Ωραία. Αυτοβιογραφία λοιπόν. Ό,τι πρέπει για την εποχή. Τα σχολεία ξεκινούν σε λίγο (όταν δημοσιευτεί αυτό το κείμενο, θα έχουν ήδη μπει σε ρουτίνα) και το γεγονός αυτό έχει σημασία για μένα φέτος: είναι η πρώτη χρονιά της κόρης μου στο δημοτικό. Δεν της έχω δείξει τη φωτογραφία μου από το σχολείο, θα το κάνω με την κατάλληλη ευκαιρία. Κρατώ στυλό κι ακουμπώ τα χέρια στο θρανίο, φοράω ανοιχτό γαλάζιο κοντομάνικο μπλουζάκι. Πίσω ο χάρτης με τους μήνες του χρόνου. 1984. Σε μονοθέσιο. Κάπου στην επαρχία του νομού. Σε ένα χωριό. Για τη δουλειά του πατέρα μου. Ήμουν καλός μαθητής, μαγικά εκείνα χρόνια. Μετά όμως επιστροφή στην πόλη, στο καινούργιο μας σπίτι. Τέρμα τα ξέγνοιαστα απογεύματα του καλοκαιριού γεμάτα ποδόσφαιρο στην πλατεία μέχρι το βράδυ. Ώρα να εμπεδώσουμε τη φράση ώρες κοινής ησυχίας και να περιχαρακωθούμε στον εαυτό μας.
Η ιστορία αυτή δεν έχει να διδάξει πολλά πράγματα, δείχνει όμως καθαρά, όπως και κάθε ιστορία, ότι το παρελθόν είναι ένας καλός λόγος να αρχίσεις το γράψιμο. Το παρόν που γίνεται παρελθόν εν ριπή οφθαλμού. Δεν δυσκολεύτηκα να βρω εκδότη στο πρώτο μου βιβλίο, και επαίρομαι γι’ αυτό: ήταν πρωί, στο σπίτι του αδερφού μου στην Αθήνα, όταν με ξύπνησε το τηλεφώνημα της εκδότριας. Αργότερα ήρθαν οι Αντίποδες, που μου έβγαλαν το Βένουσμπεργκ σε κάτι λιγότερο από πέντε μήνες. Και στη συνέχεια ο αγαπημένος Ποταμός, με τρία στη σειρά βιβλία, η πρώτη συνάντηση με την Αναστασία Λαμπρία στο πατάρι του κλασικού βιβλιοπωλείου της Χαλκίδας Διαγώνιος. Στην πόλη-έδρα του Γιάννη Σκαρίμπα.
Είναι σημαντικό να σε στηρίζει ο εκδότης σου, πρέπει να το πω αυτό. Εκδοτική στέγη, έστω πρόσκαιρη, όλοι μας αργά ή γρήγορα θα βρούμε. Το να μην αισθάνεσαι παρείσακτος είναι το δύσκολο. O Ποταμός όμως αγκάλιασε με αγάπη και τις τρεις, μέχρι σήμερα, προτάσεις μου. Που στη συνέχεια έγιναν βιβλία. Εισέπραξαν κριτικές, έφεραν φίλους και γνωριμίες, και δυο από αυτά βρέθηκαν υποψήφια για το βραβείο του περιοδικού Ο Αναγνώστης. Όλοι μας γκρινιάζουμε, όλοι κυνηγάμε την προβολή και την αναγνώριση κι όποιος αρνείται να το καταλάβει αυτό, μάλλον δεν ξέρει σε τι είδους ερωτήματα απαντά η ματιά ενός αναγνώστη στα γραπτά σου.
Ο συγγραφέας παίζει πάντα τον ίδιο ρόλο, χωρίς διακοπή. Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο στημένος στο σανίδι. Άμα όμως χάσει τα λόγια του, η αποχώρησή του από τη σκηνή θα είναι αμετάκλητη. Δεν λέω ότι πρέπει να είμαστε επιεικείς με τους λογοτέχνες, κάθε άλλο. Και ιδού γιατί: είναι σαν να αμνηστεύεις έναν αμετανόητο κατά συρροή δολοφόνο. Αλλά επειδή το παραπάνω γεννά αφόρητους συμβολισμούς, περνώ κατευθείαν στο επόμενο θέμα.
