Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο σας στα αγγλικά, μια πολιτική ανάγνωση πάνω στις Ικέτιδες του Ευριπίδη. Πριν από μερικούς μήνες επανεκδόθηκε αναθεωρημένο ένα λίγο παλιότερό σας βιβλίο από τις εκδόσεις Αρμός με τίτλο Ψυχική σκηνή και αρχαίο δράμα, και αυτό αναφέρεται στις τραγωδίες του Ευριπίδη. Εμπνέεστε από παλιά από αυτό το θέμα;
Νομίζω ότι οι Ικέτιδες είναι συνέχεια της Ψυχικής σκηνής. Η τραγωδία είναι ούτως η άλλως πολιτικός θεσμός. Μας θυμίζει, όπως λέει ο Καστοριάδης, ότι η Δημοκρατία είναι τραγικό πολίτευμα. Παίρνουμε αποφάσεις, είμαστε οι μόνοι υπεύθυνοι γι’ αυτές, αλλά υπάρχουν όρια που είναι άγνωστα εκ των προτέρων και όταν τα υπερβούμε διαπράττουμε ύβριν. Οι Ικέτιδες έχουν την ιδιαιτερότητα ότι είναι, μαζί με Τα Παιδιά του Ηρακλή, έργο που έχει ως θέμα το πολιτικό.
Πώς επιλέξατε τις Ικέτιδες;
Με συγκινούσε η ιδέα ότι ακόμα και σε πόλεμο, πας για να υπερασπιστείς την ανάγκη των ζωντανών να θάψουν τους νεκρούς, να τους πενθήσουν, να επιτρέψουν στους νεκρούς να ανήκουν στον ανθρώπινο κανόνα. Στα μέρη μας, στη Βόρεια Πελοπόννησο, υπήρχαν παιδιά που δεν γνώρισαν τους πατέρες τους γιατί σκοτώθηκαν στη Μικρασιατική Καταστροφή. Σε ένα χωριό εξαφάνιζαν και τις φωτογραφίες του νεκρού. Το κορίτσι ενός τέτοιου πατέρα μεγάλωνε με μια βαθιά μελαγχολία, δεν μπορούσε ποτέ να δει πώς ήταν πραγματικά ο πατέρας της, για να τον αποχαιρετήσει, να τον ενσωματώσει στο παρελθόν της και από το παρελθόν να φτιάξει την ιστορία του, να δώσει στον μύθο του την ιστορία του. Πριν από την πανδημία με είχαν καλέσει στη Σερβική Ψυχαναλυτική Εταιρεία σε μια συνάντηση εργασίας, μέρος της οποίας θα ήταν και μια ομιλία στην Εταιρεία Ιστορίας του Βελιγραδίου για το ευρύ κοινό. Τότε θυμήθηκα το παλιό μου ενδιαφέρον για τις Ικέτιδες, με το ερώτημα τι απέγιναν οι νεκροί του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας. Έγραψα την ομιλία, αλλά δεν έγινε, διότι ξέσπασε η πανδημία. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αυτή η ομιλία έγινε βιβλίο. Κατά την πανδημία οι άνθρωποι πεθαίνουν απομονωμένοι, στερούνται την αρμόζουσα τελετουργία της ταφής. Η εργασία του πένθους που είναι ιδιωτική αλλά και δημόσια υπόθεση του πολιτισμού, καταρρέει.
