© Alfred Eisenstaedt

Αγγελική Κορρέ

Όλα τα άρθρα του τίποτα

Οι περισσότεροι θεωρητικοί του Ρομαντισμού συμφωνούν σ’ ένα πράγμα, πως δεν υπάρχει ένας, αλλά απροσμέτρητοι Ρομαντισμοί, κάποιοι εκ των οποίων μπορεί να μετρούν πέντ’ έξι εκφραστές, αν όχι έναν και μόνο. Η Γενιά του ’70 είναι κατ’ αυτόν τον τρόπο απολύτως ρομαντική: οι ποιητές της δεν μοιάζουν μεταξύ τους σε τίποτα. Βέβαια, άλλο πράγμα είναι η ετερότητα που προκύπτει από το απεριόριστο εύρος των εννοιών που συστήνουν ένα ρεύμα κι άλλο η ετερότητα που προκύπτει από την απουσία εννοιών, γερών θεμελίων, ρευμάτων γενικώς και ούτω καθεξής. Για όλα αυτά βέβαια δεν φταίνε οι ποιητές, αλλά οι σχολαστικοί, που χρειάζονται πάντα έναν μπούσουλα –και δεν υπάρχει σιγουρότερος μπούσουλας από τις χρονολογίες (γεννήσεων ή πρώτων εκδόσεων). Και τον Ρομαντισμό ακόμη προσπάθησαν να τον χωρέσουν μέσα σε χρονολογικά όρια, μα όταν κατάλαβαν πως δεν τους έβγαινε και πολύ, στράφηκαν στα γεωγραφικά όρια. Στη μικρή κλίμακα της «γενιάς» είναι πολύ πιο εύκολο να τακτοποιήσεις ονόματα και ιδιώματα. Κατ’ αρχάς, η γενιά δεν είναι ρεύμα για να φυτρώνει οπουδήποτε. Ευδοκιμεί σε μία χώρα· φέρει καρτελάκι με την αναγραφή ΠΓΕ. Ύστερα, ενώ στην περίπτωση του ρεύματος οι όποιες ομοιότητες στη σκέψη και στη γραφή οδηγούν στη σύστασή του, στην περίπτωση της γενιάς πρώτα ονοματίζεται εκείνη και ύστερα οι όποιες ομοιότητες μεταξύ των εκπροσώπων της.

Για να μην μακρηγορούμε λοιπόν, η γενιά είναι θέμα τύχης, καθαρής τύχης. Έτυχε να γεννηθείς τότε, έτυχε να πρωτοεκδώσεις τότε, έτυχε η αρχή της παραγωγικής περιόδου σου να συμπέσει με το τάδε ιστορικό γεγονός και λοιπά και λοιπά και λοιπά. Είναι σίγουρα ωφέλιμο να σε κατατάξουν κάπου γραμματολογικά – εξάλλου, ακόμη κι αν το έργο σου δεν αποδειχτεί άξιο να μείνει στον αιώνα τον άπαντα, θα αναφέρεσαι πάντα σε κάποιο κιτάπι ως εκπρόσωπος της τάδε γενιάς. Επίσης είναι ωφέλιμο να αναζητήσουν τις ομοιότητες που μπορεί να έχεις με τους άλλους εκπροσώπους της γενιάς σου, μιας γενιάς που σας ξέβρασε όλους σας κατά τύχη –είναι ωφέλιμο για ανθρωπολογικούς λόγους, κι ας αποφεύγουν οι ιθύνοντες να χρησιμοποιούν τέτοιες παρεξηγήσιμες λέξεις.

Δυστυχώς όμως η τυχαιότητα δημιουργεί και προβλήματα, με πρώτο και σαφώς κυριότερο το πρόβλημα της επιρροής. Εφόσον η σύσταση μιας γενιάς είναι θέμα τύχης και όχι ουσιώδους ομόπνοιας, από τι ακριβώς μπορούν να επηρεαστούν οι νεώτεροι; Εάν τύχει –διότι πάντα τυχαίνει– η πλειονότητα των εκπροσώπων της γενιάς να παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες (πράγμα πιθανότερο να συμβεί όταν, για παράδειγμα, η γενιά συνδέεται κάπως με ένα πολύ σημαντικό ιστορικό γεγονός), τότε ας πούμε πως μπορεί να προκύψει μια όχι και τόσο ανομοιογενής γλώσσα, που κάπως θα χαραχτεί στο φαντασιακό των μελετητών και κάπως θα επιδράσει ως σύνολο στους επόμενους. Όταν όμως έχουμε να κάνουμε με μια γενιά σαν του ’70, στο πλαίσιο της οποίας, κατά γενική παραδοχή –με όση καλλιέπεια κι αν το θέτουν οι θεωρητικοί–, καθένας γράφει τα δικά του, τότε η επιρροή δεν μπορεί παρά να διασπαστεί σε επιμέρους τμήματα: στους εκπροσώπους. Η Γενιά του ’70 λοιπόν δεν ασκεί καμία επιρροή. Οι εκπρόσωποί της είναι που ασκούν επιρροή κατά μόνας. Και τούτο μάλιστα όχι με την ιδιότητά τους ως εκπροσώπων μιας γενιάς, αλλά ως εκφραστών όσων ιδιωτικώς επέλεξαν να εντάξουν στη γραφή τους.

