Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκος

Ἕλενα Χατζόγλου

Οἱ «συναντήσεις» καὶ τὸ νόημά τους στὴ Λογοτεχνία

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ λογοτεχνικὰ μοτίβα ποὺ ἔχει χρησιμοποιηθεῖ διαχρονικὰ ἀπὸ πολλοὺς συγγραφεῖς καὶ γιὰ ποικίλους λόγους, ὅπως θὰ ἀναδειχθεῖ στὴ συνέχεια, εἶναι ἡ «συνάντηση» μεταξὺ προσώπων. Μία συνάντηση μπορεῖ νὰ εἶναι προγραμματισμένη ἢ τυχαία, νὰ ἀφορᾶ πραγματικὰ πρόσωπα ἢ νὰ ἐξελίσσεται στὸ πλαίσιο μιᾶς ἀλληγορίας καὶ νὰ σχετίζεται μὲ προσωποποιημένα ὄντα· ἀκόμη μπορεῖ νὰ συνδέεται μὲ κάποιο συγκεκριμένο αἴτημα τῶν ἡρώων ἢ νὰ ἀποσκοπεῖ ἁπλῶς στὸ νὰ ἐμπλουτίσει τὸ κείμενο προάγοντας τὴν πλοκή. Σὲ κάθε περίπτωση εἶναι συνυφασμένη μὲ ἕνα ἰδιαίτερο νόημα, συνήθως βαθὺ καὶ οὐσιαστικό, γιατὶ ἀφορᾶ πρόσωπα ποὺ πάλλονται ἀπὸ ζητήματα ὑπαρξιακὰ καὶ ἡ ζωή τους μέσῳ μιᾶς «μοιραίας» συνάντησης παίρνει ἄλλη διάσταση, καθὼς εἰσέρχεται σὲ ἕναν χῶρο διϋποκειμενικότητας καὶ ἀλληλεπίδρασης.

Σύμφωνα μὲ τὸν μεγάλο Ἀργεντινὸ συγγραφέα Χόρχε Λουὶς Μπόρχες, «οἱ τυχαῖες συναντήσεις εἶναι ραντεβού»[1], δηλαδὴ οἱ τυχαῖες συναντήσεις δὲν εἶναι προϊόντα «τυχαιότητας», διότι ἐμπεριέχουν κάποιο βαθύτερο νόημα καὶ ἐπισυμβαίνουν χωρὶς ἐμφανὴ αἰτιότητα μέν, ἀλλὰ ὄχι χωρὶς σκοπό. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἀποτελοῦν «ραντεβοὺ» μὲ ἕνα πρόσωπο, ποὺ γίνεται φορέας κάποιων ἀναγκαίων ἰδιοτήτων, μιᾶς βαθύτερης ἀλήθειας τὴν ὁποία χρειάζεται νὰ βιώσει τὸ ἄτομο (τὸ ἕνα, ἀλλὰ συνήθως καὶ τὰ δύο) προκειμένου νὰ ἀφυπνιστεῖ ἢ νὰ ἐνεργοποιηθοῦν ἐντός του ὁρισμένες ἰδιότητες/ποιότητες λανθάνουσες μέχρι τότε. Ἄλλωστε ἡ ζωὴ συνιστᾶ ἕνα ἐνδοκοσμικὸ ταξίδι μέσα ἀπὸ ποικίλα «τοπία», φυσικοῦ ἢ ἀνθρωπολογικοῦ ἐνδιαφέροντος.