Τα ίδια συμβαίνουν και στην Ήπειρο, ο παππούς μου είναι αγνοούμενος του εμφυλίου. Δεν βρέθηκε ποτέ το πτώμα του. Με έχει επηρεάσει αυτό το κενό γιατί επηρέασε τον πατέρα μου. Πώς περιμένουμε να φτιάξουμε μια υποκειμενική ιστορία και τελικά συλλογική, όταν υπάρχουν τόσα πολλά κενά και κυρίως όταν πλέον οι άνθρωποι νομίζουν ότι πάνε παρακάτω χωρίς τα τελετουργικά;
Στην Ήπειρο έχετε αυτά τα σπαραχτικά μοιρολόγια που στοχεύουν κατευθείαν στο συναίσθημα. Το ερώτημα είναι αν αυτός που επιζεί μπορεί να βρει ίχνη από την απώλεια και να κατασκευάσει ποιητικά την εμπειρία ή αν αυτή θα μείνει ένα κενό, ένας χαμένος κρίκος στην ικανότητα να παίζει και να ονειρεύεται, να δημιουργεί μεταφορές. Το ερώτημα είναι αν αναγνωρίζει τα συναισθήματά του για να είναι παρών, να ζει την εμπειρία του και να μαθαίνει από αυτήν. Μερικές φορές οι επόμενες γενιές μπορεί να επιτελέσουν τη λειτουργία του πένθους που δεν έκαναν οι γονείς τους. Οι άνθρωποι ζεύονται τον ζυγό της ανάγκης που ορίζεται από μυστήριες δυνάμεις, οι οποίες έχουν τις πηγές τους στην προϊστορία των ανθρώπων. Αναδύονται από μια πρωταρχική ένωση –εγκαταλείπουν την παντοδυναμία τους– και γίνονται τραγικά υποκείμενα που αναλαμβάνουν προσωπικά να υποφέρουν τη μοίρα που έχει ορισθεί από μυστήριες δυνάμεις πολύ χρόνο πριν, όπως γράφει ο Μπέρναρντ Γουίλλιαμς (Bernard Williams). Σκέψου ένα γεγονός που έγινε στον Γαλαξία 500 εκατομμύρια χρόνια πριν. Για να έχουμε σήμερα ένα «αποδεικτικό» του τραύματος, μια φωτογραφία, χρειάζονται να αναλάβουμε και να αποτυπώσουμε τώρα αυτό που ακτινοβολείται από τότε. Αν έχουμε την αίσθηση του τραγικού ως άτομα και ως κοινωνία φτιάχνουμε μια τραγική πλοκή τώρα, που δεν είναι ακριβώς τα γεγονότα όπως έγιναν, αλλά το πώς τα φανταζόμαστε και τα επεξεργαζόμαστε (κατασκευάζουμε) τα γεγονότα. Αν δεν έχουμε την αίσθηση του τραγικού, τότε έχουμε ωμές εκτονώσεις «αγανακτισμένων».
Μια που μιλάμε για τις επόμενες γενιές, σκέφτομαι την ιδιαίτερη αναφορά που κάνετε στις μητέρες που πενθούν, στις μητέρες που προετοιμάζουν τους γιους να αναλάβουν ευθύνες, στη δύναμη της θηλυκότητας ως σημαντικό στοιχείο όχι μόνον της οικογένειας αλλά και της πόλεως. Πόση σημασία έχει σήμερα για την πολιτική το θηλυκό στοιχείο;
Οι Ικέτιδες δεν είναι δημοφιλής τραγωδία για τους σκηνοθέτες και τους ηθοποιούς και σπανίως ανεβαίνει στη σκηνή. Για πολλούς όμως θεωρείται αριστούργημα και με αυτούς συμφωνώ. Μας επιτρέπει μια τραγική ανάγνωση της πολιτικής. Σήμερα είναι πάλι πολύ επίκαιρη. Σήμερα αντιμετωπίζουμε πολυπλοκότητες που δεν μπορούμε να διαχειριστούμε, πέραν του νοήματος και πέραν της τάξης της πολιτικής. Η τραγωδία του Ευριπίδη μάς επιτρέπει να προσεγγίσουμε εμμέσως την αλήθεια της ύβρεως που παρατηρούμε στον σύγχρονο δημόσιο βίο μέσα από τους μετασχηματισμούς στην τραγική πλοκή της. Οι Ικέτιδες μας παρακαλούν να μην ξεχάσουμε την άγρια χώρα τους. Μας ικετεύουν να είμαστε γενναίοι και να αναλάβουμε με κουράγιο τον αγώνα να εντάξουμε τα υπερφυσικά στοιχεία του ασυνείδητού μας, τα σκοτεινά βάθη που έχουμε διχοτομήσει, δηλαδή τα αναγνωρίζουμε και ταυτόχρονα τα διαψεύδουμε. Να αναλάβουμε να αναπαραστήσουμε, να διαφοροποιήσουμε, να εσωτερικεύσουμε τις ορμές μας, τις φαντασιώσεις της παντοδυναμίας και την ψυχική μας αμφισεξουαλικότητα. Η τραγωδία αυτή μάς θυμίζει ότι τα θεμέλια της πόλης βασίζονται στην απαρτίωση (ένταξη) της εργασίας του πένθους και του θηλυκού πυρήνα της ύπαρξής μας. Η αποτυχία της απαρτίωσης αυτών των θεμελιακών εμπειριών οδηγεί στην αλαζονεία, στην καταστροφική παντοδυναμία που απειλεί σήμερα τον πλανήτη μας.
