Άκης Παπαντώνης

Password

«Παρακαλώ κοιτάξτε ευθεία στην κάμερα. Μόλις τελειώσει η σάρωση, δώστε το όνομα χρήστη και τον μυστικό κωδικό σας», άκουσες μόλις μπήκες στον προθάλαμο. Ο παγωμένος αέρας από τον κλιματισμό σε πήρε στο πρόσωπο, η μυρωδιά λεβάντας σε ηρεμούσε.

Username: kk22044
Password: ********

«Το όνομα χρήστη ή/και ο μυστικός κωδικός που δώσατε είναι λανθασμένα.
Δεν αντιστοιχούν στην σάρωση ίριδας. Παρακαλώ δοκιμάστε ξανά.»

Θυμήθηκες πως, μετά την τελευταία επικαιροποίηση της βάσης δεδομένων, τα ονόματα φέρουν επιπλέον δύο γράμματα που αντιστοιχούν στην κάστα του εκάστοτε χρήστη. Στη δική σου περίπτωση «WO» για την κάστα των εργατών. Τα πληκτρολόγησες χωρίς να αλλάξεις τον κωδικό και έδωσες το ΟΚ ανοιγοκλείνοντας τα μάτια.

Username: kk22044wo
Password: ********

«O μυστικός κωδικός που δώσατε είναι λανθασμένος. Οι κωδικοί περιέχουν
τουλάχιστον δέκα χαρακτήρες. Παρακαλώ δοκιμάστε ξανά.»

Ήσουν βέβαιος πως είχες απλώς βάλει το όνομα του μικρού –Άρης– μαζί με τη χρονολογία γέννησής του –2525. Μάλλον θα είχες βάλει και τον μήνα –Οκτώβριος, δηλαδή «10».

Username: kk22044wo
Password: **********

«O μυστικός κωδικός που δώσατε είναι λανθασμένος. Οι κωδικοί περιέχουν
τουλάχιστον ένα ειδικό σύμβολο. Παρακαλώ δοκιμάστε ξανά.»

Σπας το κεφάλι σου να θυμηθείς. Έχει βέβαια περάσει ένας ολόκληρος χρόνος από την προηγούμενη επίσκεψή σου. «…τουλάχιστον ένα ειδικό σύμβολο», αλλά ποιο; Στην άλλη πλευρά της γυάλινης πόρτας του προθάλαμου οι υπόλοιποι επισκέπτες είχαν αρχίσει να γίνονται ανυπόμονοι. Οι φωνές τους δεν ακούγονταν, αλλά το διέκρινες στους μορφασμούς των προσώπων τους. Κι εσύ το ίδιο θα έκανες στη θέση τους –καταλαβαίνεις. Αποφασίζεις να αλλάξεις το «η» με θαυμαστικό, «!».

Username: kk22044wo
Password: **********

«Δώσατε λάθος μυστικό κωδικό τέσσερις συνεχόμενες φορές. Για λόγους ασφαλείας,
η πρόσβαση σας έχει κλειδώσει για 24 ώρες. Παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αύριο.»

Ο φωτισμός του δωματίου έγινε κόκκινος, μια κρυφή πόρτα στο πλάι άνοιξε. Βγήκες έξω απογοητευμένος, είκοσι τέσσερις ώρες χαμένες. Για το τίποτα, επειδή δεν κατάφερες να θυμηθείς έναν κωδικό. Θα είχες άλλες τέσσερις προσπάθειες αύριο, θα το έβρισκες. Σίγουρα θα το έβρισκες. Δεν είχες άλλωστε την πολυτέλεια να χάσεις άλλες είκοσι τέσσερις ώρες, η επίσκεψη κρατάει μόλις εβδομήντα δύο ώρες. Τρεις μέρες, μια φορά το χρόνο. Δυο μέρες μετά το σημερινό σου λάθος.

Η κρυφή πόρτα κλείνει πίσω σου και ο ζεστός άνεμος της κοιλάδας γεμίζει τα πνευμόνια σου, η ψιλή άμμος που κουβαλάει σού βουλώνει τους πόρους του δέρματος. Καλύπτεις τη μύτη και στο στόμα σου με τη χειρουργική μάσκα. «Δυο μέρες μετά από ένα χρόνο…», αν δεν ήταν τόσο στεγνά τα μάτια σου θα έβαζες τα κλάματα. Θα είναι τώρα οκτώ χρονών ο μικρός. Θα έχει ψηλώσει, θα έχουν ανοίξει κι άλλο τα μαλλιά του από τον ήλιο της κοιλάδας. Και θα θέλει να σου μιλήσει. Θα έχει τόσα να σου πει. Θα σας φτάσουν οι δυο μέρες; Ρυθμίζεις το ρολόι ώστε να χτυπήσει σε 18 ώρες, να μπεις νωρίς νωρίς αύριο στην ουρά. Θα θέλει όμως όντως να σου μιλήσει; Θα σε θυμάται καν; Κι αν δεν θέλει; Ποιος θα τον αναγκάσει; Ο κανονισμός το λέει ξεκάθαρα: οι γονείς και οι κηδεμόνες δικαιούνται μία επίσκεψη διάρκειας εβδομήντα δύο ωρών κατ’ έτος και μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες. Η είσοδος στον χώρο της Κυψέλης γίνεται αυτόματα με τη χρήση των σχετικών κωδικών. Το προσωπικό της Κυψέλης δεν μπορεί να εγγυηθεί ή να επιβάλλει στους σπουδαστές τον συγχρωτισμό με τους επισκέπτες.

Έβγαλες το σακίδιο από τους ώμους σου, δεν υπήρχε λόγος να στήσεις σκηνή. Βρήκες ένα άνοιγμα στο βράχο και διπλώθηκες να χωρέσεις. Με το σακίδιο ασπίδα θα κοιμόσουν, μήπως και περάσουν πιο γρήγορα οι ώρες. Η αφόρητη ζέστη σε νανούρισε, στον ύπνο σου είδες το παιδί. Οκτώ χρονών, να ζείτε μαζί δίπλα σε έναν καταρράκτη με παγωμένα νερά. Ξύπνησες πριν χτυπήσει το ρολόι, ήταν σκοτάδι. Η ζέστη κρατούσε ακόμα, δεν ακουγόταν ψυχή. Όσοι είχαν μπει θα ήταν ήδη σε σκηνές στο προαύλιο της Κυψέλης, όσοι είχαν κάνει λάθος –όπως εσύ– θα κοιμόντουσαν με την αγωνία τού να θυμηθούν τον σωστό κωδικό. Σηκώθηκες, φόρεσες το σακίδιο στους ώμους. Προσανατολίστηκες με την πυξίδα στο ρολόι σου και άρχισες να περπατάς προς τον βορρά. Το είχες πάρει απόφαση: καλύτερα να μη σε ξαναδεί το παιδί, καλύτερα να σε ξεχάσει.

Όταν το ρολόι χτύπησε, ήσουν ήδη αρκετά μακριά. Γονάτισες και λύθηκες στα κλάματα. Τελικά έκλεισες τον ήχο της ειδοποίησης, σηκώθηκες, συνέχισες την πορεία σου. Στην ίδια κατεύθυνση όπως πριν.

Κύλιση στην κορυφή