Ευριπίδης Γαραντούδης

Παρατηρήσεις για τη γλώσσα της σύγχρονης ελληνικής νεανικής ποίησης

Οι παρατηρήσεις μου, σε αυτή τη σύντομη ομιλία, είναι απόρροια της συστηματικής ενασχόλησής μου με τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, στο πλαίσιο τριών εργασιών μου – εννοώ εκτός της σταθερής μέσα στον χρόνο αναγνωστικής τριβής μου μαζί της. Η πρώτη εργασία ήταν η εκπόνηση, σε συνεργασία με τη Σοφία Κολοτούρου, της Ανθολογίας νέας ελληνικής ποίησης, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Βακχικόν το 2022 και περιέλαβε ποιήματα 24 ποιητών και ποιητριών που ήταν μέχρι 40 ετών το 2021 (συνεπώς γεννήθηκαν από το 1981 και εξής). Η δεύτερη εργασία ήταν η επιλογή κριτικών κειμένων, η σύνταξη αναλυτικής βιβλιογραφίας τους και η συγγραφή εκτενούς εισαγωγής στο βιβλίο μου Η επαναφορά σε χρήση των αυστηρά έμμετρων μορφών. Επιλογή κριτικών κειμένων (1981-2023), το οποίο θα εκδοθεί μέσα στη χρονιά από τις εκδόσεις Κίχλη. Η τρίτη και σημαντικότερη εργασία ήταν η εκπόνηση ανθολογίας της ελληνικής ποίησης του 21ου αιώνα, όπου έχουν περιληφθεί ποιήματα 79 ποιητών και ποιητριών που εμφανίστηκαν μετά το 2000 και ηλικιακά βρίσκονται περίπου ανάμεσα στα 30 και τα 60 έτη. Η ανθολογία αυτή θα εκδοθεί επίσης μέσα στο 2025 από τις εκδόσεις Gutenberg, ως πέμπτο μέρος της δεύτερης, αναθεωρημένης και εμπλουτισμένης έκδοσης της ανθολογίας Και με τον ήχον των για μια στιγμή επιστρέφουν… Η ελληνική ποίηση τον 20ό αιώνα (Ανθολόγηση – Πρόλογος Δώρα Μέντη, Εισαγωγικά σημειώματα Ευριπίδης Γαραντούδης, Gutenberg, Αθήνα 2016). Στην εισαγωγή αυτού του πέμπτου μέρους της νέας ανθολογίας εξετάζονται διάφορα ζητήματα γύρω από τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Εννοείται ότι στο πλαίσιο αυτής της σύντομης ομιλίας, οι παρατηρήσεις μου θα είναι αρκετά γενικές, συνεπώς σχηματικές, και δεν θα πλαισιωθούν από αναφορές σε ποιητές ή ποιήτριες και σε συγκεκριμένα ποιητικά παραδείγματα. Επίσης μία, αυτονοήτως αναγκαία, εισαγωγική διευκρίνιση αφορά τον προσδιορισμό της έννοιας «νεανική ποίηση». Εκτείνω, λοιπόν, την έννοια της νεότητας από τους ποιητές και τις ποιήτριες που διανύουν την τρίτη δεκαετία της ζωής τους μέχρι τους δέκα ή και περισσότερα χρόνια μεγαλύτερους και μεγαλύτερες, καθώς με ενδιαφέρει οι όποιες μεταξύ τους διαφορές στη χρήση της ποιητικής γλώσσας να συσχετιστούν με μετατοπίσεις του πολιτισμικού ορίζοντα, προσδιορισμένες και από τις ηλικιακές διαφορές.

Λαμβάνοντας υπόψη την ομόφωνα σχεδόν εκφρασμένη άποψη της κριτικής ότι τη σύγχρονη ποίηση χαρακτηρίζουν η πολυμορφία και η συνθετότητά της, καταθέτω ως πρώτη παρατήρηση, σε ό,τι αφορά τη χρήση της ποιητικής γλώσσας, ότι η γλώσσα των ηλικιακά μεγαλύτερων νέων ποιητών και ποιητριών, όσων είναι περίπου 40 ή και τα έχουν υπερβεί, είναι εν γένει λόγια, λιγότερο ή περισσότερο κατά περίπτωση, συνεπώς κατά το μάλλον ή ήττον συντονισμένη με την πολυτροπία της ώριμης ποιητικής γλώσσας των ποιητών και των ποιητριών της μεταπολίτευσης (ας τους πούμε σχηματικά γενιές του 1970 και του 1980), ενώ η γλώσσα των ηλικιακά νεότερων, των σημερινών εικοσάρηδων και τριαντάρηδων, είναι εμφανώς πιο ‟χαμηλή” στην κλίματα της ποιητικότητάς της, ενίοτε εμφατικά αντιλόγια γλώσσα. Αν αυτή η γλωσσική ροπή, ανεξάρτητα από τις θεματικές περιοχές σε σχέση με τις οποίες εκδηλώνεται, αντανακλά ένα ασχημάτιστο πεδίο ή ένα ελλιπές ακόμα επίπεδο ποιητικής προπαίδειας ή λειτουργεί ως τάση, σε μία προσπάθεια ετεροπροσδιορισμού ως προς την αμέσως προηγούμενη ποιητική παράδοση, είναι ζητήματα που χρειάζονται διερεύνηση και θα αποσαφηνιστούν συν τω χρόνω.

