αντλώντας από τη μεγάλη κοίτη του δυτικού μαρξισμού, αναζητούσε δρόμους ανανέωσης του κομμουνιστικού ή έστω ριζοσπαστικού αριστερού προτάγματος χειραφέτησης σε συνδυασμό με έναν «αντιεθνικιστικό, διεθνιστικό και οικουμενικό δικαιωματικό λόγο» (σελ. 164-165). Εν τέλει, τα δύο περιοδικά αποκρυσταλλώνουν δύο διαφορετικές γενεαλογίες της ελληνικής αλλά όχι μόνο Αριστεράς. Τα πειστήρια που επικαλείται ο Καραβίδας είναι πολλά και συστηματικά: η εισαγωγή νέων πεδίων προβληματισμού όπως η οικολογία και τα δικαιώματα, ο εμπλουτισμός με ετερόδοξες ή μετα-μαρξιστικές θεωρήσεις, η συνεπής αντιεθνικιστική στάση του Πολίτη το 1992 στο «μακεδονικό» (με το θαυμάσιο εξώφυλλο «Η ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική») σε αντιδιαστολή με την περισσότερο αντιφατική στάση του Αντί, ο αριστερόστροφος ευρωπαϊσμός των δύο περιοδικών υπέρ μιας κοινωνικής Ευρώπης ως κοινό μας έδαφος και ταυτόχρονα η κριτική στην παγκοσμιοποίηση ή μια ορισμένη στροφή του Πολίτη στο έθνος ως πλαίσιο προστασίας των πολιτικών κοινοτήτων.

Το γοητευτικό στα δύο αυτά περιοδικά δεν ήταν μόνο ο πλούτος των ενδιαφερόντων και το εύρος της παρέμβασής τους στο πεδίο των ιδεών. Ήταν ακόμη οι άνθρωποί τους, με τις διαφορετικές απόψεις και τις (πολύ) διαφορετικές διαδρομές τους. Πολλοί και πολλές αναφέρονται στο βιβλίο του Καραβίδα. Θα άξιζε όμως μια περαιτέρω εμβάθυνση σε αυτά τα δίκτυα ανθρώπων, που οργανώθηκαν και διαλύθηκαν γύρω από τα δύο περιοδικά, ώστε η ιστορία των ιδεών να συμπληρωθεί από μια επάλληλη διανοητική ιστορία, μια ιστορία των ανθρώπων πίσω από τις ιδέες.

Οι άνθρωποι αυτοί συγκροτούσαν πραγματικές κοινότητες, με τα δικά τους τελετουργικά και τους τόπους συγκέντρωσης, με τις γιορτές, τα πένθη, τα κουτσομπολιά τους. Ο Καραβίδας γράφει ότι τα γραφεία των περιοδικών υπήρξαν «στέκια συνάντησης και ώσμωσης ιδεών, ισχυρά παραδείγματα μιας αντίληψης του περιοδικού ως συλλογικού χώρου ή με γκραμσιανούς όρους συλλογικού διανοούμενου» (σελ. 103). Καταγράφω προς επίρρωση τη δική μου μαρτυρία, καθώς είχα την τύχη να προλάβω τα δύο περιοδικά προς το τέλος του κύκλου τους: δεν έχω φάει πιο νόστιμο μπριάμ από εκείνο που κατέβαινε από το διαμέρισμα του Παπουτσάκη στο υπόγειο του Αντί στην οδό Δημοχάρους τις Τετάρτες όταν έκλεινε το τεύχος, και αναπολώ μονίμως τις συνάξεις του Ελεφάντη στο ημιυπόγειο της Ζωναρά, για μια συντακτική επιτροπή πνιγμένη στον καπνό ή για ένα ψάρι από τη λαϊκή, όπως φυσικά και τις Παρασκευές στο μπαρ «Συχνότητες» – όποιος ξέρει, ξέρει.

