(Μικρό σημείωμα για να τιμήσουμε τη μνήμη του Κώστα Γεωργουσόπουλου)
Μετά τη λήξη του τελευταίου μεγάλου πολέμου, οι γονείς μας –όσοι από τύχη είχαν επιζήσει– κυνηγημένοι από τα οράματα ενός φρικτού εμφυλίου και τα ολοκαυτώματα των εχθροπραξιών που ακόμα καίγανε και καπνίζανε εντός της μνήμης τους, δέχθηκαν ως μεγάλη λύτρωση την έναρξη της καινούργιας εποχής.
Μιας εποχής που υποσχόταν στεγανοποιημένη ειρήνη γεμάτη αφθονία αγαθών, σταθερή δουλειά, μεγάλες και ίσες ευκαιρίες για πρόοδο και εξέλιξη και ως επισφράγιση όλων αυτών ολόισα δικαιώματα προς πάσαν κατεύθυνση. Επιπλέον η καινούργια εποχή της αφθονίας ευαγγελίζετο τερματισμό των μεταφυσικών μεταθέσεων για παραδείσους νοητούς, εφόσον πλέον θα εδίδετο η ευκαιρία σε όποιον το επιθυμούσε να ευτυχήσει εις το διάστημα του υπαρκτού του βίου από την γέννηση του ως τον τελειωτικό του θάνατο. Αυτό ήταν το καινούργιο πρόγραμμα της ανθρωπότητας. Το προαιωνίως ποθούμενο και επιδιωκόμενο. Η νέα γενιά, εμείς δηλαδή που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε φασκιωμένοι με όλο αυτό το όραμα της αφθονίας και της ειρήνης, από ένα σημείο και ύστερα κατανοήσαμε ότι μας πετάξανε ωσάν τα τύφλα κουτάβια μέσα σε έναν κυκεώνα ψευδαισθήσεων, παραπλανήσεων και δολίων σκέψεων για να ανακαλύψουμε τι ακριβώς ήταν αυτό που ξεθεμελίωνε εντός μας όλες αυτές τις γονικές βεβαιότητες που προσπαθούσανε παντοιοτρόπως να αποπλανήσουν την αθωότητα των ενστίκτων μας. Εμείς όμως άλλα διαπιστώναμε επί του πεδίου της καθημερινότητας ζώντας την καινούργια, υποτίθεται, λυτρωτική κοινωνικοπολιτική κατάσταση. Πρώτα από όλα η καινούργια εποχή υποσχόταν απέραντη ελευθερία, κάτι που εννοήσαμε μόλις αποκτήσαμε μια υποτυπώδη συνείδηση, ότι δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει διότι η ζωή μας από την πρώτη στιγμή της γέννησης μας ως την τελευταία στιγμή της εξόδου μας θα είναι απολύτως προγραμματισμένη. Αυτό φρόντισαν να το αφομοιώσουμε μια και καλή όλες αυτές οι μεταπολεμικές μανάδες-μαινάδες με τις απέραντες μητρικές φιλοδοξίες. Στις στοργικές τους αγκάλες σφαγιάστηκαν όλα τα παιχνίδια της παιδικής μας ηλικίας και εντυπώθηκε βαθιά στον νου και την καρδιά μας το άγχος των διαφόρων αλλεπάλληλων εξετάσεων που θα πιστοποιούσαν ισοβίως επί των υπολοίπων ανήμπορων την αξία των κατακτήσεων μας. Όλη αυτή η εντατικοποίηση της μελέτης και των προσπαθειών δια της στοργής, των τιμωριών, των γεύσεων και της μητρικής επιβράβευσης δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια εγχείρηση αποκόλλησης από το αίσθημα της κοινότητας και του εμβολιασμού της κατακερματισμένης ύπαρξης μας με το εμβόλιο του ατομισμού, το οποίο θα περιχαράκωνε την συμφεροντολογική ανοσία μας. Φανταστείτε τώρα τον βαθύ πόνο από τη νέκρωση εντός μας του αισθήματος της κοινότητας, που θεωρείται ως το κυριότερο στοιχείο που χαρακτηρίζει μια παλλόμενη, θερμή, ανθρώπινη ύπαρξη. Προς αντιστάθμισμα αυτής της βαθιάς απώλειας, που κάλλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί και ως βαριά αναπηρία, μας παραδόθηκε ως παρηγοριά μια φιλία εχθρική, για να έχουμε έναν προσφιλή φίλο που θα ανταγωνιζόμαστε ισοβίως ως πιστό φρουρό και παραστάτη της τυραννικής αποξένωσης.