Μὲ τὸ θέμα αὐτὸ τῆς τυχαιότητας τῶν συναντήσεων, ὅπως καὶ τῶν συμπτώσεων γενικά, στὴν εὐρύτητά του, ἀσχολήθηκε ὁ κορυφαῖος ψυχαναλυτὴς Carl Gustav Jung στὸ ἔργο του Συγχρονικότητα. Ὁ ἀόρατος κοσμικὸς ἱστός, ὅπου ὑποστηρίζει μεταξὺ ἄλλων ὅτι ἀρκετὲς φορὲς τὴν αἰτία τῶν πραγμάτων δὲν μποροῦμε νὰ τὴν προσεγγίσουμε μὲ διανοητικοὺς ὅρους. Κατὰ συνέπεια, πολλὲς ἀπὸ τὶς τυχαῖες συμπτώσεις δὲν ὑπόκεινται σὲ μία αἰτιατὴ ἑρμηνεία ἀλλὰ συνιστοῦν «νοήμονες διευθετήσεις» ἢ ἀκόμη καὶ «δημιουργικὲς πράξεις» κατὰ τὴν πλοκὴ ἑνὸς σχεδίου ποὺ ἐνδέχεται νὰ γίνει ἀντιληπτὸ ὑστερογενῶς. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ φαινόμενα τῆς συγχρονικότητας καὶ τῶν συμπτώσεων θὰ πρέπει νὰ γίνονται κατανοητὰ ὡς μία «ἰδιαίτερη τάξη φυσικῶν φαινομένων»[2]. Συναφῶς διαπιστώνεται ὅτι «ὑπάρχει μία λανθάνουσα λογικὴ σὲ ὅλα τὰ πράγματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ ἰδέα ποὺ βρίσκεται πίσω ἀπὸ κάθε νοήμονα σύμπτωση»· καὶ μάλιστα, «ὅπου ἐπικρατεῖ το νόημα, προκύπτει ἡ τάξη»[3].

Τὸ νόημα ὅμως τὸ προσδιορίζει ὁ νοῦς· γι’ αὐτὸ καὶ οἱ συναντήσεις, ὅπως καὶ οἱ συμπτώσεις, μποροῦν νὰ τυγχάνουν νοητικῆς ἐπεξεργασίας ἀνάλογα μὲ τὴ νοητικὴ κατάσταση καὶ τὴν προθετικότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ἔτσι, πιθανὸν πολλὲς τυχαῖες συναντήσεις δὲν ἑρμηνεύονται μὲ ὅρους φυσικῶν ἐπιστημῶν, ὅμως συνιστοῦν κοινωνικὰ φαινόμενα ποὺ ὑπόκεινται σὲ νοητικὴ ἐπεξεργασία[4]. Μία τέτοια δυνατότητα προσφέρει ἡ λογοτεχνία ‒ἀλλὰ καὶ ἡ ἴδια ἡ ζωὴ‒ μέσα ἀπὸ τὶς πάμπολλες «συναντήσεις» ποὺ παρουσιάζει.

Ἡ συνάντηση, εἰδικὰ ὅταν εἶναι ἀπρογραμμάτιστη, γίνεται συνήθως αἰφνιδίως (ex abrupto) καὶ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸ στοιχεῖο τῆς ἔκπληξης. Τὸ ἀπρόσμενο στοιχεῖο σὲ ἕνα ἀφηγηματικὸ κείμενο συντηρεῖ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἀναζωογονεῖ τὴν πλοκή. Αὐτὸ εἶναι ἕνα πρῶτο λογοτεχνικὸ ὑπόστρωμα, πάνω στὸ ὁποῖο βρίσκουν ἔδαφος δευτερογενῆ συναισθήματα. Οἱ ἀναγνῶστες συχνὰ ταυτίζονται μὲ τὶς προσωπικὲς ἐμπειρίες ποὺ προκαλοῦνται κατὰ τὶς συναντήσεις, ἰδίως τὶς τυχαῖες, καὶ ἀναμένουν τὴ συνέχεια ποὺ ἀφορᾶ τὴ διαχείριση καὶ τὴν ἐξέλιξή τους. Ἀκόμη καὶ ἡ τραγικότητα συνυφαίνεται μὲ τὴ συνάντηση, διότι ὁ ἥρωας δὲν ἔχει προαποφασίσει γι’ αὐτὴν καὶ ἐνδέχεται κατὰ τὴν ἐξέλιξή της νὰ συγκρουστοῦν ἡ «μοίρα» μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή του.

