Το πρώτο παιχνίδι
Το πρώτο μου παιχνίδι ήταν ένα παπούτσι.
Ένα παπούτσι-λαγουδάκι. Δώρο μιας θείας, όταν ήμουνα μωρό.
Το κρατούσα σφιχτά στην αγκαλιά μου και μ’ έπαιρνε ο ύπνος. Κι αν τύχαινε να πέσει από την κούνια, ξεσήκωνα τη γειτονιά με το κλάμα μου.
Ακόμη κι όταν άρχισα να μπουσουλάω, δεν το αποχωριζόμουν.
Δεν ξέρω αν η πρώτη λέξη που είπα ήταν «μαμά» ή «καπαπούτσι», γιατί έτσι το έλεγα. Ήταν για μένα το μεταβατικό αντικείμενο κατά Winnicott.
Αυτά τα παπούτσια δεν τα φόρεσα ποτέ.
Το πρώτο ψέμα
Κι εκεί που ετοιμαζόμουν για την πρώτη δαγκωνιά κι ήμουν όλο χαρά, μαμά, το χωνάκι μου έγινε πύραυλος και χάθηκε στον ουρανό. Μάλλον γι’ αυτό το λένε πύραυλο. Πού να το φανταστώ…
Εντάξει, μαμά, δεν έγινε πύραυλος. Εκεί που το κρατούσα, μου επιτέθηκε ένας γλάρος. Χραπ… το άρπαξε με το ράμφος του και χάθηκε στον ουρανό…
Εντάξει, μαμά, δεν το άρπαξε γλάρος. Ήθελα να δείξω στη νονά πόσο την αγαπώ κι άνοιξα τα χέρια μου σε μια τεράστια αγκαλιά και –τσουπ– έφυγε από το χέρι μου –δεν ξέρω πώς– και το άρπαξε μια γάτα που την κυνηγούσε ένας σκύλος και ήταν πολύ γρήγοροι και οι δύο και δεν τους πρόλαβα. Δεν έφαγα ούτε μπουκιά. Θα μου πάρεις άλλο; Σε παρακαλώ.
Η μαμά δεν με πίστεψε φυσικά, αλλά μου πήρε και δεύτερο παγωτό. Γελούσε με τις ιστορίες μου.
Το πρώτο παραμύθι
Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν το πρώτο παραμύθι που άκουσα.
Από τότε μου άρεσε το κόκκινο.
Με γοήτευε ότι διέσχιζε μόνη της το δάσος χωρίς να φοβάται.
Το διαβάζαμε ξανά και ξανά ώσπου το έμαθα απέξω.
Κι ύστερα παίζαμε το «Λύκε, Λύκε, είσαι εδώ;» και γινόμουν λύκος.
«Παίρνω το μπαστούνι μου και σας κυνηγώ».
Και δώσ’ του γέλια και κυνηγητό γύρω από το τραπέζι του σαλονιού.
Η πρώτη μέρα στο σχολείο
Η μαμά μού είχε φορέσει το αγαπημένο μου φόρεμα, ένα πράσινο με δαντέλα, για να με πείσει να πάω μαζί της στο νηπιαγωγείο.
Με άφησε στην πόρτα του με μια υπόσχεση. Μια βόλτα στην παιδική χαρά μετά. Μια γιγάντια μαύρη μπάλα με χέρια και πόδια μ’ έβαλε να καθίσω δίπλα σε μια μικρή μαλλιαρή μπάλα που έκλαιγε και ήταν μες στις μύξες.
Η μαύρη μπάλα που την έλεγαν Αθανασία και ήταν η δασκάλα μας έγραψε κάτι στον πίνακα και μας ζήτησε να το αντιγράψουμε.
Κοιτούσα τον πίνακα με αυτά τα περίεργα μικροσκοπικά πλασματάκια που με κοιτούσαν κι αυτά περίεργα.
Η κυρία Αθανασία σημείωσε σοβαρή τα ονόματά μας.
Δεν θυμάμαι να κουνήθηκα όλη τη μέρα από τη θέση μου.
