Τό μόνο κοινό μεταξύ μας ἦταν ὅτι δέν εἴχαμε γνωρίσει πόλεμο (οὔτε Bαλκανικούς ἤ μικρασιατικό δράμα ὅπως οἱ γιαγιάδες μας, οὔτε Παγκόσμιο, Κατοχή καί Ἐμφύλιο ὅπως οἱ γονεῖς μας), εἴχαμε ὅμως ἀνατραφεῖ μέ τόν ἀπόηχο ὅλων αὐτῶν. Zούσαμε ἐπίσης τή δικτατορία, ἀλλά μέ τά μάτια τῶν κληρονόμων τῆς δημοκρατίας καί, οἱ περισσότεροι, χωρίς ἰδιαίτερα ξεκαθαρισμένες πολιτικές τοποθετήσεις. Ἤμασταν ὅλοι, ἐξ ὁρισμοῦ, μέ τήν πλευρά τῶν διωκόμενων (πολιτικά, κοινωνικά κ.λπ.) καί δέν θυμᾶμαι οὔτε ἕναν ἀπό τούς ἐκκολαπτόμενους συγγραφεῖς νά συμπλέει μέ αὐτούς πού λέγαμε τότε «δεξιούς». Ἡ κλίμακα πού μᾶς ἐνδιέφερε στό ἐπίπεδο τῶν προσωπικῶν ἐπιλογῶν, περιελάμβανε ἀπό ἀναρχικούς ἕως μαοϊκούς ἤ, τό πολύ, ἀριστερόχειρες ἤ ἀριστεριστές. Ἄν μπορεῖ νά τό διατυπώσει κανείς ἔτσι, ἡ δικτατορία μᾶς δίδαξε ἕνα πράγμα: ὅτι μᾶλλον δέν ὑπάρχουν δύο εἰδῶν συμπατριῶτες μας, δυνάστες καί δυναστευόμενοι, ἀλλά ὅτι ὁ καθένας ἔχει αὐτομάτως τήν ἱκανότητα νά ἀποκτηνώνεται ὅταν τοῦ δοθεῖ ἡ κατάλληλη εὐκαιρία. Τή μετατρέπει σέ ἰδεολόγημα καί ἐφορμᾶ.
Ἄν κάτι ὅμως μᾶς ἐμπότισε βαθύτατα καί διαμόρφωσε, ἑκούσια ἤ ἀκούσια, κάποιον διαφορετικό τρόπο σκέψης, συμπεριφορᾶς καί ζωῆς, αὐτό, νομίζω, εἶναι τό ρόκ. Ἡ ὡρίμανση τῆς γενιᾶς μας συμπίπτει μέ τήν ἐξάπλωση τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἤχου στή μουσική, μέ τόν ἐξηλεκτρισμό τῆς ἑλληνικῆς ἐπαρχίας καί τήν ἠλεκτρισμένη ἀτμόσφαιρα τῆς δικτατορίας. Τό ρόκ μεγάλωνε μαζί μας.
Τό ρόκ ἐκεῖνο συνδύαζε μουσική, χρῶμα, ποιητική καί τρόπο ζωῆς. Ἡ πρακτική τῶν χίππις (μεῖγμα πρώιμης οἰκολογίας, ἀντιεξουσιαστικῆς διάθεσης καί ἀρχόμενου ἀντιαμερικανισμοῦ, κυρίως μέ ἔναυσμα τό ἔρμο Bιετνάμ) καλλιεργοῦσε, ὄχι μόνο ἐξωτισμό, ξενόγλωσση κουλτούρα, «ὀνειροπαγίδες», ψυχοτρόπες οὐσίες, ἀλλά καί μιά ἰδιότροπη λειτουργική πού, ἴσως, θά μποροῦσε νά ὀνομαστεῖ «Ἠθική τοῦ ὀνείρου».