Μία περίπτωση αἰφνίδιας ἔκπληξης κατὰ τὴ συνάντηση τοῦ ἀφηγητῆ πιλότου μὲ τὸν μικρὸ πρίγκιπα περιγράφεται στὴ νουβέλα τοῦ Ἀντουὰν ντὲ Σαὶντ Ἐξυπερὺ (Antoine de Saint-Exupéry), Ὁ Μικρὸς Πρίγκιπας. Αὐτὸ τὸ φιλοσοφικὸ καὶ συμβολικὸ παραμύθι πραγματεύεται μὲ τρόπο ἀλληγορικὸ τὴ φιλία ποὺ ἀναπτύσσεται ἀνάμεσα στὰ δύο πρόσωπα, ἐνῶ παράλληλα θέτει διάφορους προβληματισμοὺς σχετικὰ μὲ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, τὴ ζωή, τοὺς χαρακτῆρες καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἐν γένει. Κατὰ τὴν ἐναρκτήρια «συνάντηση» τοῦ παραμυθιοῦ, ὁ ἀφηγητής, ποὺ ἔχει πέσει μὲ τὸ ἀεροπλάνο του στὴν ἔρημο Σαχάρα, ἀντικρίζοντας τὸν παράξενο «ἐξωγήινο» μικρὸ πρίγκιπα ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Ἔτσι ἔζησα μόνος, δίχως κανέναν ποὺ νὰ μπορῶ νὰ κουβεντιάσω μαζί του πραγματικά, ὥσπου τὸ ἀεροπλάνο μου ἔπαθε μιὰ βλάβη στὴν ἔρημο τῆς Σαχάρας… Ἦταν γιὰ μένα ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου… Τὸ πρῶτο βράδυ λοιπὸν ἀποκοιμήθηκα πάνω στὴν ἄμμο, χίλια μίλια μακριὰ ἀπὸ κάθε κατοικημένη γῆ. Ἤμουν πολὺ πιὸ ἀπομονωμένος ἀπὸ ἕνα ναυαγὸ πάνω στὴ σχεδία του μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ὠκεανοῦ. Φαντάζεστε λοιπὸν τὴν ἔκπληξή μου, τὰ χαράματα, ὅταν μιὰ μικρὴ ἀλλόκοτη φωνὴ μὲ ξύπνησε… Τινάχτηκα πάνω σὰ νὰ μὲ εἶχε βαρέσει ἀστροπελέκι… Κοίταξα καλὰ-καλά. Καὶ εἶδα ἕνα τόσο δά, ἐντελῶς παράξενο ἀνθρωπάκο ποὺ μὲ κοιτοῦσε μὲ σοβαρότητα… Κοίταζα λοιπὸν αὐτὴ τὴν ὀπτασία γουρλώνοντας τὰ μάτια ἀπὸ κατάπληξη… Ὅταν τὸ μυστήριο σὲ ξαφνιάζει ὁλόκληρο, τότε δὲν ἔχεις καὶ τὴν τόλμη νὰ παρακούσεις»[5].