Κι αν τα παράξενα αυτά πλασματάκια με τιμωρούσαν που τα αγνόησα;
Κι αν η αγέλαστη μαύρη μπάλα με κρατούσε φυλακισμένη εδώ για πάντα;
Κι αν η διπλανή μου λέρωνε το καλό μου φόρεμα με τις μύξες της;
Στο χαρτί μου είχα ζωγραφίσει την παιδική χαρά, εμένα και τη μαμά.
Και δεν άφηνα κανέναν να το αγγίξει.
Η πρώτη φωτογραφία
Θα πρέπει να ήμουν δύο χρονών όταν μου βγάλανε την πρώτη επαγγελματική φωτογραφία.
Ένα μουστάκι με έναν κύριο με ανέβασε όρθια σε μια πανύψηλη καρέκλα. Στεκόμουν στην άκρη ενός γκρεμού. Μόνη μου. Δεν τα πήγαινα καλά με τα ύψη. Ο μπαμπάς, ανήσυχος, κινήθηκε προς το μέρος μου αλλά τον σταμάτησε το μουστάκι.
Για να βγει ωραία η φωτογραφία, το μουστάκι μου έδωσε να κρατάω ένα πουλί. Δεν κουνιόταν. Καθόλου. Χάζευα με απορία το ράμφος του, τα φτερά του.
-Κοίτα το πουλάκι, είπε ο κύριος φωτογράφος. Όχι αυτό που κρατάς, αυτό εδώ, συνέχισε κι έδειξε τον φακό της μηχανής.
Εγώ όμως δεν έβλεπα κανένα πουλάκι. Κι αυτό που είχα στο χέρι μου δεν κελαηδούσε, ούτε έλεγε να πετάξει.
Στο παιδικό μου μυαλό, το μουστάκι δεν ήξερε τι του γινόταν.
Το πρώτο βιβλίο που διάβασα
Το πρώτο βιβλίο που διάβασα μόνη μου ήταν ο Πήτερ Παν.
Το αγάπησα αυτό το αγόρι. Με μια χαρούμενη σκέψη μπορούσε να πετάξει. «Κάνε μια χαρούμενη σκέψη», μου έλεγε όποτε ήμουν στεναχωρημένη και μου έκλεινε πονηρά το μάτι.
Έκλεινα τότε κι εγώ τα μάτια και σκεφτόμουν δελφίνια και θάλασσες κι άνοιγα τα χέρια διάπλατα.
Τα πόδια παρέμεναν πεισματικά κολλημένα στη γη.
Εγώ όμως ήμουν πολύ μακριά. Πετούσα. Πετούσα και χαμογελούσα.
Η πρώτη τιμωρία
Αρχή της πρώτης χρονιάς στο Μεγάλο Σχολείο.
Έγινα αμέσως φίλη με τη διπλανή μου στο θρανίο.
Όταν τελειώναμε την εργασία που μας έβαζε η κυρία Ναυσικά, –τι άλλο να κάνουμε;– μιλούσαμε.
Κι επειδή την τελειώναμε γρήγορα την εργασία, μιλούσαμε πολύ. Πάρα πολύ.
Γαλιάντρες μας έλεγε η κυρία και μας έκανε παρατήρηση. Συνέχεια. Εμείς όμως… την κουβέντα μας.
Είδε και απόειδε και μια μέρα δεν άντεξε. Μας έβαλε τιμωρία. Όρθιες. Εμένα στη μία άκρη του πίνακα και την Τασούλα στην άλλη. Και… συνεχίσαμε να μιλάμε.
-Θα σας βάλω στο υπόγειο με τα ποντίκια! είπε απελπισμένη.
Η απειλή όμως δεν έπιασε, παρ’ όλο που το μόνο ποντίκι που συμπαθούσαμε ήταν ο Μίκυ Μάους.
-Καθίστε στη θέση σας, είπε στο τέλος σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. Κάτι άλλο πρέπει να βρω να κάνω με εσάς, ατρόμητες γαλιάντρες.
