Το πρώτο παιχνίδι
Δεν ήταν δωματίου, ήταν παιχνίδι αλάνας. Στην Ηφαιστειακή Νίσυρο. Κρυφτό, κυνηγητό, κουτσό, το τελευταίο γίνεται πρώτο και ξανά. Kι ακόμα, από τα πολύ πρώιμα χρόνια, παιχνίδια ποικίλα στα ηφαιστειακά θερμά νερά, μέσα στον λαβύρινθο των πέτρινων μισογκρεμισμένων λουτρών του Παντελίδη.
Το πρώτο ψέμα
Στο παιχνίδι. Πάλι σε σένα έπεσε ο κλήρος να τα φυλάξεις, τι μοναξιά κι αυτή, εσύ θέλεις να είσαι με τους άλλους στις κρυψώνες, σκαρφίζεσαι, λοιπόν, όταν δεν βρίσκεις τους κρυμμένους, το υπέρτατο ψέμα. «Η μαμά μου με φώναξε για τo βραδινό φαγητό». Φεύγεις.
Το πρώτο παραμύθι
Ήταν ο Κοντορεβυθούλης. Δεινή αφηγήτρια η μαμά σου, βεβαίως. Μα τι γονείς είναι αυτοί που εγκαταλείπουν τα παιδιά τους στο δάσος; Δεν τα αγαπούν; Δεν τα συμπονούν; Και γιατί εκείνη σου λέει και σου ξαναλέει το λυπητερό παραμύθι μες στην καλή χαρά; Γιατί δεν συγκινείται; Γιατί κλαις μόνο εσύ;
Η πρώτη μέρα στο σχολείο
Την περιμένεις πώς και πώς, τα μπάνια τελείωσαν, φέτος έχεις κάνει 75, οι παραθεριστές έφυγαν, φθινοπωρινή ησυχία στην άγονη γραμμή. Φέτος, ευτυχώς θα πας στο Σχολείο. Στο Μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο Πάλων Νισύρου. Ένας δάσκαλος, 26 μαθητές. Και οι έξι τάξεις στην ίδια στενόμακρη αίθουσα. Μια ξύλινη βιβλιοθήκη στην πλάτη του γεμάτη ντοσιέ, έγγραφα, 3-4 μαύρα κατάμαυρα βιβλία με σκληρό εξώφυλλο, το γραφείο του τοποθετημένο πάνω στην πανύψηλη έδρα, μια βέργα από σκληρό ξύλο το στολίζει, χαρτιά, καρμπόν, η γραφομηχανή. Αυστηρά πορτρέτα κακομούτσουνα στους τοίχους, «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Φοράς μπλε ποδιά με λευκό γιακά, λευκή κορδέλα στα μαλλιά. Είσαι μαθήτρια της Πρώτης Δημοτικού. Όταν τελειώσει το δικό σας μάθημα, ανακοινώνει ο δάσκαλος, θα παρακολουθείτε το μάθημα της Δευτέρας. Συνδιδασκαλία. Δύσκολο φαίνεται αλλά ωραίο ακούγεται. Όλα καινούργια.
Η πρώτη φωτογραφία
Στο Ασκληπιείο της Κω. Έχετε πάει εκδρομή με τους γονείς, τους κρατάς συνεχώς από το χέρι, παίρνετε θέση για τη φωτογραφία, στέκεσαι με πόζα ανάμεσά τους, δεξιά και αριστερά οι λαμπροί κίονες. Ντρέπεσαι μπροστά στον φακό που πάει να πει θέλεις να είσαι ωραία.
Το πρώτο βιβλίο που διάβασα
Η Πολυάννα και το παιχνίδι της χαράς/ Πόρτερ/ εκδόσεις Αιγαίο. Μαζί της η θεία Πόλυ, η κυρία Σνόου, ο γερο-Πέντλετον, ο μικρός Τζίμυ Μπεν. Σκληρό, πολύχρωμο εξώφυλλο, το όνομά της, ΠΟΛΥΑΝΝΑ, στην κορυφή με ωραία γαλάζια γράμματα. Φορά κόκκινο καρό φουστάνι και πράσινο καπέλο. Σε ενθουσιάζει. Το διαβάζεις πολλές φορές, το κουβαλάς με έναν τρόπο.
Η πρώτη τιμωρία
Στο σχολείο. «Δεν θα ξαναμιλήσω», «Δεν θα ξαναμιλήσω». Διακόσιες φορές. Όλο το απόγευμα γράφεις, με καλλιτεχνικά γράμματα, προσέχοντας ταυτόχρονα να μη βγεις από τη γραμμή, τη μισητή φράση.
Το πρώτο κατοικίδιο
Ο Μπίλυ. Φέτος έγινε 14 χρονών. Όμορφος τρυφερός, χαδιάρης, συμπονετικός. Μιλά και τραγουδά. Είναι ο καλύτερος γάτος του κόσμου. Παρά το ότι δεν ζείτε πια μαζί, είσαι πάντα δίπλα του.