Νομίζω ότι, προκειμένου να διακρίνουμε διαφοροποιήσεις της γλώσσας της νεανικής ποίησης από την προηγούμενή της ποιητική γλώσσα, έχει περισσότερο ενδιαφέρον να συσχετίσουμε την πρώτη με γενικότερες τάσεις ή και ειδοποιά γνωρίσματα της σύγχρονης ποίησης˙ κυρίως με την υπονόμευση ή υπέρβαση των ορίων μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών και τον εντατικό διάλογο της ποίησης με άλλες τέχνες. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο εξελίξεων, όπου ο λόγος της ποίησης συναιρείται με τον λόγο άλλων τεχνών, όταν η διακειμενικότητα αναβαπτίζεται προς τη διακαλλιτεχνικότητα ή τη διαμεσικότητα, καθώς πλέον γράφονται ολοένα και περισσότερα ποιητικά έργα που ενσωματώνουν, ενίοτε αδιάκριτα, τον πεζόμορφο αφηγηματικό λόγο, τις μουσικές αναφορές ή τους μουσικούς όρους, τις κινηματογραφικές αναφορές, το δοκίμιο, το ημερολόγιο, τη μαρτυρία, τον αφορισμό, το θέατρο ή το σενάριο, είναι εύλογο ότι και η ποιητική γλώσσα ανανεώνεται προς την κατεύθυνση της μείξης της με γλωσσικές τάσεις περισσότερο οικείες σε κατά παράδοση διαφορετικά ως προς αυτήν λογοτεχνικά ή γραμματειακά ή καλλιτεχνικά είδη. Ως συντελεστικό παράγοντα αυτής της ειδολογικής υβριδικότητας της ποίησης, συνεπώς και της γλωσσικής συνθετότητας και πολυτυπίας της, πρέπει βεβαίως να συνυπολογίσουμε την κρίσιμη επίδραση στη ζωή μας των τεχνολογικών εξελίξεων, τη ραγδαία εξάπλωση στη καθημερινότητά μας των ηλεκτρονικών-ψηφιακών μέσων επικοινωνίας και εργασίας, τη συστηματική χρήση του διαδικτύου και ειδικότερα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Όλα αυτά διαμορφώνουν, ενίοτε κατά τρόπο αναπόδραστο, και γλωσσικές τάσεις, εκούσιες και ακούσιες. Αν τα παραπάνω δείχνουν την αλλαγή όχι μόνο του καλλιτεχνικού αλλά ευρύτερα του πολιτισμικού ορίζοντα, ας λάβουμε υπόψη ότι η γλώσσα της σύγχρονης νεανικής ποίησης επηρεάζεται επίσης από την πολυγλωσσία των νέων ποιητών και ποιητριών και από τη διαμονή αρκετών εκτός Ελλάδας. Αυτό δείχνουν ο πολύ ανοιχτός ορίζοντας του διαλόγου τους λιγότερο με ομόγλωσσους ομότεχνους τους και περισσότερο με τους γνωστούς ποιητές της δυτικής λογοτεχνικής παράδοσης του 19ου, του 20ού και του 21ου αιώνα και η χρήση ξένων λέξεων ή φράσεων, που λειτουργούν παράλληλα με την αναφορά σε ευρωπαϊκές χώρες και πόλεις.