Mαζί μέ τά ἀμερικάνικα τραγούδια καί τά συμφραζόμενά τους, ἔφτανε ὥς ἐμᾶς, κυρίως ἀπό τά ραδιοφωνάκια ἤ τά τζούκ-μπόξ (ἄλλα σημαντικά χαρακτηριστικά ἀξεσουάρ μιᾶς ἀόρατης ἀλλά ἔντονα διαμορφούμενης κοινότητας), ὁ παλμός πού μετέδιδαν κρυπτικά τά ἀγγλικά, τά γαλλικά ἀλλά καί τά ἰταλικά ἅσματα. Οἱ μπαλάντες καί τά λατινοαμερικάνικα τῶν Ἄνδεων (περιλαμβάνοντας στό εὐρύχωρο κύτος τους τόσο τούς Λέντ Ζέπελιν ἤ τους Ἄνιμαλς μέχρι τόν Μπρασένς, τόν Τσέ, τήν «Ἐπουράνια ἀδαμαντοστόλιστη Λούσυ» καί τά «Μαυροφόρα μωρά»), περιέγραφαν μέ ἰδιόλεκτους κωδικούς, ὁλοκληρωμένους φαντασιακούς μικρόκοσμους πού μᾶς καλοῦσαν σέ «ἀποστασία» ἀπό τά καθιερωμένα καί «δημιουργία» φαντασιακῶν λαβυρίνθων.
Ἐπιβιβαζόμενοι στό Κίτρινο Υποβρύχιο ἤ στό Ἀεροπλάνο τοῦ Τζέφερσον, τό ἀρχικό παραταξιακό δίλημμα: Μπήτλς ἤ Ρόλινγκ Στόουνς, Ντύλαν ἤ Κόεν, Σεφέρης ἤ Ἐλύτης κλπ., ὁδηγήθηκε στόν συγκερασμό: Καί Τζόπλιν καί Μάρκος, καί Ζάπα καί Ζαπάτα, Γκοντάρ ἀλλά καί Σέρτζιο Λεόνε, Μπέκετ καί Αἰσχύλος, καί Βέγγος καί Μάρξ (στούς ἀδελφούς ἀναφέρομαι). Ἡ ἀντίθεση περιοριζόταν μονάχα στά ἀκραιφνῶς ἀθλητικά (γιά ὅσους τούς ἐνδιέφεραν) καί στήν ἀπαράβατη ὑπεράσπιση τῆς «δημοκρατίας».
Ἡ συγχώνευση ὅλων αὐτῶν, ὅσο καί ὅπως τήν καταλαβαίναμε, μοῦ φαίνεται ὅτι μᾶς ἐπηρέασε καίρια καί, σέ συνδυασμό μέ τήν κατά πάντων ἀντιστασιακή διάθεση πού χαρακτηρίζει τή νεότητα πρίν τόν ἐφησυχασμό, σύν τήν κυτταρική καί παραμυθιακή μνήμη πού μᾶς συνέδεε μέ τά ἴχνη τῆς Κατοχῆς καί τοῦ Ἐμφύλιου, βοήθησε νά περάσουμε στόν ἀποχυμωτή καί νά παραχθεῖ μιά γενιά πού ἀμφισβήτησε τήν ἐσωτερική σύγκρουση, παρασκευάζοντας ἕνα μείγμα πού, πρός στιγμήν, τό ὀνειρευτήκαμε κοκταίηλ Mολότωφ, ἀλλά προέκυψε κοκταίηλ (First we take…) Mανχάτταν.
***
Αὐτά (πάνω κάτω) ἔγραφα πρό πολλῶν ἐτῶν μέ βάση ἕνα κείμενο πού ἑτοίμασα τό 2000 γιά ἡμερίδα τοῦ ἀείμνηστου ΕΚΕΒΙ. (Βλ. Παρασάγγες, Α´, Ὀνομαστικόν, Ἄγρα 2014 καί, συμπληρωματικά, «Ο Χάρτης τοῦ Τράμ», στό περ. Νέα Ἑστία, τχ. 1875, Δεκ. 2017.)
