Μιχάλης Κουμπιός

Όταν η τέχνη ξεπερνά τον καλλιτέχνη όπως το φως ξεπερνά το χέρι που ανάβει το σπίρτο

Παρότι στους στίχους του εμφανίζονται χώροι, πρόσωπα, εικόνες και στιγμιότυπα μιας εποχής, αυτά λειτουργούν περισσότερο ως σκηνικό και όχι ως ο βασικός σκοπός της γραφής του. Ο ηθογράφος καταγράφει πρωτίστως ήθη, έθιμα, κοινωνικούς τύπους και καθημερινότητα με ρεαλισμό. Ο Διονύσης Σαββόπουλος, όμως, χρησιμοποιεί τις εικόνες ως αφετηρία, για να κάνει ποιητικά άλματα, να στοχαστεί πάνω σε μεγάλα και διαχρονικά θέματα, όπως ο πόλεμος, η αγάπη, η δικαιοσύνη, η ανθρώπινη φύση.

Είναι ποιητής με λόγο υπερβατικό και στοχαστικό, που αξιοποιεί την πραγματικότητα αλλά δεν περιορίζεται σε αυτήν. Οι αναφορές σε τόπους και πρόσωπα δεν αποσκοπούν στην τεκμηρίωση μιας εποχής, αλλά στη δημιουργία γεφυρών προς πιο καθολικά νοήματα και προς τις αθέατες περιοχές της εμπειρίας.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος δημιούργησε το πρότυπο του σύγχρονου τραγουδοποιού, που συνθέτει και ερμηνεύει μόνος τη μουσική και τους στίχους του ως μια αδιάσπαστη ενότητα. Η μουσική, οι ιδέες και τα νοήματα, η φωνή του και οι κινήσεις του πάνω στη σκηνή συνέθεσαν ένα ενιαίο σώμα που άνοιξε δρόμους και φώτισε περιοχές όπου η Τέχνη τολμά να προχωρά πρώτη.

Τα τραγούδια του παίζουν μαζί σου σαν μικρά μυστικά πλασματάκια, που πότε σε πιάνουν από το μανίκι για να σου ψιθυρίσουν μια αλήθεια, πότε ξεφυτρώνουν μπροστά σου γελώντας πονηρά, πότε αστράφτουν σαν σπίθες που προμηνύουν καταιγίδα και πότε σε τυλίγουν με μια ζεστασιά που δεν γνώριζες πως είχες ανάγκη.

Μεταφέρουν ένα φορτίο που δεν περιορίζεται ούτε από τις λέξεις ούτε από τη φωνή, αλλά απλώνονται σαν κύμα που αγγίζει τα πιο κρυφά στρώματα της μνήμης και της ανθρώπινης εμπειρίας.

Κάθε του τραγούδι ανοίγει έναν κύκλο που ξεκινά από την ιδιωτική σιγή και απλώνεται προς μια συλλογική μνήμη που αναδεύεται αργά, σαν φωτιά που επιμένει να καίει. Η φωνή του δεν υπήρξε ποτέ απλώς μία φωνή, αλλά μια βραχνή ανάσα που διανύει τη δύσβατη διαδρομή από το σκοτάδι στο φως και από το φως ξανά στο σκοτάδι.

Οι λέξεις του φεύγουν σαν μικρές σπίθες, που αναζητούν τόπο να σταθούν σε όποιον έχει την περιέργεια και τη διάθεση να ακούσει.

Ο Σαββόπουλος έλαμπε πάνω στη σκηνή όχι σαν σταρ αλλά σαν τελετουργός, που γνωρίζει ότι η Τέχνη είναι μια μυστική γέφυρα ανάμεσα σε όσα νιώθει ο άνθρωπος και σε όσα δυσκολεύεται να ομολογήσει. Κινούνταν με την ηρεμία του ανθρώπου που δεν έχει τίποτα να αποδείξει και με την τόλμη εκείνου που έχει ζήσει τα πάντα. Το σώμα του έγινε φορέας μιας άλλης αλήθειας, που δεν κρύφτηκε στη χειρονομία, αλλά στη δόνηση μιας εσωτερικής φλόγας.

Τα τραγούδια του ανοίγουν παράθυρα σε κόσμους οικείους και ταυτόχρονα απρόβλεπτους. Άλλοτε λυγίζουν από τρυφερότητα και άλλοτε γεμίζουν τον αέρα με έναν σιωπηλό θυμό που δεν χρειάζεται να υψώσει τον τόνο για να ακουστεί. Ο Σαββόπουλος έγραφε όχι για να εξηγήσει, αλλά για να αποκαλύψει εκείνα τα αθέατα στρώματα της ζωής που όλοι κουβαλάμε και σπάνια τολμούμε να αγγίξουμε.

Καθώς ο χρόνος προχωρούσε, τα τραγούδια του παρέμεναν ζωντανοί οργανισμοί, που ανέπνεαν και μεταμορφώνονταν. Δεν γερνούν, γιατί είναι φτιαγμένα από υλικό που δεν υποτάσσεται στις εποχές. Μέσα τους υπάρχει η αγωνία του ανθρώπου που παλεύει να σταθεί όρθιος, ο σπαραγμός της απώλειας, η φλόγα του έρωτα, η αίσθηση της αδικίας, η ανάγκη για ένα μέλλον που δεν θα μας τρομάζει.

Έτσι διαμόρφωσε έναν τρόπο να υπάρχουμε μέσα στη μουσική του, ένα καταφύγιο που ακούει τα μυστικά μας, πριν ακόμη τα πούμε.

Θύμωσε πολλούς, και συνήθως ο θυμός τους προερχόταν από παρερμηνείες αλλά και από την πολιτική πόλωση της εποχής. Ήταν η προσδοκία μιας πλειοψηφίας ακροατών που ήθελαν ο Νιόνιος τους να συνεχίσει να «ταυτίζεται» απόλυτα μαζί τους, να εκφράζει τις δικές τους ιδέες και να επιβεβαιώνει τις βεβαιότητές τους.

Ένας μεγάλος καλλιτέχνης όμως δεν παύει να είναι μεγάλος επειδή δεν συμφωνείς με τον τρόπο ζωής του ή με τις ιδέες του. Το μέγεθος δεν μετριέται με την ταύτιση αλλά με την ακτίνα της επίδρασης, με το βάθος της ματιάς και με την ικανότητα να φωτίζει περιοχές της ύπαρξης που αλλιώς θα έμεναν αθέατες. Η Τέχνη του μπορεί να σε συγκλονίζει, ακόμη και αν ο ίδιος σε απομακρύνει.

Μπορεί να σου ανοίγει δρόμους εκεί όπου οι απόψεις του υψώνουν τοίχους, γιατί η Τέχνη συχνά ξεπερνά τον καλλιτέχνη, όπως το φως ξεπερνά το χέρι που ανάβει το σπίρτο.

Κύλιση στην κορυφή