Κάνετε λόγο για απαρτίωση του πένθους και του θηλυκού πυρήνα της ύπαρξής μας. Πολύς κόσμος δεν αντιλαμβάνεται ακριβώς τα νοήματα αυτών των δύο. Οι άνδρες δυσκολεύονται να φανταστούν, πολλώ δε μάλλον να επεξεργαστούν τα θηλυκά τους στοιχεία. Ακόμα και οι γυναίκες. Επίσης όταν μιλάμε για πένθος, τι πρέπει να επεξεργαστούμε;
Για το πένθος: Για να πεθάνουν αληθινά οι νεκροί μας και να μη γίνουν φαντάσματα που μας κατατρέχουν, χρειάζεται ο δεύτερος θάνατος. Ο ψυχικός-κοινωνικός με προσωπική οδυνηρή ψυχική εργασία και κοινωνικές τελετουργίες πένθους. Υπάρχουν αγνοούμενοι απένθητοι, non dead απέθαντοι γονείς, παππούδες κ.λπ. Πώς αυτοί θα γίνουν πρόγονοί μας; Πώς θα γίνουν στοιχεία της ιστορίας μας, της ατομικής και συλλογικής;
Για τον θηλυκό πυρήνα της ύπαρξής μας: Η πρώτη σχέση του μωρού με τη μητέρα του έχει αφήσει έναν φόβο παθητικής παράδοσης της ύπαρξης από την εξάρτηση από μια γυναίκα. Δεν είναι σχήμα λόγου. Τα νεογέννητα είναι εντελώς αβοήθητα. Επιζήσαμε μόνον επειδή μια αφοσιωμένη γυναίκα που μας γέννησε απαρνήθηκε για λίγο τις δικές της ανάγκες και αφιερώθηκε να προσαρμόσει τον κόσμο στις ανάγκες του μωρού της. Αυτή η συνθήκη έχει εγγραφεί στην ψυχή μας. Με πρωταρχικές ταυτίσεις έχουμε εγγράψει τη θηλυκότητα στον πυρήνα του εαυτού μας. Έχουμε εγγράψει και τις πρωταρχικές ταυτίσεις με τον πατέρα μας. Το αποτέλεσμα είναι η ψυχική αμφιφυλία. Με δέος και φόβο αποποιούνται οι άνθρωποι, γυναίκες και άνδρες, το θηλυκό κομμάτι του εαυτού τους. Το είναι τους. Κάνουν πράγματα, τρέχουν παντού, αλλά φοβούνται να αφεθούν παθητικά, δεκτικά σε κάτι νέο. Δεν έχουν εσωτερικότητα.
Δηλαδή θέλουμε με έναν τρόπο, άνδρες και γυναίκες, να επικυριαρχούμε; Να ελέγχουμε την εμπειρία; Δεν μιλάμε και για ένα βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης;
Ο Θησέας μπόρεσε να απαρτιώσει τις ανδρικές του ταυτίσεις και να γίνει ένας γνήσιος μεταρρυθμιστής ηγέτης που αντιστάθηκε γενναία στους τυράννους όταν απαρτίωσε τα θηλυκά του στοιχεία. Η μητέρα του, η Αίθρα, τον βοηθά να πάει να βρει τον πατέρα του και να εντάξει τις πατρικές του ταυτίσεις. Ο μύθος του είναι πολύ ενθαρρυντικός. Από την άλλη μεριά υπάρχει ο παθολογικός ναρκισσισμός ανδρών και γυναικών που δείχνει απώλεια εμπιστοσύνης ακριβώς διότι η πρώτη σχέση μητέρας-βρέφους απέτυχε να δημιουργήσει το πρότυπο ενός ασφαλούς δεσμού. Δεν φοβούνται μη χάσουν την εξουσία αυτοί οι χαρακτήρες. Τον εαυτόν τους φοβούνται ότι θα χάσουν. Για τη σταθερότητα του εαυτού τους αμφιβάλλουν όταν ο άλλος δεν απαντά ακριβώς όπως αυτοί θέλουν. Δεν μπορούν να σκεφτούν. Δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους τους ότι ο άλλος δεν συμμορφώνεται. Δεν το καταλαβαίνουν. Ο μισογυνισμός έχει εκεί τις πηγές του.