Πιστεύω επίσης ότι η γλώσσα της σύγχρονης νεανικής ποίησης προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό και αλληλενεργεί με τη μορφολογία των ποιητικών έργων. Οι σύγχρονοι ποιητές και ποιήτριες χρησιμοποιούν παράλληλα και συνδυαστικά όλες τις φόρμες της ελεύθερης ποίησης: τον ελεύθερο στίχο, τον στίχο-παράγραφο, τις πεζόμορφες ποιητικές φόρμες (από το βραχύτερο πεζό ποίημα μέχρι το εκτενέστερο ποιητικό αφήγημα), τις μεικτές φόρμες που συνδυάζουν στο ίδιο ποιητικό κείμενο τις παραπάνω φόρμες. Η υποστηριζόμενη ή και επιχειρούμενη από μία ομάδα ποιητών και ποιητριών τάση για την επαναχρησιμοποίηση των αυστηρά έμμετρων μορφών, με τη γραφή ποιημάτων σε φόρμες όπως το σονέτο ή η μπαλάντα και με τη συχνή ανάκληση σε αυτά γλωσσικών, θεματικών και εκφραστικών στοιχείων συνδεδεμένων, ενίοτε εμφατικά, με την πριν από τον ελεύθερο στίχο ποίηση και μάλιστα με αντιμοντερνιστική διάθεση, πρέπει, εντέλει, να γίνει αντιληπτή ως μία ακόμα μορφική εκδοχή της ελεύθερης ποίησης. Σημασία δεν έχουν οι επιμέρους μορφολογικές όψεις, αλλά η γενική εικόνα που αυτές σχηματίζουν· αυτή η γενική εικόνα τείνει προς τη ρευστοποίηση των μορφών της ελεύθερης ποίησης. Μέσα σε μία τέτοια εξελικτική διαδικασία μπορούμε να αντιληφθούμε και την επιτελεστική ποίηση ως απόπειρα να διευρυνθούν οι δυνατότητες έκφρασης (και συλλογικής δημόσιας εκφοράς) του ποιητικού έργου, πέρα από το ποιητικό κείμενο, με τα ζωντανά εργαλεία της ανθρώπινης φωνής, του ανθρώπινου προσώπου και του ανθρώπινου σώματος. Η παραπάνω πολυμορφία προφανώς προσδιορίζει και τις ποικίλες εκδοχές της ποιητικής γλώσσας. Για παράδειγμα, η επαναχρησιμοποίηση των αυστηρά έμμετρων μορφών κατά κανόνα τείνει προς μία περισσότερο ποιητική ή λόγια γλώσσα, στο πεδίο κυρίως της λυρικής ποίησης. Από την άλλη πλευρά, η επιτελεστική ποίηση ενσωματώνει στον ποιητικό λόγο την προφορικότητα, συνεπώς καλλιεργεί γλωσσικές περιοχές εκτός της κατά συνθήκη θεωρούμενης ως ποιητικής γλώσσας. Εύστοχα έχει επισημανθεί ότι η ποίηση μετά το 2000 δοκίμασε και δοκιμάζεται με διαφορετικές ως προς το παρελθόν εκδοχές λόγου και πρακτικές, όπως, αναφέρω ενδεικτικά, το καραόκε, οι ποιητικοί μαραθώνιοι, οι περφόρμανς, οι πειραματισμοί με το θέατρο, τη μουσική, το σλαμ. Τέτοιες επιλογές και τακτικές αναμφίβολα ανανέωσαν και ανανεώνουν τον σύγχρονο ποιητικό λόγο, και ιδίως εκείνον των νεότερων, πολλαπλά, ως επιτελεστική πράξη και δράση, εκθέτοντάς τον στον δημόσιο χώρο, ως θεματικό πλαίσιο, ως φόρμα, αλλά και ως γλώσσα.

