Θεωρώντας ότι υπάρχουν ακόμη ανοιχτές υποθέσεις εργασίας για τη γενιά, της οποίας η τυπική έναρξη τοποθετείται στο ’70, θα καταθέσω, αναγκαστικά σύντομα, επομένως με παραλείψεις, δύο παρατηρήσεις-ερωτήματα ως υποθέσεις εργασίας στο πλαίσιο μάλιστα ευρύτερης μελέτης μου. Εξαρχής επισημαίνω ότι για λόγους οικονομίας παραλείπω βιβλιογραφικές αναφορές, οι περισσότερες εξάλλου εύκολα προσβάσιμες.
Η πρώτη παρατήρηση αφορά στο ζήτημα της γυναικείας ποίησης. Η προβληματική του ίδιου του όρου «γυναικεία ποίηση» και το ερώτημα περί της ύπαρξής του τέθηκε ανοιχτά στο χρονικό άνυσμα της γενιάς, ακολουθώντας την ανάδυση του φεμινιστικού κινήματος και λόγου, ιδίως στη μεταπολίτευση, αλλά και συμβαδίζοντας με το ευρωπαϊκό αντιεξουσιαστικό κλίμα και την αντισυμβατικότητα στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και βέβαια με το αντικαθεστωτικό πνεύμα στην επταετία. Οι ποιήτριες, κυρίως του σκληρού πυρήνα αυτής της γενιάς, σε υψηλότερο βαθμό συγκριτικά με εκείνες των δύο προηγούμενων μεταπολεμικών γενεών (ακόμη και σε σχέση με την μεταιχμιακή γενεαλογικά Αγγελάκη-Ρουκ) φέρνουν στο προσκήνιο τη γυναικεία ποίηση/γραφή τόσο ως έννοια όσο και ως πραγματωμένο ποιητικό λόγο, δηλαδή ως θεματικές και ως τρόπους. Το τελευταίο αυτό γίνεται το ζήτημα αιχμής («υπάρχουν γυναικείοι «τρόποι»;) και βέβαια συνάπτεται με το παραδεδομένο από την πατριαρχία γλωσσικό εργαλείο και τη διαχείρισή του. Βαρύνοντες συντελεστές και σε αυτά τα ερωτήματα η αντίθεση/αντίσταση ενάντια στον γενικότερο ηγεμονικό/εξουσιαστικό λόγο και, στη μεταπολίτευση ειδικά, η δραστηριοποίηση και, κατά μια έννοια, η μαζικότητα, του φεμινιστικού κινήματος και ο πολλαπλασιασμός του φεμινιστικού λόγου. Η γενιά του ’70 αναδεικνύει ορισμένες από τις επιδραστικότερες ποιήτριες του μεταπολέμου που υιοθετούν ή θέτουν στο επίκεντρο της θεματικής τους όρους της γυναικείας εμπειρίας, το ζήτημα της ισότητας, θέματα ταυτότητας φύλου και επιτέλεσής του, χωρίς ωστόσο αμφισβήτηση του κυρίαρχου έμφυλου δυιστικού/διπολικού μοντέλου. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η γνωστή συζήτηση-ερώτημα Υπάρχει λοιπόν γυναικεία ποίηση; στο οποίο αντικρουόμενες ή ασαφείς απαντήσεις αντανακλούν την αμηχανία των ίδιων των ποιητριών έναντι του όρου [1]Α. Φραντζή, Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, Ρ. Γαλανάκη, Α. Παπαδάκη, Π. Παμπούδη, Υπάρχει, λοιπόν, γυναικεία ποίηση;, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1990.. Σε ποιο βαθμό αυτή η απόρριψη απηχεί τον εσωτερικευμένο φόβο της περιθωριοποίησης με το αναγόμενο στον 19ο αιώνα σκεπτικό ότι η γυναικεία λογοτεχνία είναι περιφερειακό προϊόν παραγωγής και κατανάλωσης από γυναικείο κοινό, στις υπώρειες του λογοτεχνικού πεδίου και πάντως υποβαθμισμένη; Η άρνηση του όρου ωστόσο δε σημαίνει απομάκρυνση από γυναικείες θεματικές, ακόμη και για ποιήτριες που δεν αποδέχονται (ρητά τουλάχιστον) τη διάκριση (Παμπούδη, Λαϊνά). Έστω και αν δεν περιστρέφονται καταφανώς γύρω από τη γυναικεία εμπειρία, η οπτική τους είναι σαφώς έμφυλη και μετατίθεται ως ζήτημα γλωσσικής τάξεως (Φραντζή 1990) στην παραπάνω αναφερόμενη προβληματική μιας δοσμένης (αντρικής) γλώσσας και το πώς η γυναικεία εμπειρία δομείται γλωσσικά. Η αρχική αμεσότητα και οξύτητα στην οφθαλμοφανώς έμφυλη θεματική, στην πορεία, και από τη δεκαετία του ’90 και εξής, μετατρέπεται σε ελεύθερη έκφραση του ερωτισμού και της σεξουαλικότητας στο πλαίσιο μιας στροφής στον εσωτερικό ατομικό χώρο.
Διαφωνώ επομένως στο σημείο αυτό με την άποψη ότι «ο χαρακτηρισμός “γυναικεία ποίηση” δεν αναφέρεται τόσο στις θεματικές επιλογές μιας ποίησης που επεξεργάζεται θέματα του γυναικείου φύλου» (Γαραντούδης 2018). Η γυναικεία ποίηση της περιόδου έχει ως ρητές θεματικές τον ενσώματο κοινωνικό ρόλο των γυναικών, σαφώς αναπόσπαστο από τις πολιτικές διεκδικήσεις. H οικιακότητα της νοικοκυράς στο έργο π.χ. της Αθηνάς Παπαδάκη στην Αμνάδα των ατμών (1980), αποτελεί το προφανέστερο παράδειγμα.
Στη βάση των παραπάνω γενικών διαπιστώσεων παρατηρώ ότι αν και λίγο ως πολύ αναφορές στην εστίαση της γυναικείας ποίησης στο φύλο, τη σεξουαλικότητα και την πολιτική τους διάσταση έχουν γίνει σε πολλές από τις μελέτες, στο επίκεντρο τίθενται, εξαιρετικά γόνιμα αλλά και πάλι μερικώς και παραδειγματικά, μόνο σε δύο τέτοιες περιπτώσεις: στο γνωστό, και ήδη παλαιό, βιβλίο της Karen Van Dyck (1998/2002) και την ανέκδοτη διδακτορική διατριβή της Ευτυχίας Παναγιώτου (2017), και οι δύο με σημείο τομής την ποίηση της Μαστοράκη. Έτσι δεν υπάρχει μια σαφής συνολική και συστηματική εξεικόνιση και διερεύνηση της γυναικείας ποίησης της γενιάς του ’70 με σημείο εκκίνησης το ίδιο το κειμενικό σώμα, το πλήθος των ποιημάτων και φυσικά με σύγχρονο θεωρητικό υπόβαθρο. Η ανανεωμένη οπτική δε θα απομονώσει τη γυναικεία ποίηση αλλά θα αποκαταστήσει μια ακόμη ψηφίδα στο παζλ της νεοελληνικής ποίησης, όπου ούτως ή άλλως καλλιεργήθηκε η προβληματική-διπολική ουσιοκρατικά έμφυλη διαφορά. Με απαραίτητη τη θεώρηση στο συνεχές του φύλου και τα ζητήματα συγκρότησης ταυτοτήτων έξω από τη διπολική συνθήκη, εκκρεμούν θέματα όπως, ενδεικτικά, ο βαθμός κυριαρχίας του διπολικού έμφυλου μοντέλου και η καλλιέργεια της ετερότητας αλλά και ο βαθμός εσωτερίκευσής τους από τις ποιήτριες, η έννοια της μονοκανονικότητας, η επινοημένη (πατριαρχική) παράδοση και η σχέση των ποιητριών με αυτήν, οι σιωπές/αποσιωπήσεις πέρα από τους λόγους για το φύλο και τη σεξουαλικότητα, η σχέση και η ποιητική θεματοποίηση της θεωρούμενης αντίθεσης δημόσιο/ιδιωτικό, η πρόσληψη του φεμινιστικού κινήματος και της φεμινιστικής θεωρίας, η υποδοχή των ποιητριών από την (ανδροκρατούμενη) κριτική, οι μορφολογικές επιλογές και η ανατροπή ή χρήση τους συσχετισμένες με τις έμφυλες θεματικές.
Η δεύτερη παρατήρησή μου εδράζεται στο συνεχιζόμενο ερευνητικό -φιλολογικό και κριτικό-ενδιαφέρον γύρω από τη γενιά του ’70. Αυτό συμβαίνει βέβαια επειδή τώρα είναι δυνατή η αποτίμηση μιας συνολικής σχεδόν συντελεσμένης σημαντικής ποιητικής παραγωγής, παρ’ όλη την ενεργητική ακόμη παρουσία εκπροσώπων της γενιάς (παρά την εκτός γενεακής συνθήκης ιδιοπροσωπία του έργου τους), αλλά εν μέρει και εξαιτίας της συνύπαρξης και διάδρασης με τις επόμενες γενιές, έως και την πλέον πρόσφατη, των παρυφών της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα (όπως εξάλλου συνέβη και με την πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική στη συμπόρευσή της με τη γενιά του ’70 –δεν πρόκειται μόνο για λογοτεχνική αλλά και για βιολογική συνθήκη). Πάντως, η επιδραστικότητα της γενιάς του ’70 στις νεότερες είναι ένα ζήτημα που, νομίζω, αδρομερώς μόνον τίθεται την τελευταία δεκαετία (Δημητρούλια 2011) τόσο –λιγότερο– σε επίπεδο συλλογικής εκτίμησης όσο και κατά την εξέταση ατομικών περιπτώσεων νέων ποιητών/τριών. Ωστόσο, η ανίχνευση των κατά περίπτωση μονοσήμαντων και μεμονωμένων επιρροών επεκτείνεται σε μια αναζήτηση ευρύτερων σχέσεων παραλληλίας αναζητώντας τα κοινά σημεία της γενιάς του ʼ70 με τη γενιά του 2000, τη «γενιά της κρίσης» και εκείνη της «μετα-κρίσης». Και ένα στοιχείο επαφής είναι ακριβώς ο σκεπτικισμός και η συζήτηση για τον χαρακτηρισμό της τελευταίας που, αφήνοντας τον σχετικά ουδέτερο/ασφαλή χρονικό προσδιορισμό της δεκαετίας (’70, ’80 κ.ο.κ.), συμπλέκεται με συγκεκριμένη ιστορικοκοινωνική συνθήκη («κρίση»), όπως οι λοιποί όροι-ετικέτες για τη γενιά του ’70 (της αμφισβήτησης, της άρνησης, τρίτη μεταπολεμική κ.λπ.).
Αναφορικά με το λογοτεχνικό χώρο εντός του οποίου γράφουν ποιητές/τριες που εμφανίζονται από το 2000 και εξής μπορούμε να κάνουμε λόγο για την ισχύ του χαρακτηρισμού «περίοδο αισθητών ποιητικών τροποποιήσεων» (Βαγενάς 1987), που είχε αποδοθεί στην εποχή εμφάνισης της γενιάς του ’70. Μια σειρά βασικών γνωρισμάτων της διαπιστώθηκε και στη γενιά του 2000 αλλά ανταποκρίνεται και στην επόμενη (Γώγος 2017): η συλλογικότητα στην εξωτερίκευση, συσσωματώσεις και κοινές εκδηλώσεις, η διεπαφή με την ξένη ποίηση, οι μορφολογικοί πειραματισμοί, η αυξανόμενη ένταση της οργίλης αντίδρασης προς τον εξουσιαστικό λόγο και την έμπρακτη εξουσιαστική καταστολή. Καθώς η αιχμή της παραλληλίας εκκινεί από τον εξωτερικό περίγυρο ως ιστορικό βίωμα, και όχι νοούμενο ως αμετάβλητο «σκηνικό», η εξέταση αναλογιών απαιτεί προσοχή εφόσον η ποιότητα πρόσληψης και ποιητικής μετάπλασης του βιώματος είναι ριζικά διαφοροποιημένη. Ο συγκρουσιακός τόνος, η δυσφορία στις πιεστικές συμβάσεις και την αστική ζωή, η σεξουαλικότητα και το φύλο, η διακαλλιτεχνικότητα, η μείξη ποπ και υψηλής κουλτούρας και πολλά ακόμη γνωρίσματα συνυπάρχουν με αντίθετες τάσεις σε μια πολλαπλότητα που φαίνεται να καθιστά την εξέλιξη, ιδίως της γενιάς των πιο νέων, ριζωματική, όρο που εύστοχα είχε αποδοθεί στην εξελικτική πορεία της γενιάς του ’70 (Δημητρούλια 2011). Θα επισημάνω επίσης, σε συσχετισμό με την πρώτη παρατήρησή μου, την εκρηκτική άνοδο του ποσοστού ποιητριών της περιόδου 2000 και εξής, ανάλογη με εκείνη του ’70. Σύμφωνα με την κατά το δυνατόν συστηματική μου καταγραφή οι ποιήτριες γεννημένες από το 1970 και εξής υπολείπονται αριθμητικά των ποιητών ελάχιστα, διαφορά, κατά περίπτωση, προσμετρούμενη σε μονό αριθμό.