Θίξατε μια λέξη που έχει πολλά νοήματα: συμμόρφωση. Δεν τη συναντάμε στο εκπαιδευτικό σύστημα; Στις σχέσεις γονέων και παιδιών; Στους γάμους; Στην πολιτική ζωή; Στον αντίποδα έχουμε τις ρήξεις. Τους βανδαλισμούς, τους εμπρησμούς, τους φόνους. Πώς αυτά συναντιούνται;
Δεν θα σκεφτόμουν με όρους διαλεκτικής θέση-αντίθεση-σύνθεση, δεν βοηθά σε αυτά τα φαινόμενα. Θα σκεφτόμουν πιο πολύ με όρους της σκέψης του Ντ. Ουίνικοτ (D. Winnicott) μη απαρτίωση-απαρτίωση-αποδιοργάνωση. Επικρατούν στα άτομα και σε κοινωνίες βαθιές αντιδιαλεκτικές διχοτομήσεις μέσα στον εαυτό, όπως έχει δείξει η Αϊζενστάιν (M. Aisenstein). Το αποτέλεσμα είναι το ένα μέρος να αναγνωρίζει μιαν αλήθεια και ταυτόχρονα το άλλο να τη διαψεύδει. Να κάνεις σαν να μη γνωρίζεις αυτό που γνωρίζεις.
Είναι μια ακραία άμυνα απέναντι σε πρώιμα ναρκισσιστικά τραύματα που έχουν δημιουργηθεί νωρίς στη ζωή του ανθρώπου και από αυτά απειλείται η ύπαρξη με το βαρύ αίσθημα του αφανισμού. Τότε ο εαυτός διχάζεται στα δύο, και αυτό το ρήγμα σε όλη τη ζωή βαθαίνει. Το αποτέλεσμα είναι να χάνει επαφή το υποκείμενο [να μην είναι καν υποκείμενο] ενός μεγάλου μέρους του εαυτού του. Γίνεται κανείς ψευδής εαυτός για να επιβιώσει, προσαρμοζόμενος στα ελλείμματα του γονιού που τον μεγαλώνει, του δασκάλου που τον εκπαιδεύει, του κυβερνήτη που τον κυβερνά. Συμμορφώνεται. Κανείς μας δεν είναι πλήρως ο αληθινός εαυτός του. Πάντα υπάρχουν κατά συνθήκη ψεύδη και κοινωνικές συμβάσεις. Η αλήθεια είναι η τροφή της ψυχής. Ως έναν βαθμό. Η ωμή αλήθεια δεν αντέχεται ποτέ. Η τέχνη μας βοηθά να την αντέξουμε. Όλοι στην αλήθεια αντιστεκόμαστε, κανείς στο ψέμα. Την αλήθεια μεταμφιέζουμε για να μη μας αφανίσει. Μια βιολογική άμυνα είναι να κρυφτούν τα ζώα από τα αρπαχτικά και ο άνθρωπος, το πιο αδύναμο από όλα τα ζώα, έχει γίνει ειδικός στο να κρύβεται, να εξαπατά, να λέει ψέματα. Αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις επικρατούν ακραίες διχοτομήσεις. Ακραία ψέματα, όπως γίνεται τώρα με την κουλτούρα του ψεύδους των fake news. Τότε κανείς δεν είναι υποκείμενο όλου του εαυτού. Λειτουργεί, αλλά δεν σκέφτεται. Για να σκεφτεί κανείς χρειάζεται να είναι υποκείμενο και να έχει ένα εσωτερικευμένο αντικείμενο που αποκρίνεται και επιβεβαιώνει την επένδυση, λέει η Αϊζενστάϊν (Aisenstein). Αν δεν είναι κανείς αυτόνομο υποκείμενο, εύκολα υποτάσσεται σε κάποιον που του δίνει εύκολα λύσεις. Υποτάσσεται και συμμορφώνεται σε λύσεις τύπου βανδαλίζω, γίνομαι βλακώδης και γελοίος ρατσιστής, μισογύνης, στρατευμένος, μπράβος, για να ανήκω στον «εσωτερικό κύκλο των εκλεκτών». Η αποδιοργάνωση είναι μια άμυνα ψυχωτικής τάξης, επιφέρω ενεργητικά το χάος γύρω μου και μέσα μου, το χάος που έχω υποστεί παθητικά στη βρεφική ηλικία από ακραίες τραυματικές αποτυχίες του περιβάλλοντος που με φρόντιζε.