Υπό αυτό το πρίσμα, νομίζω ότι αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μια παρατήρηση που κάνει ο Καραβίδας για τη δύσκολη σχέση των δύο αυτών περιοδικών με το πεδίο της ιδιωτικής σφαίρας: «…ό,τι από την ύλη τους θα μπορούσε να περιγραφεί ως μέρος της ιδιωτικής σφαίρας ή της κουλτούρας της καθημερινής ζωής, δηλαδή η κατανάλωση, ο χώρος κατοικίας, η διασκέδαση, η μόδα, το σεξ, η υγεία, η διατροφή, το σώμα, οι διαπροσωπικές και έμφυλες σχέσεις, τα ταξίδια, η οικογένεια, ο ελεύθερος χρόνος και η τεχνολογία απουσιάζουν σχεδόν παντελώς από τις σελίδες τους… ο κόσμος των απολαύσεων και των αισθήσεων πέρασε αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των “οικογενειακών” περιοδικών ποικίλης ύλης και μεγάλης κυκλοφορίας» (σελ. 104-105).

Η «πολιτισμική Αριστερά» που υπηρέτησαν τα δύο περιοδικά, οι δύο αυτοί συλλογικοί διανοητικοί τόποι, υπήρξε μεν πολιτικά και ιδεολογικά ευρύχωρη αλλά άφηνε απ’ έξω την ιδιωτική σφαίρα, την ατομικότητα, σε μια εποχή που η υπερπολιτικοποίηση και η συλλογική δράση της πρώτης Μεταπολίτευσης έδινε τη θέση της στην εξατομίκευση, κάπου στο γύρισμα του 1990. Έτσι ήταν. Πράγμα παράδοξο: ενώ όμνυε, και σωστά, στην «ενσώματη» διάσταση της πολιτικής, άφηνε έξω από τις καλογραμμένες σελίδες της το σώμα το ίδιο, την ηδονή και την ευχαρίστηση. Δηλαδή, τα εκχωρούσε. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι των περιοδικών αυτών ήτανε τίποτα ξενέρωτοι και μακρινοί διανοούμενοι, το αντίθετο μάλλον. Ήταν ίσως η εποχή. Ακούω στο μυαλό μου τη φωνή του Άγγελου Ελεφάντη να λέει σκωπτικά: «Μας έφαγε ο Αντόρνο».

Να ένα μεγάλο στοίχημα για τη σημερινή προοδευτική σκέψη και πράξη, να επανασυνδεθεί με την απόλαυση της ζωής σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο μίζερος. Η Περιπέτεια των ιδεών έχει, εκτός των άλλων, την αρετή ότι μας το υπενθυμίζει.

Οι διαμάχες των ιδεών – και τι απέγιναν

Σε αυτό το πλαίσιο μιας έγχαρτης δημοκρατίας των ιδεών, το βιβλίο του Καραβίδα αναδεικνύει ορισμένους κόμβους αναζήτησης και διαμάχης που σημάδεψαν την εποχή ή προέκυψαν από αυτήν. Έχει, έτσι, εξαιρετικό ενδιαφέρον η παρουσίαση της συζήτησης σχετικά με τις σημασιολογήσεις και νοηματοδοτήσεις του λαϊκού και της παράδοσης. Συζήτηση καίρια, σε μια συγκυρία που άφηνε πίσω το άσαρκο «έθνος» της μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης επαναφέροντας στο προσκήνιο της ιστορίας τον «λαό» με όλες τις ενσαρκώσεις, τις εκφάνσεις και τις ανταγωνιστικές εννοιολογήσεις του. Δεν ήταν απλώς ένα κενό σημαίνον, γύρω από το οποίο οργανώθηκε η πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ και της ευρύτερης «δημοκρατικής παράταξης». Ήταν ταυτόχρονα η είσοδος στο πεδίο της πολιτικής ευρύτερων λαϊκών μαζών που επί δεκαετίες παρέμεναν αποκλεισμένες. Λαϊκισμός και λαϊκότητα συνυπήρχαν και έθεταν κρίσιμα ερωτήματα για τις ιδέες και τις έννοιες της εποχής.

Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε λίγα μόλις χρόνια οργανώνονται πλήθος σημαντικές συναντήσεις που έχουν στο επίκεντρό τους την αναζήτηση και τον προσδιορισμό της λαϊκότητας και της παράδοσης (σελ. 310 κ.ε.). Ο Καραβίδας ξεκινά με την έρευνα για τον «Λαϊκό πολιτισμό» που επιμελήθηκε ο Δημήτρης Χατζής στο Αντί, τον Απρίλιο του 1976, και η οποία ανέδειξε, όπως σημειώνει, μια διχοστασία: από τη μία οι μάλλον ιδεολογικές χρήσεις και καταχρήσεις του εθνικο-λαϊκού ενόψει μιας επανατοποθέτησης της Αριστεράς απέναντι σε αυτές τις έννοιες, και από την άλλη εκείνοι που επιδίωκαν μια περισσότερο αυστηρή, επιστημονική και ιστορικοποιημένη προσέγγιση της λαϊκής παράδοσης (όπως ο Σπύρος Ασδραχάς ή ο Αλέξης Πολίτης).

Ακολουθούν και άλλα επεισόδια: ο διάλογος σχετικά με την «Πολιτιστική ανάπτυξη και λαϊκή πρωτοβουλία» στην ΚΟΜΘΕΠ το φθινόπωρο του 1976, και η συναφής ανταλλαγή απόψεων μεταξύ Ελεφάντη και Δημητράκου στον Πολίτη το 1977, οι «Διάλογοι» της Εταιρείας Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη τον Νοέμβριο του 1979, ιδίως μεταξύ Γιανναρά και Χατζή, ο παράλληλος διάλογος περί λαϊκισμού στο πολιτικό επίπεδο, όπου μετέχει και ο Νίκος Πουλαντζάς κ.ο.κ. Το πιο εντυπωσιακό ίσως είναι το Έτος Παράδοσης που οργανώνεται το 1979 από το Υπουργείο Παιδείας. Ασφαλώς μέρος μιας «επινόησης της παράδοσης», ειδικά σε συνάρτηση με την παρατήρηση του Καραβίδα ότι «πρόκειται για μια αντανακλαστική ιδεολογική χειρονομία της συντηρητικής παράταξης απέναντι στα πολιτισμικά διλήμματα που έθεταν η αναγκαιότητα και οι συνέπειες της ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ, καθώς και για μια προσπάθεια ανασύνθεσης του εθνικού αφηγήματος» (σελ. 360).

Ακόμα κι έτσι, στο πλαίσιο αυτό προκύπτουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες στιγμές, όπως το τριήμερο για τη σημασία της λαϊκής παράδοσης στον καιρό μας, στα Ανώγεια Κρήτης τον Αύγουστο του 1979, με διοργανωτή το Τρίτο Πρόγραμμα και με ένα μέρος των εισηγήσεων να δημοσιεύεται στο Αντί. Ανάμεσα σε αυτές θα διαβάσει κανείς ορισμένα εξαιρετικά αιχμηρά σχόλια που διατηρούν την αξία τους σε εποχές πολύ διαφορετικές από την πρώτη Μεταπολίτευση, όπως του Μάνου Χατζιδάκι όταν υποστηρίζει ότι «παράδοση είναι ο εγωισμός των απελθόντων και η ενοχή, ο συμβιβασμός των επιζώντων» και σαρκάζει όλους εκείνους που «με συνεχώς δακρύζοντα μάτια προσπαθούν να μας πείσουν πως κάθε πρόγονος, όλοι οι πρόγονοι, αρκεί να μην είναι κάποιος ζωντανός, υπήρξαν όλοι τους υπέροχοι, γενναίοι και εθνικοί» (σελ. 377-378).