Το ιστορικό γεγονός ή η αλληλουχία ιστορικών γεγονότων είναι ευχή και κατάρα για τον εκπρόσωπο μιας γενιάς. Από τη μία πλευρά, μπορεί πράγματι να λειτουργήσει σαν ομογενοποιητής, σαν μια ψυχρή αλλά πάντα λειτουργική μηχανή που ρευστοποιεί τα διάφορα λογοτεχνικά ιδιώματα μιας συγχρονίας και τα ανακατεύει ώσπου να βγάλει τη βολική μάζα μιας κάποιας κοινότητας. Όταν η λογοτεχνική παραγωγή μιας περιόδου συμπίπτει με ένα μεγάλο ιστορικό γεγονός, ανακατεύεται ακόμη και το νερό με το λάδι, είτε επειδή οι εκπρόσωποι επέλεξαν να τα ανακατέψουν από μόνοι τους είτε, όπως συμβαίνει συνήθως, επειδή οι θεωρητικοί και ο μεγαλοϊδεατισμός τους τραβούν το ιστορικό γεγονός από τα μαλλιά μέχρι να τους δείξει εκείνο που έχουν σχεδιάσει να δουν.

Από την άλλη πλευρά όμως, κάθε μεγάλο ιστορικό γεγονός κληροδοτεί στους άμεσους μάρτυρές του το βίωμα του μεταιχμίου. Οι άνθρωποι που γίνονται μάρτυρες μεγάλων ιστορικών γεγονότων βιώνουν ένα πριν και ένα μετά. Όσοι προηγούνται ή έπονται του ιστορικού γεγονότος μπορούν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, να διαθέτουν οι μεν μια διορατικότητα και οι δε μια συνείδηση. Καλλιτεχνικά όμως δεν μπορούν να διαχειριστούν ένα ιστορικό γεγονός με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το διαχειρίζονται όσοι το βιώνουν.

Έτσι και η Γενιά του ’70, χορεύοντας στους έξαλλους ρυθμούς της Αμερικής και της Γαλλίας (και όχι μόνο) του ’60 και συνάμα ξορκίζοντας στα εγχώρια την –κυριολεκτικά και μεταφορικά νεκρική– εμφυλιακή και δικτατορική σιγή, βιώνει έναν κόσμο-πριν και έναν κόσμο-μετά, δημιουργώντας ορμώμενη περισσότερο από το ίδιο το βίωμα και τα συναισθηματικά του πρόσημα και λιγότερο από τα γεγονότα καθαυτά. Οι νεώτεροι λοιπόν δεν βρίσκονται αντιμέτωποι μόνο με τη χαρακτηριστική «ιδιοφωνία» κάθε εκπροσώπου της Γενιάς του ’70 (η οποία παρατηρείται συχνά σε μεταιχμιακές περιόδους ανά τον κόσμο), αλλά και με συναισθήματα που ίσως μπορούν να καταλάβουν μα δεν μπορούν με καμία δύναμη να βιώσουν, γιατί το βίωμα είναι ιστορικά και κοινωνικά περίκλειστο. Η Γενιά του ’70 είναι πάνω απ’ όλα μία γενιά τραυμάτων, μία γενιά «χεμινγουεϊκή», μία γενιά perdue, που δε διδάσκει τίποτα διδάσκοντας το τίποτα και διδάσκει το τίποτα μη διδάσκοντας τίποτα.

Για τούτο και οι νεώτεροι που άντλησαν από αυτήν τη γενιά άντλησαν ξέχωρα χάρη σε «εκλεκτικές συγγένειες» με εκπροσώπους, είτε ανακαλύφτηκαν οι συγγένειες αυτές είτε, καμιά φορά, επινοήθηκαν. Βέβαια ακόμη και σε αυτόν τον τομέα παρουσιάζονται προβλήματα. Η περιβόητη «ιδιοφωνία» λειτουργεί σαν βατήρας για όποιον την κατέχει και σαν εμπόδιο για όποιον τη μελετά. Είναι πολύ συχνό και, στον βαθμό που συμβαίνει τίμια, ακόμη και χρήσιμο διδακτικά για τους πολύ νέους λογοτέχνες να μιμούνται στο ξεκίνημα τους παλαιότερους. Μόνο που δεν μπορείς να μιμηθείς έναν ποιητή σαν τον Χριστόφορο Λιοντάκη, τον Γιάννη Κοντό ή, ακόμη περισσότερο, τον Ντίνο Σιώτη. Ακόμη και δίχως ιδιαίτερη μελέτη, ως και ο βιαστικότερος αναγνώστης παρατηρεί αμέσως πως το ύφος των περισσότερων εκπροσώπων της Γενιάς του ’70 είναι απόρθητο.

