Κολάζ: Michael Augustin

Βαγγέλης Π. Κούμπουλης

Οι πολλοί γύροι του Διχασμού

Αν προσπαθήσει κανείς να μελετήσει την ιστορία του Ελληνικού Διχασμού, θα παρατηρήσει πως είναι στην ουσία μια ιστορία κύκλων που ανοίγει και κλείνει κατά περιόδους μέσα στην Ιστορία του 20ού αιώνα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να γίνουν κατανοητά και ζητήματα που αφορούν, ίσως περισσότερο από όσο νομίζουμε, τη δική μας εποχή, σήμερα.

Πιο συγκεκριμένα, όταν ξεσπά ο Διχασμός το 1915 το διακύβευμα αφορά τη συμμετοχή ή όχι της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι δύο επιλογές που υπήρχαν για την ελληνική εξωτερική πολιτική ήταν είτε η χώρα μας να συμμετάσχει στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ είτε να παραμείνει σε μία αυστηρή ουδετερότητα. Ζήτημα, βεβαίως, συμμετοχής της χώρας στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών δεν ετέθη ούτε θα μπορούσε να τεθεί ποτέ.

Αργότερα, ο Διχασμός πήρε σιγά-σιγά άλλη μορφή, αντιπαραθέτοντας αφενός μεν τους υποστηρικτές του Ελευθερίου Βενιζέλου και αφετέρου δε, εκείνους του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄. Ακολουθεί το 1917 η τριετία Βενιζέλου, η ήττα του στις εκλογές του 1920, η επιστροφή του Κωνσταντίνου Α΄, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο θάνατος του έκπτωτου μονάρχη στο Παλέρμο.

Με την ανακήρυξη της Αβασίλευτης Δημοκρατίας ανοίγει ένας νέος κύκλος Διχασμού, που δεν αφορά πια κυρίως πρόσωπα, αλλά από τη μία πλευρά βρίσκονται οι υποστηρικτές της Αβασίλευτης και από την άλλη εκείνοι που υποστηρίζουν τη Μοναρχία. Ωστόσο, προϊόντος του χρόνου, οι υποστηρικτές της Μοναρχίας φαίνεται να αποδέχονται τελικά την Αβασίλευτη, πλην όμως ο Βενιζέλος, λίγο πριν τις εκλογές του 1932, με διάφορες κινήσεις και δηλώσεις του, αναβιώνει –συνειδητά, δυστυχώς ήταν πολιτική του επιλογή– τα παλιά μισή.

Κι ενώ, τελικά, με το νόθο δημοψήφισμα του 1935 και την επάνοδο του Γεωργίου Β΄ φαίνεται να λύνεται το Πολιτειακό, έστω και με αυτόν τον τρόπο και πολύ περισσότερο με την επακολουθήσασα δικτατορία του Μεταξά, ο παλαιός Διχασμός αναβιώνει στο στράτευμα και κατ’ επέκταση στην ελληνική κοινωνία μέσα από το λεγόμενο Αποτακτικό, με τη μερίδα των αξιωματικών που αποτάχθηκαν εξαιτίας της συμμετοχής τους στο βενιζελικό Κίνημα του 1935 να επιζητούν την επάνοδό τους στο στράτευμα (ιδίως μετά το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940) και εκείνους που είχαν παραμείνει και αρνούνταν πεισματικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο συγκεκριμένος κύκλος του Διχασμού μεταφέρθηκε αργότερα ακόμη και στις υπό συγκρότηση στρατιωτικές μονάδες του ελληνικού στρατού, μετά την κατάρρευση του μετώπου, στη Μέση Ανατολή.

Η τελευταία αναβίωση αυτού του Διχασμού παρατηρήθηκε κατά την θλιβερή περίοδο της πολιτικής κρίσης του 1965. Αλλά ας μην επεκταθούμε περισσότερο. Ουσιαστικά, ο κύκλος του Εθνικού Διχασμού που άνοιξε τότε, έκλεισε μόλις το 1974, με την οριστική επίλυση του Πολιτειακού.