Η υπερταχεία της ζωής μας είχε ξεκινήσει. Κάθε λίγο και λιγάκι εξετάσεις, μελέτη, ξενύχτια, απομόνωση στα κάτεργα του ξύλινου τραπεζιού που είχες για γραφείο. Κάθε σταθμός και μια δοκιμασία για να πιστοποιείται η πρόοδός σου και να επισφραγίζεται με χαρτιά γεμάτα υπογραφές και αριθμούς. Όσο ενθουσιασμένος και αν ένιωθες, σιγά σιγά το καταλάβαινες μια και καλή, ότι ανταλλάσσεις τις όμορφες στιγμές της ζωής σου με πτυχία και διακρίσεις που ο άνεμος του χρόνου θα τα σκορπούσε σαν σκουπιδόχαρτα στα 4 σημεία του ορίζοντα, όταν περνούσε η μπογιά σου και άρχιζε η καμπή του γήρατος. Ωστόσο με αυταπάρνηση έπρεπε καθημερινά να προσπαθείς να κάνεις δεύτερη φύση σου την πλεκτάνη που είχαν χαρίσει στους γονείς σου ως τη μεγαλύτερη ευκαιρία για μακροημέρευση και ευτυχία. Όλα μετρημένα, όλα καλοζυγισμένα και οι έπαινοι και οι τιμωρίες. Κάθε ώρα και στιγμή της ζωής σου έπρεπε να είσαι πανέτοιμος να αρπάξεις αυτά που πετούσαν στο πλήθος για να προηγηθείς, να επιπλεύσεις και να επιβιώσεις. Κάθε υποχώρηση στις ανάγκες του σώματος που ασφυκτιούσε σε γέμιζε τρόμο και τύψεις γιατί ένιωθες ότι προδίδεις τις θυσίες των γονιών σου και ότι έχανες για πράγματα ασήμαντα τον πολύτιμο χρόνο σου και δεν θα έφτανες πρώτος στο τέρμα. Ανταγωνισμός λοιπόν μέχρι εσχάτων. Άρματα δρεπανηφόρα περνούσαν δίπλα σου γεμάτα φιλόδοξους φίλους που προσπαθούσαν να σπάσουν τους άξονές σου και να σε αφήσουν έρμαιο καταρρακωμένο, παραπεταμένο, να σέρνεσαι στην άκρη της αρένας. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήταν και οι σκύλαροι του χρόνου που σε κυνηγούσαν γρυλίζοντας για να σε αρπάξουν από το πόδι με προθεσμίες, εξετάσεις και χρονικούς περιορισμούς. Συγχρόνως με όλα αυτά δεν έπαυες να ακούς τις ερπύστριες της αγωνίας για την υγεία των δικών σου που σε φρόντιζαν και σου παρείχαν τα πάντα όλα. Πόσο μπορούσαν να αντέξουν αυτοί οι άνθρωποι; Αυτοί δούλευαν από το πρωί ως το βράδυ σαν τα σκυλιά. Είχαν σκύψει το κεφάλι και είχαν φορέσει την πλεκτάνη περί ίσων ευκαιριών και δικαιωμάτων κατάσαρκα, δικαιολογώντας καθημερινώς την αυτοθυσία τους με το όραμα της βελτίωσης του μέλλοντος των τέκνων τους με τους δικούς τους όρους. Αυτοί δεν θα ησυχάζανε ποτέ αν δεν βλέπανε το πτυχίο σου κορνιζαρισμένο και κρεμασμένο πάνω από το στυφό τους κρεβάτι. Εν τω μεταξύ ζούσαν με τον πιο σκληρό και ανάποδο τρόπο. Χρεώνονταν για να πάρουν οικόπεδα, χρεώνονταν για να χτίσουν σπίτια. Πόσο θα αντέχανε να υπηρετούν έναν τόσο ανάποδο τρόπο ζωής. Ήταν σίγουρο ότι θα έφτανε και η στιγμή όπου μια βαριά αρρώστια θα τους φιλούσε στο μέτωπο και όλες οι προσπάθειες θα τινάζονταν στον αέρα και οι εναπομείναντες θα γυρίζανε πίσω στο μηδέν από όπου ξεκινήσανε οριστικά και αμετάκλητα.