Ο Καβάφης και ο Σολωμός δεν δύνανται να ασκήσουν επιρροή διότι δεν μπορείς να τους μιμηθείς χωρίς να καταντήσεις να τους αντιγράφεις «δημιουργικά» όπως ο πονηρός μοναχός το χειρόγραφο. Και πώς να μιμηθείς τα ομηρικά έπη χωρίς να ξεπατικώσεις λέξεις ή το Άσμα Ασμάτων χωρίς να ξεπατικώσεις ολόκληρα λεκτικά σύνολα. Όλα τούτα δεν έχουν να κάνουν με κάποιο απροσδιόριστο ποιητικό μεγαλείο, αλλά με ένα καθαρά τεχνικό γνώρισμα (που άλλοτε συνδέεται κι άλλοτε δε συνδέεται με το όποιο «μεγαλείο»). Συνεπώς, για τον νεαρό γραφιά, το δεκανίκι της τεχνικής, της οποίας η αγαθιάρικη μίμηση στην αρχή ίσως οδηγήσει κάποτε στην αυθεντική κατανόηση της τέχνης, απλώς δεν υφίσταται. Όσοι νιώθουν λοιπόν μια έλξη από τη Γενιά του ’70, πρέπει να πέσουν από την αρχή στα βαθιά, να σκοπεύσουν από την αρχή στην κατανόηση της τέχνης. Μπορεί τα βαθιά του ’70 να μην είναι πάντα τόσο βαθιά όσο του Σολωμού ή του Σολομώντος, πάντως ρηχά δεν είναι ποτέ.

Από μια ειρωνεία της ίδιας πάντα θεάς Τύχης, το σπουδαιότερο κληροδότημα της Γενιάς του ’70 είναι τύποις φιλολογικό: τα περιοδικά της. Το κενό της απροσπέλαστης τεχνικής γέμισε έτσι το μελετητικό βοήθημα των περιοδικών, που μάλιστα δεν στάθηκαν μόνα τους στον αγώνα της κοινωνικής και καλλιτεχνικής ανανέωσης – και ούτε θα μπορούσαν άλλωστε δίχως τη γενικότερη εξωστρέφεια των εκπροσώπων. Με το συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι όχι μόνο των περιοδικών αλλά και των εκδηλώσεων, των συναντήσεων, των φεστιβάλ, των απαγγελιών, του δημόσιου καλλιτεχνικού μα και κοινωνικού, πολιτικού, ακόμη και ιστορικού διαλόγου, η Γενιά του ’70 έγινε η γενιά που μας ξανάμαθε να διαβάζουμε, αλλά και η γενιά που μας ξανάμαθε να διαλεγόμαστε, να συναπαντιόμαστε, να συνεργαζόμαστε.

Πολλοί συμφωνούν και ίσως ακόμη περισσότεροι διαφωνούν με τον όρο «Γενιά της άρνησης» ή «Γενιά της αμφισβήτησης». Το δίχως άλλο υπάρχουν σ’ αυτές τις λέξεις κάποια ψήγματα αλήθειας. Μα η Γενιά του ’70 είναι επίσης γενιά της εξωστρέφειας. Γενιά της περισυλλογής και του σαρκασμού (αυτά τα δύο καταλήγουν συνήθως μαζί). Ίσως τελικά οι εκπρόσωποί της να κατάλαβαν πως τα τραύματα της πουργατοριακής συγχρονίας τους δεν τους επέτρεπαν να κληροδοτήσουν τίποτα στους επόμενους – γι’ αυτό και τους έδωσαν τρόπους να πάρουν τα πάντα από μόνοι τους ή να τα εφεύρουν. Βέβαια πολλοί από τους επόμενους συνέχισαν να προτιμούν την υπόκλιση στην τεχνική παρά την κάθοδο στην τέχνη: με την παραδοσιακή μέθοδο των γραικών, μετέτρεψαν την ιδιοφωνία σε aktarma· την ωσμωτική σύσκεψη και σύμπραξη σε σέκτες και γερουσίες. Εντούτοις υπάρχει και μια οικονομημένη φωτεινή πλευρά. Η πλευρά των περιοδικών που κατανοεί την αξία και την ευθύνη της και διατηρεί κάτι από το παλιό όραμα. Η πλευρά των ανθρώπων του ’70 και των άμεσων επιγόνων τους που αφυπνίζουν κάθε τόσο το μισοκοιμώμενο γίγνεσθαι.

Ποιος ξέρει λοιπόν. Από τη μία πλευρά, η αλλόκοτη τούτη γενιά, η Γενιά του ’70, μπορεί να θεωρηθεί η αρχή της παρακμής. Αλλά από την άλλη πλευρά, μπορεί να θεωρηθεί και η γενιά που έκανε χώρο για τους νεώτερους, όπως καθαρίζει κανείς –με περισσότερη μελαγχολία παρά επιμέλεια– το σπίτι που ξενοικιάζει. Μας άφησε ελεύθερους με ένα κενό, που μπορούμε να το κάνουμε ό,τι θέλουμε. Για κάποιους, σημασία έχει πως μας άφησε ελεύθερους. Για κάποιους άλλους, σημασία έχει πως μας άφησε με ένα κενό. Quot capita tot sensus.

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή