Τον Μάρτιο του 2002 είχα γράψει ένα άρθρο στην Αυγή με τίτλο «Συντηρητισμός και Αριστερά», στο οποίο σχολίαζα ορισμένες αναφορές του Άγγελου Ελεφάντη στον συντηρητισμό. Παρότι υποστήριζε πως ο σοσιαλισμός δεν είναι συντηρητική ιδεολογία, ο ίδιος δήλωνε «νεοσυντηρητικός της Αριστεράς» σε ό,τι αφορά τη γλώσσα (ήταν εναντίον, έλεγε, «της γλωσσικής εκπτώχευσης και της πολιτιστικής ομοιομορφίας που επιβάλλεται με την ‘τεχνοαγγλική’») και ισχυριζόταν πως «η εποχή μας δεν είναι εποχή για νίκες, αλλά για συντήρηση αξιών». Τα συγκεκριμένα σχόλια απαντούσαν σε άλλους αρθρογράφους που έπαιρναν αποστάσεις από τον συντηρητισμό. Στο κείμενό μου αξιοποίησα τα σχόλια του Άγγελου Ελεφάντη για να αναπτύξω μία αντίληψη για τον συντηρητισμό που δεν είναι η καθιερωμένη. Ποια είναι η καθιερωμένη αντίληψη για τον συντηρητισμό; Ότι «συντηρητισμός» σημαίνει οπισθοδρόμηση, σημαίνει οχύρωση σε ένα προβληματικό παρελθόν με ανισότητες και παγιωμένες ταξικές διαφορές, σημαίνει αναδίπλωση σε παλαιές αξίες, σημαίνει προάσπιση θεσμών όπως η οικογένεια, η εκκλησία και ο στρατός, σημαίνει καθήλωση σε μια απολιθωμένη παράδοση, σημαίνει νοσταλγία για όσα εξιδανικευμένα έχουν χαθεί, σημαίνει απόσυρση από όσα διαμείβονται σήμερα και αδράνεια απέναντι στις εξελίξεις. Αυτή η αντίληψη τοποθετείται πολιτικά στο δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος και συνδέεται συχνά με τον φονταμενταλισμό και τον φασισμό.
Απέναντι σε αυτήν την αντίληψη ήθελα να αναδείξω μια άλλη διάσταση του συντηρητισμού, πιο θετική. Ο συντηρητισμός δίνει έμφαση στους θεσμούς, στην παράδοση και στην ιστορία. Οι θεσμοί έχουν διάρκεια στον χρόνο και δημιουργούν ένα σύνθετο πλέγμα ρόλων, καθηκόντων και λειτουργιών για να επιτελούνται οι συγκεκριμένοι σκοποί για τους οποίους συστήθηκαν. Οι θεσμοί υπερβαίνουν την εκάστοτε συγκυρία και ο χρόνος που περνά προσθέτει στο κύρος και την αποτελεσματικότητά τους επειδή συσσωρεύεται εμπειρία από ένα πλήθος καταστάσεων και περιπτώσεων. Η παράδοση, από την άλλη μεριά, ένα σύνολο πεποιθήσεων, πρακτικών, αρχών και αξιών, φέρνει κοντά πολλά διαφορετικά στοιχεία και διαπλάθει μία ενότητα χωρίς να εξαλείφει τις διαφορές. Δεν εξομοιώνει, δεν επιβάλλει την ομοιομορφία, «ανέχεται την ποικιλία», όπως λέει ο Michael Oakeshott (1991α), o πολιτικός φιλόσοφος που υπερασπίστηκε αυτή την εκδοχή του συντηρητισμού. Επιπλέον, η παράδοση «έχει την ικανότητα να αλλάζει χωρίς να χάνει την ταυτότητά της» (Oakeshott 1991β, 227). Τέλος, η αναδρομή στο παρελθόν και η επίκληση της ιστορίας αποκαθιστούν συνέχειες και σφυρηλατούν ταυτότητες. Τίποτε δεν γεννιέται de novo.
Αυτήν την πιο θετική αντίληψη για τον συντηρητισμό την άντλησα από το έργο του Oakeshott αλλά και αυτό του Isaiah Berlin που αντιτίθεται στις αφαιρέσεις και τις ουτοπίες οι οποίες κινητοποιούν τα επαναστατικά κινήματα, επειδή απέναντι στις εξιδανικευμένες αφαιρέσεις κάθε πραγματική κατάσταση υστερεί. Ως εκ τούτου, μπορεί, εν ονόματι των αφαιρέσεων, να διαπράττονται φρικαλεότητες και να προσφέρονται πραγματικοί άνθρωποι θυσία. Ο Berlin επικαλείται τον Ρώσο ριζοσπάστη Αλέξανδρο Χέρτσεν που γράφει:
Αν ο σκοπός είναι η πρόοδος, για ποιον εργαζόμαστε; Ποιος είναι αυτός ο Μολώχ ο οποίος, καθώς όσοι μοχθούν τον πλησιάζουν, αντί να τους ανταμείψει, τους γυρίζει την πλάτη και για παρηγοριά στα εξαντλημένα και καταδικασμένα πλήθη … δίνει μονάχα … την απάντηση-κοροϊδία ότι μετά τον θάνατό τους όλα θα ομορφύνουν επί της γης. […] ένας σκοπός που είναι απείρως μακρινός δεν είναι σκοπός, είναι μονάχα εξαπάτηση· ο σκοπός πρέπει να είναι εγγύτερα τουλάχιστον ο μισθός του εργάτη ή η ευχαρίστηση στην εργασία. (Berlin 2004, 35 ελαφρά τροποποιημένη μετάφραση).