Τέτοιοι φόβοι, αγωνίες μας χτυπούσαν από παντού, τέτοια ορφάνια ροκάνιζε το μυαλό και την ψυχή μας μέσα στην άγρια ερημιά της πόλης και κόντευε να τινάξει στον αέρα τα θεμέλια του νου μας. Τρόμος, αδιέξοδο και ελπίδα καμιά. Αισθήματα νεκρά, τυφλωμένα, με την ευαισθησία μας να αιμορραγεί και την ψυχή μας μισότυφλη γριά να επαιτεί στους δρόμους μια αλήθεια για να μπει, να κουρνιάσει εντός της και να πάρει μια ανάσα. Κάπως έτσι ήταν αυτό το μαρτύριο που ξεφτιλισμένες πρόχειρες τηλεοπτικές ηθογραφίες πολύ αργότερα τα ονομάσανε σαν τα «Πιο καλά χρόνια της ζωής μας». Για να σωθείς και να βγεις σώος από αυτές τις συγκρούσεις δύο δρόμοι ανοίγονταν μπροστά σου, ο δρόμος του αθλητισμού και ο δρόμος της τέχνης. Ο αθλητισμός για τους περισσότερους ήταν μια βολική λύση διότι κολάκευε την γενική διάθεση για υπέρβαση των σωματικών δυνατοτήτων που επικρατούσε τριγύρω, τόνιζε το κλίμα του τυφλού ανταγωνισμού που θα αναδείκνυε τον υπεράνθρωπο-αθλητή, ενώ συγχρόνως ξόρκιζε όλη αυτή την υπερπροσπάθεια με το πνεύμα της ομαδικότητας που την πλαισίωνε. Έτσι με αυτόν τον τρόπο όλοι μαζί παρακολουθούσαν δοξάζοντας όσους αποτολμούσαν να υπερβούν τη φύση που τους χαρίστηκε με τη γέννησή τους για να στεφθούν όσο κρατούσε η νιότη τους είδωλα, υπερήρωες και παραδείγματα προς μίμησην. Εμείς οι πιο ευαίσθητοι και οι πιο τραυματισμένοι ακολουθήσαμε τον δρόμο της τέχνης διότι πραγματικά επιδιώκαμε να γνωρίσουμε τι πραγματικά ήταν αυτό που ζούμε. Έτσι εγώ ρίχτηκα μετά μανίας να παρακολουθώ θέατρο, την αρχαία τέχνη δηλαδή της αναπαράστασης. Μεγάλες παραστάσεις, μεγάλοι ηθοποιοί, μεγάλοι συγγραφείς που είχαν νικήσει τον χρόνο. Έτσι σιγά σιγά άρχισα να κατανοώ την κίνηση του κόσμου. Τι είναι αυτό που συγκρούεται και γιατί. Τι είναι αυτό που συνεχώς πολεμάται και βρίσκεται υπό διωγμόν.
Ποιο είναι το κέρδος αυτού του διαρκούς πολέμου. Τι σκοπό είχε. Γιατί αυτή η μάχη δεν σταματούσε ποτέ. Άλλοτε αυτή η μάχη γινόταν με την πειθώ και όταν αυτή ξεθώριαζε από την υπερβολική χρήση, η μάχη συνεχιζόταν ωμά δια της βίας, χωρίς ιδεολογικές δικαιολογίες, με τυραννίες και ολοκληρωτικά καθεστώτα. Μέσα σε αυτή τη βουή του ολέθρου, του πένθους και της καταστροφής ο άμοιρος πληθυσμός διαμόρφωνε χαρακτήρες και προσπαθούσε να επιβιώσει. Έτσι σιγά σιγά ξεκαθάρισαν όλα. Κατανοήσαμε τις αιτίες όλων των πραγμάτων, πώς ξεφύτρωναν οι διάφορες ιδεολογίες με τη βοήθεια των ιστορικών στιγμών, τι ενεργοποιούσε τις πράξεις και τις συγκρούσεις των ανθρώπων, πώς τελικά πλάθονταν η δράση της κάθε στιγμής, ποιος κυβερνούσε τη βασική ροή της ζωής μας, πώς την έστρεφε εκεί που τον ωφελούσε και πώς τελικά εξαργύρωνε το αγαθό της ζωής μας. Με λίγα λόγια, έτσι σιγά σιγά κατακτήσαμε την