Ἡ ὑποχρεωτικὴ μοναξιὰ τοῦ ἀφηγητῆ στὴν ἔρημο φαίνεται ὅτι διαμόρφωσε τὶς προϋποθέσεις τῆς συνάντησης καὶ εὐνόησε τὴν ἑδραίωση τοῦ νοήματός της. Κατ’ ἐπέκταση μιὰ σημαντικὴ συνάντηση εὐδοκιμεῖ ὅταν διαδραματίζεται σὲ ἕνα βιωματικὸ πεδίο ἀποκαθαρμένο ἀπὸ κάθε τὶ περιττό, ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ ἀνούσιου· καὶ τοῦτο γιατὶ ἀπαιτεῖ τὴν ἑστίαση στὸ νόημά της ὡς προτεραιότητα ἐκείνη τὴ στιγμή. Ἡ συνάντηση ἐδῶ ἀποτελεῖ στάδιο μιᾶς μυητικῆς ἀναζήτησης καὶ θέτει ἕνα πρωταρχικὸ πρόβλημα, αὐτὸ «τῆς ἔλλειψης ἐπικοινωνίας μεταξὺ τῶν συνειδήσεων: οἱ ἄνθρωποι στέκονται στὴν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων χωρὶς νὰ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν οὐσία»[6]. Ἔτσι, μέσα ἀπὸ μία ἄλλη συνάντηση τοῦ βιβλίου, αὐτὴ τοῦ πρίγκιπα μὲ τὴν ἀλεπού, προκύπτει ὅ,τι συνιστᾶ τὴν οὐσία τῆς φιλίας καὶ γενικὰ τῶν ἀνθρώπινων σχέσεων: «Νὰ τὸ μυστικό μου. Εἶναι πολὺ ἁπλό: Μόνο μὲ τὴν καρδιὰ βλέπεις καλά. Τὴν οὐσία δεν τὴ βλέπουν τὰ μάτια»[7]. Κάτι ἀνάλογο ἐπισημαίνει καὶ ὁ μεγάλος Πέρσης ποιητὴς Ρουμί: «Γιὰ νὰ ἀνακαλύψεις τὸν πραγματικὸ ἑαυτὸ τῶν φίλων σου, πρέπει νὰ πᾶς πέρα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ μοιάζει προφανὲς καὶ νὰ ἐμβαθύνεις περισσότερο στὴν οὐσία τους, γιὰ νὰ μπορέσεις ν’ ἀντικρίσεις τὸ καθαρὸ διαμάντι μέσα στὴν καρδιά τους»[8].

Ἀλλὰ ἡ ἐπιτυχία τοῦ μυητικοῦ ταξιδιοῦ τῆς συνάντησης μὲ τὸν «ἄλλο» προϋποθέτει ὡς πρῶτο βῆμα τὴ συνάντηση μὲ τὸν ἑαυτό μας: νὰ συγκεντρωθοῦμε σ’ αὐτὸν καὶ νὰ τὸν γνωρίσουμε. Αὐτὸ τὸ εἶδος ἐνδοπροσωπικῆς συνάντησης συντελεῖται στὸν «πλανήτη» ποὺ ὁ καθένας φέρει μέσα του. Ὁ ἑαυτός μας εἶναι ὁ τόπος ὅπου ἀνακαλύπτουμε «τὸ ὡραῖο, τὸ οἰκουμενικό, τὸ τρωτὸ καὶ τὴ δύναμη τῆς ζωῆς, τὴ θλίψη, τὴν ἀπογοήτευση, τὸν παραλογισμό, τὴ χαρά, τὸν ἔρωτα, τὴ ζωὴ τοῦ νοήματος»[9].

Μία ἄλλη, ἐπίσης ἀλληγορική, συνάντηση ἔχει ἀποτυπωθεῖ στὸ φανταστικὸ διήγημα τοῦ Κριστιὰν Μπομπὲν μὲ τίτλο: Ὁ σχοινοβάτης. Ὁ ἀφηγητὴς περιγράφει τὶς συναντήσεις του μὲ ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος εἶχε κεφάλι ἀλόγου καὶ ἐργαζόταν προηγουμένως σὲ τσίρκο ὡς σχοινοβάτης· τὸν ἀντίκρισε γιὰ πρώτη φορὰ κατὰ τὶς μοναχικὲς περιηγήσεις του στὴν ἐξοχή: «Ἦταν χειμώνας. Περπατοῦσα σὲ ἕναν ἐξοχικὸ δρόμο. Ἔκανα συχνὰ αὐτὸν τὸν περίπατο, πάντοτε στὸ ἴδιο μέρος. Ἡ γῆ, ὅπως κι ὁ οὐρανός, εἶναι ἄφθαρτη. Πάντοτε κάτι καινούργιο, πάντοτε μιὰ ἔκπληξη σὲ περιμένει»[10].