Η πρώτη απογοήτευση
Σήμερα είναι σπουδαία μέρα. Δεν έχεις κοιμηθεί λεπτό. Ο πατέρας σου θα ταξιδέψει με το ημερήσιο καραβάκι στην Κω, στο πιο μεγάλο κοντινό νησί, για να σου φέρει το ποδήλατο. Το ’χετε κουβεντιάσει. Θα είναι ποδήλατο γυνακείο, που πάει να πει μεγάλο, τύπου μίνι, Ιταλικό, μάρκας Bianchi, θα είναι κίτρινο-χρυσό, θα είναι ωραίο. Είσαι 8 χρονών. Ξέρεις ακριβώς το ποδήλατο που θέλεις, αυτό που θα σου φέρει σήμερα ο πατέρας σου. Το βλέπετε κάθε μέρα στο περιοδικό. Στο mani di fata που είναι συνδρομήτρια η μαμά σου. Μα πόσο ωραίο ποδήλατο! Αυτό και κανένα άλλο.
Ο πατέρας σου αργεί, καρδιοχτυπάς, ανυπομονείς, ο πατέρας σου έρχεται. Τον βλέπεις από μακριά να το κουβαλά. Μα τι είναι αυτό; Όλα γκρεμίζονται γύρω σου. Δεν κρατήθηκε καμιά συμφωνία, το ποδήλατο που σου φέρνει, είναι κοντό, είναι μικρό, είναι παιδικό. Συμφωνήσαμε γυναικείο, είμαι μεγάλη, είμαι ψηλή, δεν είμαι παιδάκι. Είσαι δυστυχής. Του το κρατάς του πατέρα σου για πολλά χρόνια. Το καβαλάς, εν τούτοις, το επόμενο πρωί ανεβάζεις τη σέλα, ψηλώνει αυτό, αλλά η ουσία δεν αλλάζει, έχεις για κάποια χρόνια ένα ποδήλατο κοντό, μίνι -bianchi, κίτρινο -χρυσό με ανεβασμένη τη σέλα. Ένα ποδήλατο μικρομέγαλο. Τα ποδήλατα που ακολούθησαν στη ζωή σου ήταν ακριβώς όπως τα είχες ονειρευτεί.
Ο πρώτος έρωτας
Εκεί, ανάμεσα στα παιχνίδια, στο κρυφτό και στο κυνηγητό, στα θρανία του μονοθέσιου Δημοτικού. Υπάρχει παιδικός έρωτας; Υπάρχει και παραϋπάρχει.
Το πρώτο βιβλίο που έγραψα
Δεν είναι αυτό που εκδόθηκε πρώτο. Το έγραφες πολλά χρόνια, το διόρθωνες άλλα τόσα. Πέταξες με την καρδιά σου ό,τι πίστευες πως περίσσευε. Μετά από μια μεγάλη σειρά ανολοκλήρωτων κειμένων, αισίως το ολοκλήρωσες. Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του Κέδρου. Πολυφωνικό αφήγημα. Η καθημερινότητα μιας οικογένειας μεταναστών, στο ξεκίνημα της νέας τους ζωής στη Ρόδο. Ο Γκεζίμ ή Ανδρέας, η μητέρα του Ευγενία, ο πατέρας του Αγκρόν, εκφωνούν την οικογενειακή και ατομική ιστορία τους. Η νοσταλγία, τα πένθη, οι ποικίλες απώλειες, τα βάσανα και οι μικροχαρές, παράλληλα με τον καθημερινό μόχθο για την επιβίωση και τον αγώνα της προσαρμογής και της ένταξης στη νέα πατρίδα. Πιάνεις Χώμα.
Η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι κάτι πρέπει να αλλάξει στην παιδική /εφηβική λογοτεχνία
Τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο πολύ, το κακό, το φθηνό, το μη λογοτεχνικό, αποσύρεται, σαν να γίνεται ένα φυσικό ξεδιάλεγμα, για να δώσει τη θέση του σε ωραία κείμενα που χαίρεται κανείς να τα διαβάζει. Ο διδακτισμός όλο και χάνει έδαφος και η ελεύθερη χωρίς καταναγκασμούς γραφή είναι εκείνη που δείχνει τον δρόμο. Φαίνεται να γίνεται συνείδηση ότι το βιβλίο για παιδιά δεν είναι ένα δημιουργικό σχολικό μάθημα, ούτε η ανάπτυξη ενός επίκαιρου θέματος, ότι γράφοντας λογοτεχνία δεν στοχεύεις ούτε σκοπεύεις, αλλά εμπλέκεσαι ολόκληρος σε μια περιπέτεια με άγνωστη έκβαση, και ότι μόνο μακριά από αυτές τις αγκυλώσεις θα αναδυθούν κείμενα απολαυστικά όπου τα παιδιά θα «χαθούν» εντός τους, θα διασκεδάσουν, θα συγκινηθούν, θα στοχαστούν, θα θελήσουν ξανά και ξανά, και πού ξέρεις, καμιά φορά συμβαίνει, κάποια από αυτά θα γίνουν και αναγνώστες.