Σε αντίθεση βεβαίως με όσους υποστηρίζουν πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται, στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο σπάνια ισχύει. Τα γεγονότα, οι συγκυρίες, τα δεδομένα, ακόμη και τα πρόσωπα, είναι πάντα διαφορετικά, τελείως διαφορετικά. Αλλά, όπως απέδειξε πριν 2.500 χιλιάδες περίπου χρόνια ο Θουκυδίδης, οι άνθρωποι, τα κίνητρά τους, οι επιθυμίες και οι φόβοι τους, η καύσιμη ύλη της ιστορικής πορείας, παραμένουν πάντα ίδια.

Ήταν λοιπόν περίπου έναν αιώνα μετά το ξεκίνημα του Εθνικού Διχασμού, το 2015, που η ελληνική κοινωνία μπήκε ξανά σε μια περιδίνηση μίσους και οξυμένων παθών. Πιο σωστά, θα πρέπει να πούμε πως ο κύκλος αυτός άνοιξε λίγο νωρίτερα, από το καλοκαίρι του 2010 και μετά, κι αφού είχε προηγηθεί η αναγνώριση από μέρους της ελληνικής Πολιτείας πως «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Δεν είναι της παρούσης να αναφερθούμε στα αίτια αυτής της πτώχευσης και της κρίσης που την ακολούθησε, και που ασφαλώς δεν ήταν αποκλειστικά και μόνο οικονομική.

Ήρθαν λοιπόν τα καλοκαίρια των «Αγανακτισμένων», η άνω και η κάτω πλατεία (Συντάγματος), ο εμπρησμός της Marfin και –κυρίως ίσως– οι πυρκαγιές που άναβαν καθημερινά, πρωί και βράδυ, στα πληκτρολόγια των Ελλήνων που μάχονταν σθεναρά εαυτούς και αλλήλους.

Ώσπου φθάσαμε στον Ιούλιο του 2015, με κλειστές τράπεζες και το διχαστικό δημοψήφισμα (το έχουν αυτό τα δημοψηφίσματα, είναι από τη φύση τους πάντα διχαστικά, αφού το ερώτημα που θέτουν απαντάται με «Ναι» ή «Όχι» και δεν περιλαμβάνει ούτε το «Δεν ξέρω» ούτε το «Ίσως» ή το «Πιθανόν») περί της αποδοχής ή όχι των «Reforms for the completion of the Current Program and Beyond» («Μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και πέραν αυτού»), καθώς και της «Preliminary Debt sustainability analysis» («Προκαταρκτική ανάλυση βιωσιμότητας χρέους»).

Από τη μία οι «ευρωλιγούρηδες», «νενέκοι», «γερμανοτσολιάδες» κι από την άλλη οι «σανοφάγοι», «τα γίδΓια». Ένας δημόσιος διάλογος που –όπως πάντα συμβαίνει στους διχασμούς– ασχολήθηκε περισσότερο με την αποδόμηση (πες, καλύτερα, ισοπέδωση) του εχθρού, παρά με την προσπάθεια να παρουσιαστούν οι απόψεις των αντιτιθέμενων πλευρών.

Κανένας διάλογος δεν αναπτύχθηκε, καμιά προσπάθεια πειθούς δεν έγινε από τη μία πλευρά προς την άλλη. Και η αντιπαλότητα, που είχε μετατραπεί σε έχθρα, κυριάρχησε στον δημόσιο βίο, αφού σκοπός ήταν πώς να πληγεί περισσότερο ο εχθρός / αντίπαλος και όχι πώς η κάθε πλευρά να παρουσιάσει τις ιδέες της ή, έστω, να αντιπαρατεθεί με τις απέναντι ιδέες.