Συγκρατώ το σχόλιο του Καραβίδα που διανοίγει ένα ολόκληρο πεδίο συζήτησης πάνω στη συζήτηση. Γράφει ότι ο διάλογος εκείνος περί του λαϊκού και της παράδοσης πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο μιας ευρύτερης τάσης, εκείνης της ριζοσπαστικοποιημένης εποχής για προοδευτικό/αριστερό προσεταιρισμό της λαϊκής παράδοσης, την ώρα όμως ακριβώς που η Αριστερά και η αριστερή σκέψη και διανόηση, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί, άρχιζε να χάνει επαφή με τα λαϊκά στρώματα, τα πάθη και τις ανησυχίες τους (σελ. 311-312). Ταυτόχρονα, όμως, για να διατυπώσω την αντίρρησή, εκείνη η προοδευτική σκέψη κατανοούσε το έλλειμμά της, καταλάβαινε ότι υπάρχει ένα πραγματικό επίδικο στην κατανόηση και εννοιολόγηση της λαϊκότητας, επίδικο πολιτικό εν τέλει, και προσπαθούσε έστω λειψά να το διαχειριστεί, να το κουβεντιάσει, να διαμορφώσει χώρους όπου η σύγκρουση των ιδεών θα είχε κάποιο νόημα.

Αυτή η παρατήρηση μάς προκαλεί ίσως να σκεφτούμε το σήμερα, την πολιτισμική και διανοητική συνθήκη στην οποία λειτουργούμε εμείς, τα παιδιά της Μεταπολίτευσης. Σχολιάζουμε συχνά, λόγου χάριν, το revival της παράδοσης, την ανάδυση μιας νεο-παράδοσης στα σίριαλ της τηλεόρασης που εκτυλίσσονται στην Κρήτη και στη Μάνη, στη φασαίικη επένδυση των πανηγυριών του καλοκαιριού σε όρη και νησιά, στη χρήση της ντοπιολαλιάς στην πεζογραφία κ.ο.κ. Ποια έννοια λαϊκότητας βρίσκεται πίσω από όλα αυτά, ποιες χρήσεις και ιδεολογικές καταχρήσεις της διακρίνονται; Τα συζητάμε όλα αυτά, τα εννοιολογούμε, και σε ποιους άραγε χάρτινους, πραγματικούς ή ψηφιακούς χώρους; Και το κυριότερο: εμείς, άραγε, τους επιφανείς προγόνους μας τους θάψαμε ή με τη διανοητική μας αβελτηρία αφήνουμε το νεκρό βάρος της ιστορίας να κρατά αιχμάλωτη τη ζωή ημών των ζωντανών;

Για τα ερωτήματα που γεννά, πιστεύω ότι το βιβλίο του Κώστα Καραβίδα έχει μια ιδιαίτερη αξία. Ανασύρει ένα ολόκληρο διανοητικό σύμπαν, τους ανθρώπους και τις ιδέες του, με τρόπο όμως που μας αφορά κι εμάς, εδώ, σήμερα, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι θα μας αφορούσαν απλώς οι παλιές ιστορίες των παλιών ανθρώπων.

Μια τελευταία σκέψη που προκύπτει από όλα αυτά είναι αυτή: γιατί να περιοριστούμε σε κάποια μόνο περιοδικά και σε κάποιες μόνο από τις διαμάχες της πρώτης Μεταπολίτευσης; Θα ήταν πολύτιμο, και ταυτόχρονα συναρπαστικό, ένα ερευνητικό πρόγραμμα χαρτογράφησης των περιοδικών της Μεταπολίτευσης στο σύνολό τους, από τα πιο περιθωριακά μέχρι τα πιο mainstream. Θα αναδείκνυε περισσότερες και ίσως απρόσμενες περιοδολογήσεις της Μεταπολίτευσης, τομές και συνέχειες, πέρα από τη βασική μετάβαση από το συλλογικό στην εξατομίκευση εκεί γύρω στα 1990. Ίσως, ακόμη, θα μας βοηθούσε να σκεφτούμε ότι κάποια στιγμή η Μεταπολίτευση μπορεί και να τελειώσει, χωρίς αναγκαστικά να χαθούμε κι εμείς μαζί της. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Κύλιση στην κορυφή