Το πρώτο παιχνίδι
Κεφάλι από κουρέλια βαλμένα μέσα σε μια κάλτσα που έχασε το ταίρι της. Σώμα, χέρια και πόδια από ξύλα. Μάτια δυο γαλάζια κουμπιά. Στόμα από κόκκινο βελούδο ύφασμα, υλικό που ήταν καμωμένο ένα παμπάλαιο φθαρμένο πουγκί, «το θησαυροφυλάκιο» της γιαγιάς. Η γιαγιά το θυσίασε. Έκοψε την απόληξή του και έφτιαξε δυο χείλη. Το υπόλοιπο πουγκί έγινε το φουστάνι της. Και νάτη η Κουμπίτσα. Η πρώτη κούκλα και συνάμα πρώτο παιχνίδι.
Το πρώτο ψέμα
Δύσκολο να θυμηθώ γιατί έλεγα διαρκώς ψέματα που δεν ήταν ψέματα. Ήταν οι αλήθειες μου μέσα από την αστείρευτη φαντασιοπληξία μου. Αν πρέπει να πω όμως ένα, θα το πω και ας μην ήταν το πρώτο. Ο πατέρας ενός συμμαθητή μου, πήγαινε συχνά στην πόλη και του έφερνε μπανάνες. Σπάνιο φρούτο εκείνη την εποχή. Έφερνε λοιπόν μπανάνα στο σχολείο και στο διάλειμμα την έτρωγε αργά και βασανιστικά για να ζηλεύουμε οι άλλοι. Σιγά τη μπανάνα, πέταξα μια φορά από τις πολλές. Στο περιβόλι μας ο πατέρας μου έχει φυτέψει μια μπανανιά τεράστια. Σε λίγο όλοι θα έχουμε μπανάνες. Το ψέμα αποκαλύφτηκε, με αποτέλεσμα να υποστώ μια ανελέητη καζούρα για μέρες.
Το πρώτο παραμύθι
Το πρώτο παραμύθι που θυμάμαι σε ζωντανή αφήγηση από τη γιαγιά μου ήταν ο μύθος των καλικαντζάρων που πριόνιζαν το δέντρο που κρατούσε όρθια τη γη. Ένεκα αυτού του παραμυθιού δεν πήγα ποτέ στις σκοτεινές γειτονιές του χωριού να πω τα κάλαντα.
Η πρώτη μέρα στο σχολείο
Μια φρίκη ζωντανή. Μόλις πεντέμισι χρονώ, σημαδεμένη στο πρόσωπο από την ανεμοβλογιά που πέρασα δυο εβδομάδες πριν αρχίσουν τα σχολεία. Όλα τα παιδιά με κοιτούσαν, όσο κράτησε ο αγιασμός έκλαιγα, η μάνα μου μού έκανε νόημα να σωπάσω και η δασκάλα που θα είχα στην πρώτη δημοτικού, η κυρία Γαληνή, μού έφερε γαλήνη σηκώνοντάς με στην αγκαλιά της, για να δείξει στους μαθητές ότι δεν ήταν και τόσο τρομερή η ασθένεια που πέρασα.
Η πρώτη φωτογραφία
Ήμουν πολύ μικρή για να θυμηθώ, αλλά μου θυμίζει τη στιγμή η ίδια η φωτογραφία. Σε μια πολυθρόνα φωτογραφείου στο Αγρίνιο, στημένη σαν κούκλα άψυχη, με τα μάτια να κοιτούν έκθαμβα το αόρατο πουλάκι.
Το πρώτο βιβλίο που διάβασα
Άρχισα να διαβάζω τα Μικρά Κλασικά Εικονογραφημένα. Δεν είμαι βέβαιη απολύτως, αλλά θαρρώ πως πρωτοδιάβασα το παραμύθι Ο Γιαννάκης και η Φασολιά, ίσως το Χάνσελ και Γκρέτελ ή Η μαγεμένη Βασιλοπούλα. Ήμουν φανατική συλλέκτρια.