τέχνη μας και γίναμε και εμείς ταπεινοί δημιουργοί παίρνοντας την σκυτάλη από όλους αυτούς που είχε σεβαστεί ο χρόνος. Μελετώντας με ορμή καταλάβαμε πολλοί ότι στα ίδια συμπεράσματα καταλήγαμε και αυτό μας γέμιζε χαρά γιατί τα δημιουργήματά μας δεν ήταν καρποί κάποιας μίμησης ή αντιγραφής, αλλά συμπεράσματα ανθρώπων γεννημένων στον ίδιο τόπο που εφεύρε τον τρόπο της αναπαράστασης με τις ίδιες αγωνίες, τους ίδιους φόβους, τα ίδια τραύματα που επιφέρουν στις υπάρξεις των θνητών οι πονηρές σκέψεις και ενέργειες εκείνων που από τη σκιά πάντα κρατάνε το τιμόνι του κόσμου και επιβάλουν με νόμους περιοριστικούς την άηχη σφαγή της επιτάχυνσης και της καταλήστευσης του μέλλοντος. Διψώντας για την αλήθεια είχαμε περιηγηθεί σε όλες τις τεχνοτροπίες, σε όλα τα τερτίπια, σε όλες τις δομές και σε κάθε λογής περιεχόμενο που μας είχε παραδώσει ο χρόνος μέσω των μεγάλων έργων ως κοινωνικά συμβόλαια λύτρωσης και κάποιας ανεκτής επιβίωσης. Και όλως παραδόξως διαπιστώναμε ότι στα ίδια συμπεράσματα καταλήγαμε γιατί τελικά οι ίδιοι άνθρωποι είμαστε.
Εν τω μεταξύ τα συρτάρια μας είχανε γεμίσει από θεατρικά έργα και όπως ήταν φυσικό ξαμολυθήκαμε να βρούμε πύλη εισόδου στον θεατρικό χώρο, έτσι ώστε τα θεατρικά μας πονήματα να αναπαρασταθούν από σκηνής. Καταρχάς στραφήκαμε προς το Θέατρο Τέχνης και το Εθνικό Θέατρο. Το Θέατρο Τέχνης υπό την διεύθυνση του Καρόλου Κουν μας είχε διδάξει με έξοχες ιστορικές παραστάσεις, όλες τις τάσεις του μοντέρνου θεάτρου αλλά και του αρχαίου θεάτρου. Με επιμονή και αυτοθυσία εγώ προσωπικά προσέγγισα τον Κάρολο Κουν και του παρέδιδα τα έργα μου για να τους ρίξει τουλάχιστον μια ματιά. Ο Κάρολος Κουν τα διάβαζε και τα ξαναδιάβαζε και ύστερα από πολλά κατέληξε να μου πει πως αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν στη σημερινή Ελλάδα. Εγώ συνέχιζα να επιμένω και όταν έγιναν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τόλμησα να του πω «Είδατε, κύριε Κουν, που λέγατε ότι αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν;».
Αυτό ήταν, ο θεοποιημένος σκηνοθέτης μου έκλεισε οριστικά την πόρτα του θεάτρου του. Αργότερα όταν συνάντησα τον σοφό ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη του ανέφερα τη συμπεριφορά του Καρόλου Κουν και τον ρώτησα να μου εξηγήσει. Ο Γιάννης Τσαρούχης μου είπε: «Ο Κάρολος Κουν, παιδί μου, βλέπει τα νεοελληνικά πράγματα με τα μάτια του Κεντροευρωπαίου τουρίστα». Μετά στράφηκα προς το Εθνικό Θέατρο και υπέβαλα ένα έργο μου και περίμενα 3 χρόνια να εγκριθεί. Άλλη περιπέτεια και αυτή που την έλυσε ο Τάσος Λιγνάδης, ο έτερος λαμπρός άνθρωπος που βοήθησε στην αναγέννηση του Ελληνικού θεάτρου χαρίζοντας σε μένα και στο Εθνικό Θέατρο τον θρίαμβο του Ματς.