Θα λέγαμε δηλαδή ότι πολλές φορές αυτό που ονομάζουν οι άνθρωποι «σκέψη» είναι μη σκέψη; Γιατί δεν θα πει κανείς ότι δεν σκέφτεται. Πώς μπορεί να βοηθηθεί ο άνθρωπος για να συνειδητοποιήσει μέσα του και στην κοινωνία αυτές τις καταστροφικές δυνάμεις;
Παρατηρούνται σήμερα φαινόμενα πτωχής συμβολοποίησης και ψευδοβλακείας, οι άνθρωποι είναι σαστισμένοι, πιστεύουν και προδίδονται διαρκώς. Δεν ξέρουν ποιοι είναι και πού πηγαίνουν, δεν καταλαβαίνουν τον κόσμο. Δεν διαφοροποιούνται από τους άλλους και έτσι γίνονται αόρατοι, τους παραλείπουν. Είναι φαινόμενα που αναμένονται επειδή είμαστε σε μια περίοδο κρίσης, μια μεταβατική φάση μέχρι να επικρατήσει πλήρως η τέταρτη επανάσταση της τεχνολογίας και της βιοτεχνολογίας; Είναι παλινδρομικά φαινόμενα όπου βγαίνουν στην επιφάνεια ακραίες ψυχικές αντιδράσεις ενώπιον των καταστροφών που επίκεινται; Αναρωτιέμαι. Πώς, λοιπόν, να βοηθηθούμε; Χρειάζεται να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον. Να έχουμε τον νου μας ο ένας στον άλλον, στην ευρύτερη οικογένεια, στη δουλειά. Με φιλία και έλεος. Με δεσμούς τρυφερότητας και ικανότητα να αισθανόμαστε ενοχή και να τη μετασχηματίζουμε σε νοιάξιμο για τους διπλανούς μας. Χρειάζεται να αρχίσουμε ξανά να μαζευόμαστε και να προσπαθούμε να σκεφτούμε. Χρειάζεται ξανά να γίνουμε η φύση μας, που είναι ότι είμαστε ζώα πολιτικά. Η πολιτική χρειάζεται καλούς πολιτικούς, αλλά είναι σοβαρό παιχνίδι, δεν πρέπει να το αφήσουμε μόνο στους επαγγελματίες πολιτικούς.
Η πολιτική, η θρησκεία, η τέχνη, αναφέρεστε στους χώρους αυτούς ως τους μόνους που θα μας βοηθήσουν να συμβολοποιηθεί και να γίνει διαχειρίσιμη η πραγματικότητα. Αναφέρεστε στην έλλειψη καλών, σκεπτόμενων πολιτικών. Τι γίνεται με τη θρησκεία και την τέχνη; Και πώς θα μπουν καλοί πολιτικοί σε ένα παιχνίδι όπου έχει χάσει τον συμβολισμό του εν πολλοίς;
Είναι παράξενο να μιλώ για ζοφερές απειλές από την επικείμενη κλιματική κατάρρευση, ενώ κάθομαι στην παραλία με το κινητό μου. Ο Ευριπίδης δεν απέρριπτε τις υπερφυσικές δυνάμεις, με τις οποίες η θρησκεία υποσχόταν να βοηθήσει τους ανθρώπους να καταλάβουν και να αντιμετωπίσουν καταστάσεις με την πίστη τους. Ο ποιητής γινόταν ο προφήτης της πόλης. Ενέτασσε, απαρτίωνε αυτές τις δυνάμεις ως ενδείξεις ότι υπάρχουν, όπως είπε ο Φρόυντ (S. Freud) πολύ αργότερα, ασυνείδητες άγνωστες δυνάμεις που μας καθορίζουν. Ζευόμαστε τον ζυγό της ανάγκης να αναλάβουμε προσωπικά και ως κοινότητα την ευθύνη αυτών των δυνάμεων.