Αὐτὲς οἱ συναντήσεις ἔλαβαν χώρα κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ἀποφασιστικῆς καμπῆς στὴ ζωὴ τοῦ ἀφηγητῆ, ὅταν ἡ μοναξιὰ καὶ ἡ ἀπόλυση ἀπὸ τὴν ἐργασία του εἶχαν δημιουργήσει μία διαβρωτικὴ κατάσταση μέσα στὴν ὁποία προσπαθοῦσε νὰ «ἰσορροπήσει». Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι γιὰ τὴ διαχείριση τῆς προσωπικῆς του «σχοινοβασίας» καὶ τὴν ἐξισορρόπησή της ἐμφανίστηκε ὡς ἀρωγὸς ἕνας πρώην σχοινοβάτης. Οἱ συζητήσεις μεταξὺ τῶν δύο «φίλων» θυμίζουν πλατωνικοὺς διαλόγους μὲ θέματα ὅπως ὁ ρόλος τῆς ποίησης στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἡ χαρὰ τῆς ἀνάγνωσης τῶν βιβλίων, ἡ ἀνακάλυψη τῆς ἄνοιξης, ποὺ στὴν ἀντίληψη τοῦ σχοινοβάτη δὲν σχετίζεται κατ’ ἀνάγκη μὲ τὴν ἐποχὴ τοῦ χρόνου ἀλλὰ μὲ τὸ ἄνοιγμα τῶν αἰσθήσεων στὰ ἁπλὰ πράγματα.

Μὲ τὸν παράξενο φίλο του ὁ ἀφηγητὴς συναντήθηκε ἀρκετὲς φορές· οἱ συναντήσεις γίνονταν κάθε φορὰ μέσα στὸ κλίμα τῆς «ἀπόκοσμης» εὐγένειας τοῦ παράξενου φίλου καὶ ἡ οἰκειότητα μεταξύ τους περιβαλλόταν ἀπὸ μία πνευματικότητα, ἀνάλογη μὲ τὸ περιεχόμενο τῶν συζητήσεών τους. Ἔτσι, ὅταν ὁλοκληρώθηκε ὁ σκοπὸς τῶν συναντήσεών τους, ὁ κάθε φίλος τράβηξε τὸν δρόμο του.

Ἄλλα παραδείγματα αὐτοῦ τοῦ λογοτεχνικοῦ μοτίβου ὑπάρχουν πάρα πολλά. Ἡ συνάντηση στὴ λογοτεχνία διαπλάθεται μέσα σὲ ποικίλα συγκείμενα καὶ νοηματικὰ συμφραζόμενα. Ἐνδέχεται, γιὰ παράδειγμα, νὰ ἀφορᾶ ἄτομα ἀπὸ διαφορετικὰ κοινωνικὰ στρώματα καὶ νὰ γίνεται φορέας ἀνάδειξης ἀνισοτήτων ἢ τῆς ἀνάγκης γιὰ ἀμφισβήτηση τῶν κοινωνικῶν συμβάσεων. Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ θεματικὸ ὑπόβαθρο πολλῶν ρομαντικῶν μυθιστορημάτων τοῦ 19ου αἰώνα, ὅπου ἡ συνάντηση ἦταν συνυφασμένη μὲ αἰσθηματικὲς ἱστορίες, ἀτελέσφορες τὶς περισσότερες φορές, ὅπως στὰ ἔργα: Ἀλέξανδρου Δουμᾶ, Ἡ Κυρία μὲ τὶς Καμέλιες· Ἔμιλυ Μπροντέ, Ἀνεμοδαρμένα Ὕψη· Γκυστὰβ Φλωμπέρ, Μαντὰμ Μποβαρύ· Σαρλὸτ Μπροντέ, Τζέην Ἔυρ· Τζέην Ὄστεν, Περηφάνια καὶ Προκατάληψη κ.ἄ. Τέτοιες συναντήσεις ἀνάγονται βέβαια στὸ ἐμβληματικὸ λογοτεχνικὸ κείμενο τοῦ Σαίξπηρ, Ρωμαῖος καὶ Ἰουλιέτα καὶ διευρύνουν ἕναν συγκεκριμένο θεματικὸ πυρήνα, αὐτὸν τῆς ματαιότητας, ποὺ προκύπτει πολλὲς φορὲς ὅταν γίνεται προσπάθεια νὰ ὑπερβαθοῦν παγιωμένα κοινωνικὰ στερεότυπα.