Περνώ, εν συντομία, σε ένα άλλο κρίσιμο για τον προσδιορισμό των πολλαπλών και ρευστών περιοχών της γλώσσας της σύγχρονης νεανικής ποίησης ζήτημα. Θα δεχτώ κι εγώ, όμως επισημάνθηκε κατ’ επανάληψη από τη λογοτεχνική κριτική και μάλιστα για την ποιητική παραγωγή ήδη πριν από την περίοδο της κρίσης, ότι το πιο σημαίνον ίσως χαρακτηριστικό της σύγχρονης ποίησης είναι η σχέση της με την πολιτική και τον δημόσιο χώρο. Έτσι, τίθεται το ερώτημα αν και κατά πόσο η ποιητική γλώσσα προσδιορίζεται από τον ιδεολογικό προσανατολισμό που έχουν και, συναφώς, από το αξιακό σύστημα που πρεσβεύουν όχι άτομα αλλά ομάδες με κοινές αντιλήψεις και πεποιθήσεις. Σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό της γλώσσας της νεανικής ποίησης από τον ιδεολογικό προσανατολισμό και γενικότερα από την κοινωνική εξωστρέφειά της, δεν με ενδιαφέρουν απόψεις και θεωρήσεις όπως της Van Dyck, η οποία στην ανθολογία της Μέτρα λιτότητας (2017) διακρίνει την «αισθητική της επηρεασμένης από την ποπ κουλτούρα “ταχυποίηση[ς]”, μεταπλάθοντας [που μεταπλάθει] τη γλώσσα των εφημερίδων, των περιοδικών και της διαφήμισης σε ποιήματα αντικουλτούρας»˙ δεν με ενδιαφέρουν επειδή, σε θεωρήσεις όπως αυτή, όταν περιορίζεις το πεδίο της εποπτείας σου εκεί όπου θέλεις και στοχεύεις, βρίσκεις σίγουρα αυτό που περίμενες να βρεις. Η ευρύτερη, λοιπόν, σχέση της σύγχρονης νεανικής ποίησης με την πολιτική και τον δημόσιο χώρο, ανεξάρτητα από τους τρόπους με τους οποίους εκφράζεται, προκλήθηκε και διατηρείται αφενός από τη δυναμική που προκάλεσε η κρίση στην Ελλάδα και αφετέρου από ανοιχτά παγκόσμια ζητήματα που παγιδεύουν τη ζωή μας μέσα σε ένα δυστοπικό περιβάλλον. Έχει ήδη παρατηρηθεί, και σωστά, ότι όλα αυτά επιφέρουν την προτίμηση των νέων ποιητών και ποιητριών στην κυριολεξία και την αντιλυρική διάθεση, την προφορικότητα και τον επιτελεστικό λόγο, τον περιορισμό του μεταφορικού λόγου με στόχο την άμεση επικοινωνία, την αντίθεση σε κάθε είδους ρητορικούς τρόπους που συντελούν στη διαφοροποίηση από τον καθημερινό λόγο. Αλλά, πέρα από αυτές τις γενικές γλωσσικές τάσεις, με απασχολεί το ερώτημα αν υπάρχουν επιμέρους γλωσσικές διαφοροποιήσεις εδρασμένες στη βάση κοινών ταυτοτικών γνωρισμάτων, της αντίληψης του συνανήκειν, με άλλα λόγια, σε μία διακριτή ανθρώπινη κοινότητα. Για παράδειγμα, η έμφυλη συνείδηση και ο στοχασμός γύρω από αυτήν στο έργο των ποιητριών του πρώτου τέταρτου του 21ου αιώνα προσδιορίζουν τις γλωσσικές επιλογές τους κατά τρόπο διακριτό; Πιθανόν όχι, σκέφτομαι, επειδή η καλλιτεχνική αυτοσυνειδησία αρκετών γυναικών ποιητριών ως καλών ποιητριών λειτουργεί ανασταλτικά στην τάση για τον κοινό γλωσσικό προσδιορισμό τους. Θα επικαλεστώ κι ένα άλλο παράδειγμα ομάδας. Οι εξελίξεις στις αντιλήψεις γύρω από τη σεξουαλικότητα και τις ταυτότητες φύλου έκαναν περισσότερο ορατές στο λογοτεχνικό πεδίο εκδοχές διαφορετικότητας που παλαιότερα αποκρύπτονταν ή σκιάζονταν, εξαιτίας μίας στάσης άμυνας απέναντι στην κοινωνική απομόνωση, την κατακραυγή ή και τη βία. Η ανάδυση του ποιητικού λόγου στο φως του δημόσιου λόγου προσέλαβε και μία καθαρά πολιτική διάσταση-διεκδίκηση στην περίπτωση της κουήρ ποίησης. Τα άτομα, λοιπόν, που αυτοπροσδιορίζονται ως μέλη της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙΑ+ εμφανίζουν στα ποιήματά τους κοινά ή συγγενικά γνωρίσματα ως προς την ιδιοσυστασία της ποιητικής γλώσσας τους; Πιθανόν ναι, επειδή τα στοιχεία του κοινού προσδιορισμού τους είναι πιο ισχυρά. Προκειμένου, πάντως, τέτοιου είδους ερωτήματα να τεθούν και να απαντηθούν, το ζητούμενο είναι η εξέτασή μας να εστιαστεί, με κατά το δυνατόν συστηματικό τρόπο, σε ενδοκειμενικά χαρακτηριστικά των ποιημάτων, χαρακτηριστικά που θα αναδειχθούν στην οπτική μας ισχυρότερα από τα εξωλογοτεχνικά γνωρίσματα προσδιορισμού.

Θέλω να κλείσω τις παρατηρήσεις μου με την έκφραση της χαράς μου που ζητήματα όπως αυτό στο οποίο αναφέρθηκα γίνονται πλέον αντικείμενο ενός ανοικτού κριτικού διαλόγου, μέσα σε ένα διαμορφούμενο κριτικό πεδίο το οποίο, αν το δούμε εποπτικά, παρά τις κατά καιρούς αντεγκλήσεις, ορισμένες εμμονικές απόψεις και σποραδικές τακτικές χαρακωμάτων, δημιουργεί τη βάσιμη ελπίδα του γόνιμου διαλόγου γύρω από αυτήν που όλοι και όλες εδώ αγαπούμε, την ποίηση.

Κύλιση στην κορυφή