Πριν γίνει οτιδήποτε, το παιδί χρειάζεται να έχει μια αρκετά καλή μητέρα που θα φτιάξει έναν χώρο για να το ενδοβάλει, ώστε να γίνει αυτό ικανό να πάρει μέσα του τη μητέρα του που το έχει ήδη ενδοβάλει και να έχει στο εξής τον δικό του χώρο, να γίνει χωριστό και αυτόνομο υποκείμενο. Αυτή είναι η τραγική θέση. Αυτό σημαίνει έναν αγώνα που κάνουμε για να αντέξουμε τον πρώτο χωρισμό από την πρωταρχική ένωση, την αρχέγονη μήτρα της διυποκειμενικότητας, την απώλεια της παντοδυναμίας. Το ερώτημα σήμερα είναι αν οι κοινωνίες μας έχουν χάσει την αίσθηση του τραγικού και αν εμείς έχουμε χάσει την ικανότητα να διερχόμαστε ψυχικά τα στάδια που θα μας οδηγήσουν στην πορεία της βίωσης της τραγικής μας θέση.
Ακούγεστε απαισιόδοξος, σαν να είναι προδιαγεγραμμένη η πορεία μας…
Το σκηνικό των Ικετίδων είναι η Ελευσίνα με τα Ελευσίνια μυστήρια και τον κύκλο τής μη ύπαρξης/ύπαρξης του θανάτου και της αναγέννησης. Κάθε χρόνο η Δήμητρα, η γη-μητέρα θα ενώνεται με την Κόρη. Η γη δεν ανθίζει όταν απλώς επιστρέφει η Κόρη και βρίσκει τη μητέρα της. Ανθίζει όταν ταυτόχρονα έρχεται –τη στέλνει ο Δίας– και η Ρέα, η μητέρα της Δήμητρας και συμπίπτουν οι τρεις γενιές γυναικών μαζί. Όταν η μητέρα γεννά την κόρη της, τότε ξαναβρίσκει τη μητέρα της και ένας νέος κύκλος ζωής αρχίζει. Δεν είναι γραμμική η πορεία.
Στην πραγματικότητα δεν έχουμε ιδέα. Πιστεύουμε ότι καταλάβαμε για να ανακαλύψουμε ότι τίποτα απολύτως δεν καταλαβαίνουμε. Τα πολύπλοκα συστήματα στη φύση (και η πόλις είναι φαινόμενο της φύσης) αυτο-οργανώνονται κοντά στο χείλος του χάους, που είναι μια πολύ γόνιμη περιοχή αναδιοργάνωσης.
Στην τραγωδία μπορεί να γίνεται πιο σαφές αυτό το όριο της αναδιοργάνωσης μέσα από το χάος, πώς όμως αυτό να το αντέξει ένας άνθρωπος στη σημερινή εποχή όπου όλα φαίνονται να αλλάζουν προς το χειρότερο και ο ίδιος δεν έχει στοχαστεί τον εαυτό του ως τραγικό ήρωα;
Δεν είμαι γκουρού. Δεν ξέρω. Ξέρω ότι κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί μόνος του τον εαυτό του. Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει ισότητα στην ψυχική υγεία. Ο άνθρωπος όμως είναι το πιο δεινό από όλα τα δεινά του κόσμου. Το πιο απρόβλεπτο και ανοίκειο. Γεννιέται ως σύστημα ανοικτό στον άγνωστο κόσμο και σταδιακά και επώδυνα γίνεται υποκείμενο χωριστό και αυτόνομο. Εξιδανικεύει τους γονείς του και όταν σταματά να τους εξιδανικεύει και να εξιδανικεύει τον εαυτό του, γίνεται αυτός ήρωας. Αλλά στην τραγωδία πάει ένα βήμα πιο πέρα. Η Αντιγόνη δεν είναι ηρωίδα. Είναι τραγικό υποκείμενο. Εγκαταλείπει την παντοδυναμία. Χωρίζει από το πρωταρχικό αντικείμενο. Κατακτά την τραγική θέση. Γιατί ο άνθρωπος καταστρέφεται; Διότι δεν εγκαταλείπει τη φαντασίωση της παντοδυναμίας. Αυτή η αυταπάτη της παντοδυναμίας είναι νόμιμη στην παιδική ηλικία, όταν το παιδί πλαισιώνεται από τον ενήλικο ώριμο υπεύθυνο κόσμο που οργανώνουν οι γονείς του. Μετά στην εφηβεία τη βρίσκουμε φυσιολογικά σε στιγμές παλινδρόμησης στο παιχνίδι, στα όνειρα, στον έρωτα. Έξω από αυτά τα όρια είναι ύβρις. Και συντρίβεται.