Μάλιστα, ἡ κοινωνικὴ ἀνισότητα ποὺ ἀναδύεται μέσα ἀπὸ τὶς συναντήσεις τονίζεται ἀκόμη περισσότερο σὲ σατιρικὰ κείμενα λόγῳ τῆς ὑπερβολῆς ποὺ τὰ χαρακτηρίζει. Ἰδιαίτερο παράδειγμα ἀποτελεῖ τὸ διήγημα τοῦ Ἄντον Τσέχωφ Ὁ παχὺς καὶ ὁ ἀδύνατος, τὸ ὁποῖο ξεκινάει μὲ τὴν τυχαία συνάντηση δύο παλιῶν συμμαθητῶν, ἑνὸς μυστικοσύμβουλου (Παχὺς) καὶ ἑνὸς κατώτερου τμηματάρχη (Ἀδύνατος) σὲ ἕναν σιδηροδρομικὸ σταθμό. Ἡ συνάντηση γίνεται ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἀναδειχθεῖ ἡ μεγάλη κοινωνικὴ διάσταση ποὺ ἔχει συντελεστεῖ μεταξύ τους σὺν τῷ χρόνῳ, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐνισχύονται τὰ συναισθήματα ὑπεροχῆς καὶ δουλικότητας ἑκατέρωθεν. Τὰ λόγια ποὺ ἀνταλλάσσονται, συνδεόμενα μὲ τὴν πρόδηλη ταξικὴ διαφορά, ἐπιβεβαιώνουν τὴ ρηχότητα τῆς συνάντησης, ἡ ὁποία δὲν ὑπεισέρχεται σὲ βαθύτερο συνειδησιακὸ ἐπίπεδο, καθὼς ἐπικαλύπτεται ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ προσωπεῖο ποὺ προβάλλουν οἱ δύο συμμαθητές. Ἡ σάτιρα χρησιμοποιεῖ ἐδῶ τὴ «συνάντηση» ὡς ἐργαλεῖο προκειμένου νὰ τονίσει τὰ ἐπιφανειακὰ κριτήρια ποὺ διέπουν τὶς κρίσεις καὶ τὶς συγκρίσεις, ὅταν περιορίζονται ἀμιγῶς στὰ κοινωνικὰ συμφραζόμενα· ἐξ οὗ καὶ ἡ ἔμφαση στὸν διαμετρικὰ ἀντίθετο σωματότυπο τῶν δύο συμμαθητῶν ‒παχὺς καὶ ἀδύνατος‒ κατὰ τὴ διατύπωση τοῦ τίτλου τοῦ ἔργου. Αὐτὴ ἡ πρόταξη τῶν σωματικῶν χαρακτηριστικῶν ὑποδηλώνει τὴν προτεραιότητα ποὺ λαμβάνουν τὰ ἐξωτερικὰ καὶ ἐπιφανειακὰ κριτήρια σὲ μία ἀνθρώπινη συνθήκη ἡ ὁποία ἀρκεῖται μόνο στὰ ἐπιφαινόμενα.