Μιλώντας de profundis, αποκαλύπτω πως ανήκα στους υποστηρικτές του «Ναι» και έκανα κι εγώ τα παραπάνω λάθη. Αδυνατούσα να καταλάβω –και το κυριότερο αδυνατούσα να προσπαθήσω να μπω στη διαδικασία να καταλάβω– πώς η μεγαλύτερη μερίδα των συμπολιτών μου, όπως αποδείχτηκε από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, υποστήριζε το «Όχι». Η εξήγηση που έδινα, μέσα σε εκείνες τις ταραγμένες και φορτισμένες μέρες, ήταν η εύκολη: οι άνθρωποι αυτοί ήταν ιδιοτελείς, μειωμένης αντίληψης και ευφυΐας, που δεν αντιλαμβάνονταν τη σοβαρότητα της κατάστασης, που μπορεί να ήταν βολεμένοι και να μην τους απασχολούσε μία αλλαγή τόσο σαρωτική, όπως θα ήταν η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη, την Ευρωπαϊκή Ένωση και αλλά παρόμοια. Σε αντίθεση βέβαια με μια ουκ ευάριθμη μερίδα, της δικής μου πλευράς, δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα με το αν πέρασαν ή όχι «Διαφωτισμό», ο οποίος, μάλλον θα πρέπει να είναι κάποιο είδος παιδικής ασθένειας που αφήνει στον οργανισμό αντισώματα δια βίου.

Παρά το γεγονός ότι έχω τη ματαιοδοξία να πιστεύω πως η επιλογή μου τότε δικαιώθηκε ιστορικά, μέχρι στιγμής τουλάχιστον –ίσως μάλιστα αυτό να γίνεται και περισσότερο κατανοητό κατά την πρόσφατη υγειονομική κρίση, το πόσο σημαντικό είναι δηλαδή η Ελλάδα να ανήκει σε αυτό το κλαμπ των ευρωπαϊκών κρατών–, θεωρώ πως η στάση της φιλοευρωπαϊκής μερίδας τότε, η οποία είναι περίπου αυτή που παραπάνω περιέγραψα, υπήρξε τραγική. Η βεβαιότητα που υπήρχε ότι ενώπιον των κλειστών τραπεζών ο Έλληνας που, όπως αφοριστικά διατυπωνόταν, «νοιάζεται πάνω από όλα για την τσέπη του», θα ψήφιζε «Ναι» με τα τσαρούχια, διαψεύστηκε πλήρως. Και κάπου εδώ ο αναγνώστης θα αναρωτηθεί για ποιο λόγο κάνω αυτή την αναδρομή. Απαντώ.

Μέσα σε αυτόν τον χρόνο που φτάνει –επιτέλους!– στο τέλος του, η πατρίδα μας δοκιμάστηκε σοβαρότατα, όπως και ο υπόλοιπος πλανήτης φυσικά, από την πανδημία του κορωνοϊού που έπληξε την ανθρωπότητα. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Ελλάδα βρίσκεται στο δεύτερο μετά την άνοιξη lockdown, το οποίο είναι κοινή παραδοχή πως «δεν περπάτησε» τόσο καλά όσο το πρώτο της άνοιξης. Η κόπωση, η χαλαρότητα, ίσως και η καλλιέργεια μιας ευφορίας μετά το άνοιγμα του καλοκαιριού ότι εμείς τα καταφέραμε και δεν διατρέχουμε πλέον κίνδυνο, κάτι που αποδείχτηκε πως δεν ισχύει, είναι ίσως κάποιοι από τους πιθανούς λόγους αυτής της εξέλιξης.

Ωστόσο, αυτό που θέλω να επισημάνω είναι ότι παρατηρώ και πάλι, σιγά σιγά, τις ίδιες νοοτροπίες με εκείνες του 2015 να εμφανίζονται και σε σχέση με την πανδημία. Τα παλαιά στρατόπεδα, οι μαχητές των οποίων μάλλον παρέμειναν τόσον καιρό «με το όπλο παραπόδα», ξαναστήθηκαν. Κι έχουν –αυτό είναι εκπληκτικό!– πάνω κάτω την ίδια διάταξη, αποτελούνται από τους ίδιους ανθρώπους με εκείνους που τα στελέχωναν το 2015.