Η Αίθρα στις Ικέτιδες του Ευριπίδη δεν είναι ηρωίδα. Είναι μια γυναίκα που λέει πειστικά στον γιο της ότι δεν αρκεί να έχει δίκιο, δεν αρκεί να χρησιμοποιεί λογικά επιχειρήματα, δεν αρκεί ο ορθός λόγος. Για τη συνοχή της πόλης χρειάζεται η φιλία και το έλεος. Φιλία και έλεος πρέπει να δείξει ο Θησέας στις Ικέτιδες. Πρέπει να κάνει χώρο στην πόλη ώστε να απαρτιώσει αυτές τις ξένες που διακόπτουν την ιερή ησυχία, τη σιωπή της θυσίας στον βωμό της Δήμητρας και της Κόρης και φέρνουν τον κίνδυνο του χάους. Στο χείλος του χάους μια γόνιμη αυθόρμητη χειρονομία αναδύεται. Χρειάζεται η σταθερότητα, αλλά χρειάζεται και η καινοτομία. Αυτό ήταν η Αθήνα. Δεν ησύχαζε και δεν άφηνε και κανένα άλλον να ησυχάσει.
Οι πολιτικοί μας έχουν αυτή τη δυνατότητα; Να εμπεριέξουν με έλεος, με φιλία όπως λέτε, δυνάμεις που διαταράσσουν την ησυχία, να τις κατανοήσουν; Να δώσουν ένα νόημα, διότι ζούμε παγκοσμίως σε εποχές χάους, ή μάλλον να το διευκρίνιζα, σε εποχές που οι συγκρούσεις ανάμεσα στον ορθό λόγο και στο χάος είναι εμφανείς, χωρίς να νικά πάντα ο ορθολογισμός.
Δεν χρειάζεται να νικά ο ορθολογισμός. Χρειάζεται να απαρτιώνουμε στη ζωή μας, την ψυχική και την κοινωνική, τα άγρια ακραία στοιχεία του ξένου, που είναι συστατικό της ταυτότητάς μας. Η επαρκώς καλή πολιτική σαν μια μητέρα-περιβάλλον κρατά την ένταση των τραυμάτων και των συγκρούσεων που επαναλαμβάνονται στη δημόσια σφαίρα πολλές φορές με μια ανεξήγητη δαιμονική αμφισημία. Φτιάχνει έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ της φαντασίας μας που επινοεί θεσμούς, και της πραγματικότητας που διαρκώς ανατρέπει την ισορροπία. Στον ενδιάμεσο χώρο της πολιτικής όλα τα αντίθετα, οι αντιφάσεις, τα αντικρουόμενα στοιχεία δεν συντίθενται με συμβιβασμούς, απλώς κρατούνται να συνυπάρχουν πλάι πλάι σε έναν πολύχρωμο κόσμο, ώστε οι δημιουργικές δυνάμεις να συνεχίζουν τους γόνιμους κύκλους τους.