Μία ἄλλη συνάντηση κινούμενη στὸν χῶρο τῆς ἀλληγορίας καὶ τοῦ φιλοσοφικοῦ-ὑπαρξιακοῦ προβληματισμοῦ ἀφορᾶ τὸ θεατρικὸ ἔργο τοῦ Γκαῖτε, Φάουστ. Ἐδῶ ἡ συνάντηση γίνεται ἀνάμεσα στὸν πρωταγωνιστὴ Φάουστ καὶ τὸν διάβολο, ποὺ παίρνει τὴ μορφὴ τοῦ Μεφιστοφελῆ. Οἱ δοκιμασίες ποὺ θέτει ὁ διάβολος στὸν Φάουστ, τὰ ἠθικὰ διλήμματα στὰ ὁποῖα τὸν ὑποβάλλει, φέρνουν στὸ μυαλὸ τὴ φράση τοῦ Μπόρχες: «Αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο κάλλιο νὰ τὸν χάσω παρὰ νὰ τὸν συναντήσω»[11]. Ὁ Μεφιστοφελῆς μάχεται τὸ δημιουργικὸ πνεῦμα τοῦ Φάουστ, τὴ δίψα του γιὰ ζωή, γιὰ γνώση, γιὰ ποίηση, γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Καὶ αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ τοῦ θέτει ὡς πρόσκομμα εἶναι ἡ παροδικότητα καὶ ἡ χρονικότητα, τὸ ἐφήμερο, ποὺ ἐγκλωβίζει τὶς ἀνθρώπινες δυνάμεις καὶ τὶς βυθίζει στὴ σχετικότητα[12]. Μέσα ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ποὺ ἀντιμετωπίζει ὁ Φάουστ ‒μὲ ἀρκετὴ ἀμφιθυμία, εἶναι ἀλήθεια‒ στὴν πραγματικότητα προσπαθεῖ νὰ νικήσει τὴν ἔκπτωση τοῦ πνεύματος σὲ κάτι εὐτελὲς καὶ ἀνούσιο.

Ἡ συνάντηση, ἑπομένως, ποὺ συντελεῖται στὸ ἔργο ἀφορᾶ τὴ διαπάλη δύο ἀντίθετων ροπῶν μέσα στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο. Σύμφωνα μὲ τὴ φιλοσοφικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἔργου ἀπὸ τὸν Ἰωάννη N. Θεοδωρακόπουλο, «ἡ τάση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ ἀπόλυτο δὲν εἶναι ποτὲ χωριστὴ ἀπὸ τὴν τάση του πρὸς τὸ θνητὸ καὶ περιωρισμένο. Τὸ θνητὸ μέσα στὸν ἄνθρωπο ἀνακόπτει κάθε στιγμὴ τὴν πορεία του πρὸς τὸ ἀθάνατο, τὸ μερικὸ ἀνακόπτει τὴν τάση του πρὸς τὸ γενικό. Σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ διπλῆ τάση τοῦ ἀνθρώπου στηρίζεται ὅλο τὸ ἔργο»[13].

Ἀπὸ τὰ παραδείγματα ποὺ ἀξιοποιήθηκαν, καθὼς καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα, συνάγεται ὅτι ἡ τυχαία συνάντηση ὡς ἔκφανση τοῦ φαινομένου τῆς συγχρονικότητας ἐνέχει τὸ στοιχεῖο μιᾶς «νοήμονος διευθέτησης», δηλαδὴ συμβαίνει γιὰ νὰ παραγάγει κάποιο νόημα, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι δεδομένο ἀπὸ πρίν, ἀλλὰ στὴν ἀπόδοσή του πρωταρχικὸ ρόλο παίζει ἡ στάση ζωῆς καὶ ἡ πρόθεση τῶν ἀνθρώπων ποὺ νοηματοδοτοῦν τὴ συνάντηση.