Η εν Ελλάδι λογοτεχνική κριτική έχει αρχίσει να θυμίζει εκείνα τα παρωχημένα επαγγέλματα που εξαφανίζονται σιγά σιγά. Όχι ότι παλιά ο κόσμος ήταν αγγελικά πλασμένος, ανέφερα ήδη τον Σκαρίμπα, δεν χρειάζεται να αναφέρω και τον Κ.Θ. Δημαρά. Το να βλέπεις κριτικούς π.χ. να σε βάζουν στην ατζέντα τους μόνο αν συμφωνείς με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις (αυτό, δυστυχώς, το κάνουν με ακόμα μεγαλύτερο πάθος και τυφλό, μάλιστα, πάθος οι αναγνώστες) ή αν είσαι παιδί του τάδε κλπ, οπότε τα χάδια πέφτουν βροχή (η λογική της παρέας και των κλειστών κύκλων) είναι πράγματα γνωστά εδώ και αιώνες και δυστυχώς νοθεύουν τα πάντα, λερώνουν τα πάντα. Εν ολίγοις, καριέρες ολόκληρες έχουν χτιστεί από το τίποτα. Και σίγουρα, χτυπά άσχημα να τα λες αυτά δημόσια, δεν είναι δηλαδή ωραίο για σένα, δημιουργεί αντιπαλότητες, σου κλείνει πόρτες, πόσο περισσότερο που κάτι σαν gentlemen’s agreement ρυθμίζει τούτο το savoir vivre της χαμέρπειας. Εντούτοις η πρόσκληση στο εν λόγω αφιέρωμα προέτρεπε να μιλήσουμε ανοιχτά, άρα, φαντάζομαι, από τους συμμετέχοντες επιδιώκει ειλικρινείς απαντήσεις.
Εν πάση περιπτώσει, μπορείς να πορευτείς και χωρίς στρωμμένα χαλιά, αλίμονο στο κάτω κάτω αν τα έχεις ανάγκη. Όμως έπρεπε να το αναφέρω. Το περίγραμμα άλλωστε του αφιερώματος σε κάνει να καταλάβεις ότι αφορά ανθρώπους που δεν αντιμετωπίζουν τη συγγραφή ως χόμπυ. (Προσωπικά, μου είναι χειρότερος εφιάλτης να διαβάζω εδώ κι εκεί κριτικά σημειώματα με τουλάχιστον δεκαεννιά εφτασύλλαβες λέξεις στις πρώτες τους τρεις αράδες. Ναι, η ανεμελιά της σύγχρονης κριτικογραφίας έχει μολύνει ακόμα και τις φιλόδοξες πένες, αλλά υπάρχουν εκεί έξω κριτικοί με γνώσεις και ευαισθησία, και κάπως έτσι ισοσκελίζεται το πράγμα. Επίσης, πέφτουμε χιλιόμετρα έξω αν νομίζουμε ότι πρώτα οι συγγραφείς έχουν ανάγκη τις κριτικές: οι κριτικογράφοι τις έχουν.)
Το μεγαλύτερο πρόβλημα πάντως που αντιμετωπίζει ο χώρος είναι τα χαμηλά επίπεδα φιλαναγνωσίας. Κι αυτό δύσκολα το ανατρέπεις. Πρέπει να συντρέχουν λόγοι για να ξαναχτίσεις εκ θεμελίων μια ολόκληρη κοινωνία. Και η σωτηρία που ευαγγελίζεται η λογοτεχνία ίσως να μην πείθει για την αναγκαιότητα του εγχειρήματος – πόσο περισσότερο που δεν βλέπεις παρά πολιτικό και κοινωνικό χάος παντού. Φταίει η σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή; Κάποιοι λένε «ναι» και έχουν δίκιο. Κάποιοι λένε «όχι» και έχουν κι αυτοί δίκιο. Είναι σαν να απαντάμε στην ερώτηση: άλλαξαν τα έργα του Ίψεν τη νορβηγική κοινωνία; Γνώμη μου, αν και δεν μπορώ να το αποδείξω, είναι ότι ναι. Αλλά με βάδισμα χελώνας. Έστω.