Οι πολιτικοί μας προσπαθούν. Οι πιο πολλοί όμως είναι αυταρχικοί, δημαγωγοί, ρηχοί λαϊκιστές που διαψεύδουν την πραγματικότητα. Δεν έχουν εσωτερικότητα. Χαρούμενοι ναρκισσιστές που θέλουν να τους υπακούς και να τους αγαπάς, αλλιώς κατεβάζουν τα τανκς του ολοκληρωτισμού. Δεν σκέφτονται. Δεν δρουν. Λένε κούφια λόγια. Δεν έχουν έναν λόγο δραστικό, με την έννοια που το εννοούσε η Χάνα Άρεντ (Hannah Arendt) ακολουθώντας τον Αριστοτέλη και την ιδέα που δανείστηκε από το αρχαίο δράμα. Ο λόγος αυτός αποκαλύπτει το άτομο και το κάνει υποκείμενο συνυπεύθυνο των πράξεων και των φαντασιώσεών του. Η θεά Αθηνά, ακόμα μία γυναίκα που ξέρει πώς θα εκτυλιχθεί η ιστορία στο τέλος της τραγωδίας των Ικετίδων, δίνει στον Θησέα ένα μάθημα πολιτικής. Η πολιτική είναι ατελής. Χρειάζονται διαπραγματεύσεις για να βρούμε και να χειριστούμε την πραγματικότητα. Για τις συμφωνίες δεν αρκούν οι ευχές και οι υποσχέσεις. Δεν αρκούν τα σχήματα λόγου. Χρειάζονται γραμμένες οι συμφωνίες και οι συνέπειες που, αν τις παραβείς, θα οδηγήσουν στον όλεθρό σου. Αυτό ορίζουν οι πανάρχαιες δυνάμεις της Ανάγκης που υλοποιούνται από τους αποτελεσματικούς πολιτικούς.
Κάθε θνητός και κάθε θεός είναι παιδί μιας μητέρας. Εκτός από την Αθηνά. Και την Ευάδνη, που σαν την Αντιγόνη εξιδανικεύει την πρωταρχική σκηνή της σχέσης του ζεύγους, αλλά δεν κάνει καμιά νύξη για τον πόνο της δικής της μητέρας; Η Ευάδνη θυσιάζεται για να μείνει αιώνια ενωμένο το οιδιπόδειο ζευγάρι. Η Αθηνά από την άλλη μεριά ταυτίζεται με τον πατέρα της προϊστορίας. Η πολιτική συμβουλή της στον Θησέα περιέχει το δέος της τιμωρητικής εκδίκησης. Οι επίγονοι θα συνεχίσουν τον κύκλο της βίας. Πόσο καιρό, πόσες γενιές παίρνει μετά από έναν πόλεμο για να σταματήσει ο κύκλος αυτός; Κάθε μητέρα ήταν κόρη μιας μητέρας. Πολύ σημαντική είναι η σχέση μητέρας-κόρης για την κοινή ζωή μας. Πώς μια κόρη χάνει τη μητέρα της; Μας ενδιαφέρει η εξιδανίκευση και η απογοήτευση, η μητρική πειθώ, και η βία στη σχέση μητέρας-κόρης και στην πολιτική. Η βία των ταυτίσεων έχει μελετηθεί από την Π. Ωλανιέ (P. Aulagnier).
Τονίζετε τη γυναικεία συνεισφορά όσον αφορά το πολιτικό. Ποιος ελέγχει σήμερα τους πολιτικούς μας; Τι θα ήταν ένα όριο στην ανθρώπινη ασέβεια; Στην παντοδυναμία;
Μόνον εμείς, η κοινωνία, μπορούμε να ελέγξουμε τους πολιτικούς, την εκτελεστική εξουσία. Υπάρχουν οι άλλες εξουσίες, η Βουλή, ο Τύπος, η Δικαιοσύνη. Αλλά τελικά εμείς οι πολίτες έχουμε τον έλεγχο στη Δημοκρατία. Τον έχουμε εμείς τον έλεγχο ή τον έχουν οι πολυεθνικές εταιρείες; Η θηλυκή νοημοσύνη που απορρίπτουν οι πολίτες και οι πολιτικοί, γυναίκες και άνδρες, θα μας έκανε πιο δεκτικούς στα όρια της πραγματικότητας.
⸙⸙⸙
[Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε με αφορμή το βιβλίο του Σωτήρη Μανωλόπουλου Psychoanalysis and Euripides Suppliant Women. A tragic reading of politics, Routledge Focus, 2022.]