«Προβατάκια», «τσιπαρισμένοι», «μενουμεσπιτάκηδες» είναι για τους αρνητές της πανδημίας (ή, έστω, της σοβαρότητάς της) και του αναμενόμενου εμβολίου, όσοι υποστηρίζουν τα ληφθέντα μέτρα, θέλουν αυστηρή την καραντίνα και αναμένουν τα εμβόλια. Οι ίδιοι θεωρούν πως είναι ακραία, πως είτε «πρόκειται για μια γριππούλα», είτε πως «θέλουν να μας έχουν μαντρωμένους», είτε πως «πλήττεται η οικονομία και αυτό είναι το σοβαρότερο».

«Ψεκασμένοι», «επιπόλαιοι», «μη διαθέτοντες κοινωνική ενσυναίσθηση» είναι για τη μερίδα των υποστηρικτών των μέτρων, οι αρνητές.

Μιλώντας πάλι de profundis, έχω να πω πως ανήκω σε εκείνους που θεωρούν πολύ επικίνδυνη την πανδημία, υποστηρίζω πως τα μέτρα είναι αναπόφευκτα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως, ειδικά στο 2ο lockdown, δεν υπάρχουν σοβαρές αστοχίες∙ επίσης, αναμένω και εμπιστεύομαι πλήρως την επιστήμη ως προς το ζήτημα των εμβολίων γενικά, και κατά του κορωνοϊού ειδικά. Αλλά είναι λάθος η προσέγγιση της «από δω» πλευράς.

Το ζήτημα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ιδεολογικά, ακόμη κι αν είναι κάποιες φορές ιδεολογικό. Πρέπει να πείσουμε τους δύσπιστους, όχι να τους εκμηδενίσουμε ή να τους εξευτελίσουμε ως υπερέχοντες που «έχουμε περάσει Διαφωτισμό». Αντιμετωπίζουμε ένα πρακτικό πρόβλημα ζωής και θανάτου κατά κυριολεξία –έχει, συνεπώς, νόημα να αγωνιζόμαστε για να αποδείξουμε ότι «υπερέχουμε» και πως, όπως ο έλεγε Φαρισαίος της παραβολής, «οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης»;

Στην παρούσα συγκυρία δεν χρειάζεται να ανοίξει ένας νέος κύκλος του διχασμού που ξεκίνησε την περασμένη δεκαετία· δεν χρειάζεται κανείς κάτι τέτοιο, ούτε η κοινωνία ούτε η πατρίδα μας. Το ζήτημα είναι να επιβιώσουμε, για να μπορούμε σε τελική ανάλυση να τσακωνόμαστε μετά με την ησυχία μας, όπως συνέβαινε στα οικογενειακά τραπέζια των Χριστουγέννων τις προηγούμενες χρονιές κι όχι π.χ. να κάνουμε ανούσια επίδειξη ελευθεροφροσύνης και προοδευτισμού βάλλοντας κατά του ανοίγματος –πάντα υπό τους αναγκαίους υγειονομικούς περιορισμούς– των εκκλησιών ή να κάνουμε «ομολογιακή» επίδειξη πίστης, απολύτως κενής περιεχομένου. Όταν η βρύση στάζει, φωνάζουμε υδραυλικό. Όταν έχουμε πρόβλημα με το αυτοκίνητο, το πηγαίνουμε στο συνεργείο. Δεν στήνουμε ψευδοϊδεολογικές συζητήσεις για το αν ο υδραυλικός είναι πιστός ή μη, αν πέρασε Διαφωτισμό ή μαγουλάδες και αν του αρέσει ή όχι ο Μητσοτάκης, ο Τσίπρας ή η Γεννηματά. Η ψυχραιμία και η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης, το να μπούμε στα παπούτσια του Άλλου, είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

Κύλιση στην κορυφή