Αφού είδα και αποείδα ότι δεν γινόταν τίποτα, αποφάσισα με χρήματα των γονιών μου να προβώ σε έκδοση των έργων μου που είχαν σωριαστεί στα συρτάρια μου σε έναν τόμο υπό τον γενικό τίτλο «Εσοδεία», εκδόσεις Δωδώνη. Όταν επιτέλους κρατούσα στα χέρια το βιβλίο με τα 7 θεατρικά έργα μου, έτσι για την τιμή των όπλων, αποφάσισα να το αποστείλω σε έναν από τους σημαντικότερους θεατρικούς κριτικούς, τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, μη ελπίζοντας και πολλά. Ώσπου ένα πρωί του Οκτωβρίου χτύπησε το τηλέφωνό μου. Το σήκωσα και ήταν ο ίδιος ο Κώστας ο Γεωργουσόπουλος. «Είμαι ο Κώστας Γεωργουσόπουλος», μου είπε… «Έλαβα το βιβλίο σας και είμαι κατενθουσιασμένος γι’ αυτό και σας έγραψα μια κριτική στο Βήμα της Κυριακής». Στην αρχή νόμιζα ότι μου κάνουνε φάρσα. Πράγματι όταν πήρα την εφημερίδα στα χέρια μου και τη διάβασα κατάλαβα ότι ήταν μια διθυραμβική κριτική που ούτε στα πιο τολμηρά μου όνειρα είχα φανταστεί. Δεν τον ήξερα τον άνθρωπο ούτε τον είχα συναντήσει. Σχεδόν αμέσως επληροφορήθην ότι ο Κάρολος Κουν μόλις διάβασε την κριτική άφρισε και χτυπιότανε πάνω στα σκαλιά του θεάτρου του ουρλιάζοντας «Ποιος είναι αυτός που παίρνει ένα ασήμαντο παιδάριο από τις συνοικίες και το κάνει διάσημο;»
Η απάντηση μου σε αυτή την ερώτηση της τότε κυρίαρχης περί τα θεατρικά αυθεντίας είναι η εξής: Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ήταν ένας άνθρωπος που είχε μια τέλεια γνώση και θέα για τα τεκταινόμενα του Δυτικού και Ανατολικού πολιτισμού. Ένας δάσκαλος, ποιητής και στιχουργός που θεμέλιο της όλης ψυχοπνευματικής του ταυτότητας ήταν η γεωμετρία των έργων των μεγάλων τραγικών, γι’ αυτό και υπήρξε και μέγας μεταφραστής των έργων αυτών. Μια προσωπικότητα κεντρική της τότε Δημοκρατίας που ήξερε να ξεχωρίζει το αυθεντικό, το αληθινό και το γνήσιο από το ψεύτικο, το κάλπικο και το πρόσκαιρα επικερδές. Ένας μέγας πατριώτης, μαχητής, που ήθελε με τις κριτικές του να αναδείξει ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο αντάξιο με την θεατρική παραγωγή των κυρίαρχων γύρω εθνών, που θα απαντούσε σε όλα τα επώδυνα ερωτήματα του παρόντος πιστεύοντας ενδόμυχα ότι εδώ, από αυτό τον μικρό τόπο, μπορεί να δοθεί πλήρης και λυτρωτική απάντηση, από έναν λαό γερασμένο και φορτωμένο σοφία αιώνων ο οποίος τα έχει δοκιμάσει όλα αυτά προ πολλού και ήξερε πια πολύ καλά πού οδηγούν όλες αυτές οι αιματοβαμμένες τρελές της νεανικής και ανδρικής μετέπειτα τυφλής αλαζονείας. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ήταν ένας άνθρωπος, ένα πνεύμα διαρκώς ανήσυχο και ερευνητικό που οσμιζόταν όλα τα τερτίπια και τις πλοκές που εξαπέλυε η κάθε νέα άρχουσα τάξη ανεξαρτήτως ιδεολογικού χρωματισμού, προκειμένου να θεμελιώσει μια καινούργια παραπλάνηση με δημοκρατικό δήθεν τρόπο για να επικρατήσει όσο την παίρνει, όσο δηλαδή να περάσει η πρώτη γνωριμία του ενθουσιασμού ή φανατισμού. Γι’ αυτό έδωσε πραγματική βαρύτητα και εξύμνησε την αληθινή διεργασία ενός συγγραφέα, όντας και ο ίδιος πρωτογενής δημιουργός. Ήξερε δηλαδή ότι η απόλυτη μοναξιά και η ολοκληρωτική αυταπάρνηση ανοίγουν τη δίοδο του νου και της ψυχής για να διέλθουν και να αρθρωθούν σε λέξεις άυλες αλήθειες που υπερίπτανται γύρω στον ιστορικό χώρο χωρίς να τις παραμορφώνουν και να τις επιχρωματίζουν διάφοροι μικροεγωισμοί και σκοπιμότητες της στιγμής. Ήξερε δηλαδή να ξεχωρίζει τα καθαρά, ευγενή μέταλλα, τα οποία με κίνδυνο της ζωής τους γίνονταν φερέφωνα και διατρανώνανε στο σύμπαν τι είναι αυτό που ωφελεί και τι είναι αυτό που βλάπτει το αγαθό της ζωής χωρίς παραπλανητικές, δόλιες και έντεχνες αποκλίσεις. Ήξερε πολύ καλά ότι η ομαδικότητα στη σύνθεση ενός έργου αμβλύνει τη μοναξιά και την ορφάνια του δημιουργού και οδηγεί σε μαλθακά και επιπόλαια αποτελέσματα που ο χρόνος τα τσαλαπατά και τα σαρώνει εν ριπή οφθαλμού. Είχε ψυλλιαστεί ότι όλη αυτή η πανστρατιά σκηνοθετών που είχαν ξαμολύσει για να αλωνίζουν διάφοροι έξυπνοι μέσα στον χώρο ήταν ένας στρατός από επαίτες της επικαιρότητας, που άλλο σκοπό δεν είχε πάρα να εκθρονίσει τους συγγραφείς από την ιεραρχία της θεατρικής τέχνης και να γεμίσει τον χώρο με θεάματα όπου τα ψευδεπίγραφα νοήματά τους είχανε κοντά ποδάρια, όπως τα προαιώνια ψεύδη των διάφορων τυχάρπαστων εξουσιών. Τον ενδιέφερε η αυθεντική αντίθεση, η οποία ανάγλυφα παρουσιαζότανε από σκηνής ενός σύγχρονου ελληνικού θεατρικού έργου όχι για να νομιμοποιήσει μια ανοίκεια αθλιότητα αλλά για να την ξορκίσει, να την θεραπεύσει και να οδηγήσει σε καταστάσεις βίου πραγματικής ειρήνης δικαίου και μεστής εν μέτρω ισορροπίας ζωής. Εξάλλου, ο ρόλος της τέχνης της αναπαράστασης από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν να στέκεται ως αμείλικτος καθρέφτης απέναντι στα επιχειρήματα των διαφόρων εξουσιών, να τα καταλύει και να λειτουργεί ως ισχυρό αντιβιοτικό απέναντι στις αρρώστιες τους, εμποδίζοντας την κάθε αρρώστια με γνώση για να μην εξελίσσεται σε καταστροφική πανδημία. «Αν δεν αναγνωρίζεις την αρρώστια σαν αρρώστια», λέει ένας αρχαίος σοφός της Ανατολής, «δεν θα μπορέσεις ποτέ να γιατρευτείς από την αρρώστια». Αυτά όλα περίπου υπερασπίστηκε μέχρις εσχάτων ένας από τους βασικότερους υποστηρικτές του νεώτερου ελληνικού θεατρικού έργου γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η έκφραση μιας κάποιας αντίθεσης δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μαγιά για μια μελλοντική, βελτιωμένη συνέχεια. Το πάθος δηλαδή ας μας γίνει επιτέλους μάθος από σκηνής και όχι βεβαίως επί του πεδίου των μαχών. Αυτή η λειτουργία πρέπει να χαρακτηρίζει τα σοβαρά πολιτισμένα κράτη.