[1] Χόρχε Λουὶς Μπόρχες, «Deutsches Requiem», στὸ Ἅπαντα Πεζά, εἰσαγωγὴ-μετάφραση-ἐπιμέλεια-σχόλια Ἀχιλλέας Κυριακίδης, Ἑλληνικὰ Γράμματα, Ἀθήνα 2005, σ. 285.

[2] C. G. Jung, Συγχρονικότητα. Ὁ ἀόρατος κοσμικὸς ἱστός, μετάφραση Κώστας Καλογερόπουλος, ἐκδόσεις Ἰάμβλιχος, Ἀθήνα 2003, σ. 125.

[3] C. G. Jung, ὅπ.π., σ. 91.

[4] «Τὰ κοινωνικὰ χαρακτηριστικὰ καθορίζονται ἐν μέρει ἀπὸ τὴ συμπεριφορά μας ἀπέναντί τους. Οἱ συμπεριφορές μας αὐτὲς δὲν περιορίζονται ἀπὸ τὰ φυσικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἐν λόγῳ (κοινωνικοῦ) φαινομένου. Ἄρα δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει κανένα ταίριασμα τοῦ νοητικοῦ ἐπιπέδου καὶ τοῦ ἐπιπέδου τῆς φυσικῆς σὰν κι αὐτὸ ποὺ θὰ ἦταν ἀπαραίτητο γιὰ νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ὕπαρξη αὐστηρῶν κοινωνικῶν νόμων. Τὸ καθοριστικὸ βῆμα στὸ ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ριζικῆς ἀσυνέχειας ἀνάμεσα στὶς κοινωνικὲς καὶ τὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν νοητικὸ χαρακτήρα τῶν κοινωνικῶν φαινομένων» (John Searle, Νοῦς, Ἐγκέφαλος καὶ Ἐπιστήμη, ἀπόδοση στὰ ἑλληνικά: Κώστας Χατζηκυριάκου, Πανεπιστημιακὲς Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 21999, σ. 84).

[5] Antoine de Saint-Exupéry, Ὁ Μικρὸς Πρίγκιπας, μετάφραση Στρατῆς Τσίρκας, Ἡριδανός, Ἀθήνα 1968, σσ. 13-14.

[6] Gwendal Fossois, Ἡ φιλοσοφία στὸν Μικρὸ Πρίγκιπα. Σοφία, αὐτογνωσία καὶ εὐτυχία, μετάφραση Ἔφη Κορομηλᾶ, Πεδίο, Ἀθήνα 2022, σ. 96.

[7] Ant. de Saint-Exupéry, ὅπ.π., σ. 74.

[8] Rumi Jalal-Al-Din, Mafi Maryam, Ρουμί: Τὸ μικρὸ βιβλίο τῆς σοφίας του, ἀπὸ τὴ Maryam Mafi, μετάφραση Γιάννης Δούκας, Πατάκης, Ἀθήνα 2023, σσ. 84-85.

[9] Gwendal Fossois, ὅπ.π., σ. 104.

[10] Κριστιὰν Μπομπέν, Ὁ σχοινοβάτης, Κίχλη/Τὰ ἄστεγα, Ἀθήνα 2023, σ. 9.

[11] Χόρχε Λουὶς Μπόρχες, Δοκίμια [ΙΙ], μετάφραση-σημειώσεις Ἀχιλλέας Κυριακίδης, ἐκδόσεις Πατάκη, Ἀθήνα 2015, σ. 98.

[12] Gwendal Fossois, ὅπ.π., σ. 96.

[13] Ἰωάννης Θεοδωρακόπουλος, Ὁ Φάουστ τοῦ Γκαῖτε. Μετάφραση μὲ αἰσθητικὴ καὶ φιλοσοφικὴ ἑρμηνεία, Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ἀθήνα 92023, σ. 542.

Κύλιση στην κορυφή