Το πρώτο κατοικίδιο
Δεν είχα ποτέ. Όταν ήμουν παιδί, ζούσαμε σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Αθήνα.
Η πρώτη απογοήτευση
-Μα, μου το υποσχέθηκες. Περίμενα όλη τη βδομάδα να έρθει η Κυριακή να τους δείξω τα παιχνίδια μου. Δεν είναι δίκαιο.
-Γιωτούλα, ο αδερφός σου είναι άρρωστος. Θέλει ιδιαίτερη φροντίδα και προσοχή. Να μην κολλήσουν και οι φίλες σου, ε; Όταν γίνει καλά, θα έρθουν και θα κάνουμε ένα μικρό πάρτι. Λίγη υπομονή και θα περάσουμε ωραία.
Ό,τι και να έλεγε η μαμά, εμένα το μυαλό μου ήταν στην Κυριακή που θα την περνούσα στο σπίτι χωρίς τις φίλες μου. Παρέα με την κυρία αεροβλογιά.
Ο πρώτος έρωτας
Εκείνο το αγόρι είχε μάτια από σμαράγδι. Τα μαλλιά του είχαν το χρώμα του ήλιου και το χαμόγελό του τη λάμψη του. Δεν μιλούσε πολύ.
Όταν μου χάριζε τις ζωγραφιές του, χόρευαν αστέρια γύρω μου. Με ζωγράφιζε πάντα μ’ ένα κιτρινοπράσινο φόρεμα και είχα ρόδα στα μαλλιά.
Κι εγώ του πήγαινα πέτρες. Πέτρες παράξενες. Και φύλλα. Φύλλα ιδιαίτερα. Και χρωματιστά χαρτάκια. Ό,τι μου φαινόταν όμορφο για να το μοιραστώ με το πιο όμορφο αγόρι στην τάξη.
Κι εκείνος τα δεχόταν σιωπηλά και το πρόσωπό του φεγγοβολούσε.
Και μου κρατούσε το χέρι όσο κρατούσε το παραμύθι της κυρίας.
Ζούσαμε το δικό μας παραμύθι.
Το πρώτο βιβλίο που έγραψα
Το πρώτο βιβλίο που έγραψα και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ωρίων ήταν ένα θεατρικό έργο για παιδιά, με τίτλο Παραμυθορουφήχτρα. Προέκυψε αυθόρμητα από τη μεγάλη αγάπη μου για τα παραμύθια, με σκοπό να ανέβει τότε από την παιδική θεατρική ομάδα του 99ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών.
Ο δόκτωρ Μπαμπέσης Πανουργίδης μισεί τα παραμύθια, γιατί χάνει πάντα στο τέλος. Έτσι, κατασκευάζει δυο σατανικές μηχανές, την Παραμυθορουφήχτρα και τη Μηχανή του Παραμυθοκιμά. Τα κάνει παραμυθοκεφτέδες και τα τρώει για να τα εξαφανίσει. Θα καταφέρουν τα παραμύθια να βρουν τρόπο να γλιτώσουν από το στομάχι του Δόκτορα;
Η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι κάτι πρέπει ν’ αλλάξει στην παιδική/εφηβική λογοτεχνία
Ήταν όταν εργάστηκα για πρώτη φορά ως νηπιαγωγός. Έχοντας αδυναμία στα βιβλία, το πρώτο πράγμα που έκανα –όπως και κάθε χρονιά από τότε, σε όλα τα σχολεία που έχω τοποθετηθεί– ήταν να εξερευνήσω και να οργανώσω τη βιβλιοθήκη.
Διάβασα όσα παιδικά βιβλία δεν γνώριζα και διαπίστωσα ότι ήταν ελάχιστα αυτά στα οποία εικόνα και κείμενο εξιστορούσαν μαζί την ιστορία, έχοντας μια υψηλή αισθητική. Σε πολλά η εικονογράφηση υπερτερούσε ενός αδιάφορου, διδακτικού κειμένου ή ήταν εξίσου κακή με αυτό. Ελάχιστες ήταν επίσης οι περιπτώσεις που συνέβαινε το αντίστροφο.