Δεν προτίθεμαι εδώ να αναλύσω συγγένειες των γενεών αλλά να θέσω, όπως και παραπάνω, μια σειρά ερωτήματα που θα αναδείξουν το ποιον και το ποσοστό επιρροής της γενιάς του ʼ70 στους νέους/εες ποιητές/ποιήτριες. Να σημειώσω βέβαια ότι η συνοπτική συμπερίληψη εδώ των ποιητών/τριών της εικοσαετίας 2000-20 προϋποθέτει μια εσωτερική περιοδολόγηση και μια ταξινόμηση, έστω αρχική, προτού επιχειρηθεί οποιαδήποτε σύγκριση. Το πρώτο ερώτημα αφορά στην αναλυτική χαρτογράφηση και ενδελεχή εξέταση των γνωρισμάτων που εγκαθιδρύουν την εκ πρώτης όψεως συγγένεια και κατά πόσον αυτή μπορεί όντως να στοιχειοθετηθεί. Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε μια ακόμη συστηματική επισκόπηση της γενιάς του ’70 υπό σύγχρονη οπτική, ανοίγοντας βέβαια νέα ζητήματα αλλά και οριστικοποιώντας, όσο είναι δυνατό, χαρακτηριστικά ομοιότητες και διαφορές στο ίδιο το σώμα αυτής της γενιάς. Από την άλλη, η εν προόδω ποιητική δράση των νέων δεν επιτρέπει παγιωμένα συμπεράσματα και ολιστικές θεωρήσεις, αλλά μπορεί πλέον να οδηγήσει σε σχετικά ασφαλείς κρίσεις. Εύλογο και ενδιαφέρον ζήτημα συνιστά η ιχνηλάτηση της σχέσης των νέων με συγκεκριμένα ποιητικά πρόσωπα ή και έργα από το ’70 αλλά και η καταγραφή του πεδίου των επιδράσεων (μορφολογικό, γλωσσικό, θεματικό), όπως και η διερεύνηση των λόγων στροφής στα συγκεκριμένα πρόσωπα, έργα και εν συνόλω στη γενιά. Παραδειγματικά αναφέρω τη σχέση της ποίησης του Στίγκα (γ. 1977) με αυτήν της Μαστοράκη, ή το πέρασμα του Στεριάδη από την ποίηση του Πέτρου (γ. 1970) και την αφιέρωση της πρόσφατης (2021) συλλογής του Κουτσοδόντη (γ. 1987) στον Λιοντάκη («στη μνήμη του αγαπημένου ποιητή Χριστόφορου Λιοντάκη») που μαρτυρεί και τη διαπροσωπική σχέση νεότερων με μέλη τη γενιάς του ’70. Ποιες αναλογίες μπορούν να υπάρξουν καθώς μπορεί να θεωρηθεί ότι η ανανεωτική δυναμική της μιας γενιάς στην ποίησή μας παρατηρείται και στην άλλη; Ένα πλήθος άλλων ερωτημάτων ανακύπτουν από τη συνεξέταση γενεών και δεν είναι δυνατή η διεξοδική πραγμάτευσή τους στο σύντομο αυτό σημείωμα.
Απαντήσεις στα παραπάνω βοηθούν στην βαθύτερη κατανόηση της γενιάς του ’70 επανεκτιμώντας κρίσεις, επαναπροσδιορίζοντας ή παγιώνοντας διαπιστώσεις, και επαναδιευθετώντας δεδομένα. Νομίζω ότι η αιχμή για τέτοιες μελέτες βρίσκεται στη νέα οπτική, με νέα κριτήρια και νέα μεθοδολογικά εργαλεία που παρέχουν οι σύγχρονες θεωρίες και η διεπιστημονική θεώρηση.