Στά χρόνια πού πέρασαν, δέν ἄλλαξε καί πολύ ἡ εἰκόνα πού εἶχα σχηματίσει μέχρι τότε. Ἄν ἐξαιρέσουμε τίς ἠχηρές ἀπουσίες πού ἀποδεκατίζουν, χρόνο μέ τόν χρόνο τούς ἐναπομείναντες, μέ ὁρατό τόν κίνδυνο νά ἐκτροχιαστεί ὁσονούπω τό «τραῖνο τῆς Γενιᾶς τοῦ ᾽70» (τά εἰσιτήρια τοῦ ὁποίου κόβονταν ἐπί μία δεκαετία στό γκισέ τοῦ Κέδρου καί οἱ ἐπιβάτες του συνωστίζονταν στίς πλατφόρμες τοῦ Τράμ καί, κατόπιν, τοῦ Ὕψιλον, κυρίως), ἡ μόνη διαφοροποίηση πού ἔγινε ὁρατή στά χρόνια πού μεσολάβησαν ἦταν ἡ ἀμφισβήτηση (ὑπό τό βλέμμα κάποιων θεωρητικῶν τῆς λογοτεχνίας) τοῦ κατά πόσο ἡ «Γενιά τῆς ἀμφισβήτησης» ὄντως ἀμφισβήτησε κάτι ἄλλο πέρα ἀπό τόν ἑαυτό της καί, σέ δεύτερο ἐπίπεδο, ὁ ἀπεγκλωβισμός τῶν λογοτεχνῶν πού προσμετροῦνται στά βαγόνια της ἀπό τίς πολυκλαδικές ἑρπύστριες τῆς «Γενιᾶς του Πολυτεχνείου». Καί βέβαια ὅτι, πλέον, τό πνεῦμα, ἐν εἴδει Ἀριστερᾶς, ἐβεβαίου τοῦ παραλόγου τό ἀληθές… Ἐνῶ ἡ ἐν λόγῳ γενιά, πέραν τῆς προσωπικῆς ἔκφρασης, ἐξακολουθεῖ νομίζω νά μήν διακρίνεται γιά κανενός εἴδους συναίσθησης κοινοῦ ἐκφραστικοῦ δρόμου. Ἴσως αὐτό μάλιστα νά ἀποτελεῖ καί τό μεγαλύτερό της ἐπίτευγμα.
Τό περιοδικό Τράμ, πού συνέβαλε στή διαμόρφωση τῆς γενιάς, ἦταν, κατά βάση, προϊόν μιᾶς παρέας φιλομαθῶν συνομηλίκων πού συγκατοίκησαν εὐγενικά μέ τούς πολιτιστικούς «προγόνους» τους. Τό περιοδικό Χάρτης πού τό διαδέχθηκε (1982-1987), στόν κεντρικό πυρήνα του εἶχε καί πάλι τούς βασικούς συνεργάτες τῆς ἴδιας λίγο πολύ γενιᾶς, τούς ὁποίους πλαισίωσαν ἀρκετοί παλαιότεροι ἀλλά καί νεότεροι πιά ποιητές καί πεζογράφοι. Διευρύνθηκε ἔτσι σέ πολλαπλούς ὁμόκεντρους κύκλους, λειτουργώντας συμπληρωματικά (ὅσο καί παραπληρωματικά – ἀλλά κάποτε καί ἀντιθετικά) σέ σχέση μέ τά ἄλλα περιοδικά πού κυκλοφοροῦσαν τότε στόν χῶρο. Παρ᾽ ὅλο πού μεταξύ τῶν συνεργατῶν ὑπῆρχαν συνήθως φιλικοί δεσμοί, οὐδέποτε ὁ Χάρτης λειτούργησε σάν «παρέα» (μέ τή στενή ἔννοια τοῦ ὅρου, τέλος πάντων). Ἄλλωστε, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς βασικούς συνεργάτες του ζοῦσαν σέ διαφορετικές γειτονιές, σέ διαφορετικές πόλεις, σέ ἄλλες χῶρες – ἀκόμα καί σέ ἄλλες ἠπείρους. Τό περιοδικό αὐτό περισσότερο ἀναδείχθηκε σέ κοινό παρονομαστή ἑτερόκλητων μέν, δυναμικῶν δέ δημιουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονταν τήν ἀξία ἤ τήν ἰδιομορφία τῶν ἄλλων. Αὐτό ἀποδείχθηκε περίτρανα στά «ἑλληνικά» ἀφιερώματα ἰδίως (Καβάφης, Ἐμπειρίκος, Ἐλύτης, Ροΐδης, Ἐγγονόπουλος), ὅπου συνέπλευσαν ἀρκετές διαφορετικές τάσεις.
Καί στά 26 τεύχη του, πάντως, ἡ παρουσία τῆς Γενιᾶς τοῦ ᾽70 ὑπῆρξε καθοριστική –καί παραμένει ἕως σήμερα, στήν ἡλεκτρονική ἐκδοχή του.