Αυτό τον αρχαίο τρόπο υπερασπίστηκε με τις κριτικές, τα κείμενά του και τη διδασκαλία του ο σοφός αυτός άνθρωπος, ορθώνοντας το ανάστημά του και παίρνοντας ρίσκα πολύ επικίνδυνα για την πορεία του μέσα στη ζωή. Σπάνια περίπτωση σύγχρονου ανθρώπου με απέραντες γνώσεις και τέλεια αφομοιωμένα εντός του τα αρχαία διδάγματα και με απόλυτη σιγουριά για το τι ωφελεί και τι βλάπτει τη ζωή των ευκολόπιστων ανθρώπων, τους οποίους δυστυχώς πάντα θέλγει η ευκολία της επικαιρότητας. Έμεινε αμετακίνητος μέχρι το τέλος της ζωής του στις πεποιθήσεις του διότι ήξερε πολύ καλά τι ακριβώς είναι αυτό που δεν παίρνει ο άνεμος στο πέρασμα του χρόνου, επειδή ότι και αν πράξουν οι πονηροί του κόσμου, η ανθρώπινη φύση τελικά δεν αλλάζει. Παραμένει ίδια όπως ακριβώς του χαρίστηκε από Θεού ή από του συνόλου του σύμπαντος.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, οι κομματικές δημοκρατίες που προέκυψαν άρχισαν να σφίγγουν τη βίδα της επιτήρησης γιατί δεν τους άρεσε να τους υπενθυμίζουν τα λάθη τους και βάλανε μπροστά τις διάφορες νομιμοποιημένες λογοκρισίες τους: Όπως τη λογοκρισία της σάχλας που συνοδευόταν από τη διαπίστωση ότι η όποια αλήθεια δημιουργεί κατάθλιψη∙ τη λογοκρισία της αποδόμησης όπου προς χάρη ενός πρόσκαιρου ξαφνιάσματος καταστρεφόταν η σοφή και πολλές φορές σωτήρια γεωμετρία των κλασικών έργων∙ και τη χειρότερη εξ όλων, τη λογοκρισία ενός έωλου και αχαλίνωτου μοντερνισμού που έκανε όλο τον χώρο του θεάτρου μια απέραντη χωματερή γεμάτη από τα απόβλητα διαφόρων τυχάρπαστων νεανίσκων που φιλοδοξούσαν να πρωτοτυπήσουν και να εκπλήξουν πάση θυσία με τις ανέξοδες και ακίνδυνες αυθαιρεσίες τους. Εδώ ταιριάζει το παλιό κινέζικο χαϊκού: «Από έναν βάτραχο που κουνήθηκε σπάραξε η σιωπή στον αρχαίο βάλτο». Παρ’ όλη την αντίδραση και την απέχθεια του κοινού, αυτές τις άγονες καταστρεπτικές κακοτεχνίες προέβαλαν και χρηματοδοτούσαν όσοι ήθελαν να ανακατέψουν τα μυαλά του κοσμάκη και να τυφλώσουν εν ψυχρώ τα ένστικτα αυτοσυντηρήσεώς του. Αυτό που επιδίωκαν ήταν να εμποδίσουν τους πληθυσμούς να ξετυλίξουν το κουβάρι, να κάνουν μια ουσιαστική και σαρωτική ανάγνωση της εποχής τους και να εννοήσουν επιτέλους τι ακριβώς ήταν αυτό που τους είχαν αναγκάσει να ζουν. Και το κατόρθωσαν όχι μόνο με τις νομιμοποιημένες λογοκρισίες τους που παρουσίαζαν ως ένα βήμα προόδου, αλλά και με την ισοπεδωτική βοήθεια της απανταχού παρούσης τηλεόρασης.
Στον φίλο μας, του οποίου σήμερα τιμούμε την μνήμη του, δεν του απαγόρεψαν να μας υπενθυμίζει κάθε λίγο και λιγάκι τα αρχαία του διδάγματα. Τον αφήσανε στο βάθος σιγά σιγά σαν μια ενοχλητική φωνή να βροντοχτυπά την πόρτα των δραστήριων κωφών εις μάτην και να τους θυμίζει τα οικεία κακά, ελπίζοντας ότι ο λόγος του απευθύνεται σε ανθρώπους που κάπως θέλουν να βελτιώσουν τη ζωή τους. Αλλά δυστυχώς, προς το παρόν, επαληθεύτηκε ο λόγος του μεγάλου μας ποιητή «γιατί δε βρίσκω τίποτε που να μην το συνηθίσατε∙ προσκυνώ». Όταν αυτός όμως ο τόπος αποφασίσει μέσα από τραγικές στιγμές να σταθεί στα πόδια του, θα ανατρέξει στα λόγια που δεν τα παίρνει ο άνεμος, στα λόγια που προσπαθήσανε να υπερασπιστούν τις ζωές των ανθρώπων, στα λόγια που δεν έπαψε ποτέ να μας υπενθυμίζει μια ζωή ο καλός φίλος και ευεργέτης μας που σήμερα τιμούμε τη μνήμη του.