Η πρώτη τιμωρία
Δε θυμάμαι να έχω υποστεί τραυματική εμπειρία από κάποια τιμωρία. Ως φαντασιόπληκτη παραμυθού με θεωρούσαν αξιαγάπητη. Φοβόμουνα τη βέργα του δασκάλου πολύ και έβρισκα πάντα κόλπα να κουκουλώνω τις αταξίες μου. Κάποια φορά μόνο η μάνα μου τράβηξε δυνατά τα κοτσίδια μου επειδή έγραψα στο περιθώριο του αναγνωστικού ένα κείμενο εναντίον του δασκάλου μου της τετάρτης δημοτικού. Επειδή έδειρε την κολλητή μου, τον καταδίκασα σε φυλάκιση στη σκοτεινή αποθήκη του σχολείου και έβαλα τους αρουραίους να ροκανίσουν τα κορδόνια από τα παπούτσια του. Ούτε έναν έπαινο δεν εισέπραξα από τη μάνα μου για το πρώτο λογοτεχνικό μου κείμενο. Το έσβησε με γομολάστιχα για να μη ρεζιλευτούμε στα μάτια του δασκάλου.
Το πρώτο κατοικίδιο
Όταν ήμουν παιδί, τα κατοικίδια δεν υπήρχαν στο χωριό με τη σημερινή έννοια. Δεν επιτρέπονταν τα ζώα να μπαίνουν στο σπίτι. Η αυλή μας ήταν γεμάτη γάτες που τις ταΐζαμε, είχαμε κότες και κοκόρια, κατσίκα με τα κατσικάκια της και έναν γαϊδαράκο γκρίζο που πέθανε σε βαθιά γεράματα.
Η πρώτη απογοήτευση
Όταν μπάζωσαν το ρεματάκι που διάβαινε μπροστά από το πατρικό μου σπίτι για να γίνει ο δημόσιος δρόμος. Εκείνο το ρέμα με τις καλαμιές και τις αλυγαριές, και τις αμέτρητες πυγολαμπίδες που τις πιάναμε την άνοιξη και τις κολλούσαμε ο ένας στα ρούχα του άλλου. Κωλοφωτιές τις λέγαμε. Έχασα τις πυγολαμπίδες, το ξύλινο γεφύρι που περνούσαμε να πάμε στο σχολείο, τις κρυψώνες και τους φόβους των ξωθιών που μπορούσαν να μας πάρουν το μυαλό και τη λαλιά. Έχασα το παραμύθι των παιδικών μου χρόνων.
Ο πρώτος έρωτας
Στα 17. Πρώτος και παντοτινός μέχρι τα σήμερα.
Το πρώτο βιβλίο που έγραψα
1981. Έφερα στον κόσμο έναν γιο και ένα βιβλίο. Δυο γέννες σε έναν χρόνο. Το βιβλίο το λένε Ένας γελωτοποιός για κλάματα. Μέσα από ένα παραμύθι ήθελα να πω στο παιδί μου πόσο δύσκολος και σκληρός είναι ο κόσμος για τους ονειρευτές. Ήμουν μόλις 21 χρονών.
Η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι κάτι πρέπει ν’ αλλάξει στην παιδική / εφηβική λογοτεχνία
Αυτό το λέω και σήμερα ακόμα μετά από 40 χρόνια δημιουργίας, όταν διαβάζω κάποιο βιβλίο που απευθύνεται στα παιδιά με τρόπο επιδερμικό, συμβουλευτικό, προπαγανδιστικό, δασκαλίστικο. Όμως όταν πιάνω στα χέρια μου ένα από τα πράγματι καλά βιβλία που γράφονται, λέω πως τελικά θα ξεσκαρτάρει το πράγμα. Στο τέλος μένει αυτό που είναι αληθινή τέχνη. Εκείνο που είναι επιτακτική ανάγκη να αλλάξει είναι η πολιτική για το βιβλίο. Να ανοίξει και πάλι το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και να επιδοτούνται οι μεταφράσεις στο εξωτερικό. Πάνω απ’ όλα, όμως, να ομογενοποιηθεί η λογοτεχνία και να μη θεωρείται το παιδικό βιβλίο το αποπαίδι της.