O ίδιος ο Berlin σημειώνει πως «το να εξαναγκάζουμε τους ανθρώπους να μπουν στις ομοιόμορφες στολές τις οποίες απαιτούν τα ιδεολογικά σχήματα που υποστηρίζονται δογματικά, οδηγεί σχεδόν πάντα σε απάνθρωπη συμπεριφορά» (στο ίδιο, 39 τροποποιημένη μετάφραση).
Εκτός, όμως από τους Oakeshott και Berlin, οι Kuhn και Wittgenstein ήταν δύο άλλοι φιλόσοφοι που με επηρέασαν προς την ίδια κατεύθυνση ως προς τον συντηρητισμό. O Kuhn, στο μοντέλο του για την επιστήμη, καθιστά τη λεγόμενη κανονική επιστήμη (normal science), μια κατά βάση συντηρητική πρακτική που δεν αποβλέπει στην καινοτομία, αλλά σκοπό έχει να εκλεπτύνει το παράδειγμα (δηλαδή ένα πρότυπο επιστήμης) και να το επεκτείνει σε όλο και ευρύτερα πεδία, την καθιστά λοιπόν προϋπόθεση της επανάστασης και της προόδου στην επιστήμη. Μόνο αν ξέρουμε, λέει ο Kuhn, τι είναι ομαλό, όπως αυτό έχει εμπεδωθεί στη διαδικασία της κανονικής επιστήμης, μπορούμε να διακρίνουμε το ανώμαλο, αυτό που παρεκκλίνει, ώστε να συγκεντρωθούμε σε αυτό και, αν δεν το επιλύσουμε στο παλαιό πλαίσιο, να προχωρήσουμε στην ανατροπή του και στην εισήγηση ενός νέου που, εξ ορισμού, δεν συμβιβάζεται με το παλαιό. Έτσι κατανοεί την επιστημονική επανάσταση: να προϋποθέτει την παράδοση που δημιουργεί η κανονική επιστήμη και να πηγάζει από αυτήν. Η πρόοδος δηλαδή ωθείται από πίσω, από την παράδοση και όχι από κάτι που μάς έλκει από μπροστά.
Η ιδέα αυτή επηρέασε και τον Αμερικανό φιλόσοφο Stanley Cavell ο οποίος γράφει για την καινοτομία στην τέχνη:
… μόνο ένας σκλάβος [των συμβάσεων] μπορεί να γνωρίζει πώς μπορεί να τις αλλάξει προς το καλύτερο ή να γνωρίζει πώς να τις ξεριζώσει. Μόνο οι δεξιοτέχνες ενός παιχνιδιού, οι τέλειοι σκλάβοι αυτής της υπόθεσης, είναι σε θέση να καθιερώσουν συμβάσεις που εξυπηρετούν καλύτερα την ουσία της. Αυτός είναι ο λόγος που οι βαθιές επαναστατικές αλλαγές μπορούν να προκύψουν από τις προσπάθειες να συντηρηθεί ένα πρόγραμμα, να επανέλθει στην αρχική του ιδέα, να διατηρηθεί σε επαφή με την ιστορία του» (Cavell 1979, 120-121).
Ανάλογη είναι και η θέση του σπουδαίου κριτικού τέχνης Clement Greenberg ο οποίος υποστήριζε πως:
[Η] ιστορία δείχνει ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση σημαντικής καινοτομίας στην οποία ο καινοτόμος καλλιτέχνης δεν κατείχε και δεν συνελάμβανε τη σύμβαση ή τις συμβάσεις τις οποίες άλλαξε ή εγκατέλειψε. Το οποίο σημαίνει ότι υπέβαλλε την τέχνη του στην πίεση αυτών των συμβάσεων καθώς τις άλλαζε ή τις απέρριπτε. Ούτε χρειαζόταν να κοιτάζει γύρω του για να βρει νέες συμβάσεις για να αντικαταστήσει αυτές που είχε απορρίψει. Οι νέες συμβάσεις θα αναδύονταν από τις παλιές χάρη στην πάλη του με τις παλιές. Κι αυτές οι παλιές, όσο απότομα κι αν εγκαταλείπονται, εξακολουθούν με κάποιον τρόπο να παραμένουν, σαν να είναι φαντάσματα, και να παρέχουν σκιώδη καθοδήγηση (Greenberg 1999, 53)
Για αυτούς τους στοχαστές, η παράδοση δεν εμποδίζει την πρόοδο, ούτε καν την επανάσταση. Η αφομοίωση και η αναμέτρηση μαζί της αποτελεί, αντίθετα, όρο της καινοτομίας και της αλλαγής.[1]
Ο Wittgenstein κατηγορήθηκε ότι είναι συντηρητικός όχι μόνο επειδή έπαιρνε αποστάσεις από τους νεωτερισμούς της εποχής του ως πρόσωπο αλλά και λόγω της φιλοσοφίας του, κυρίως στις Φιλοσοφικές Έρευνες, που ερμηνεύτηκε ως ησυχαστική, δηλαδή θεωρήθηκε ότι προάγει μία στάση συμφιλίωσης με το στάτους κβο αφού δεν θέλει να επέμβει και να διορθώσει ως φιλοσοφία τα πράγματα.[2] Η ερμηνεία αυτή έχει αμφισβητηθεί αναδεικνύοντας τη σημασία της πρακτικής στο έργο του Wittgenstein, η οποία, όχι μόνο δεν αποκλείει την αλλαγή, αλλά καθώς δημιουργεί παράδοση όσο αναπτύσσεται, συνιστά όρο για τον μετασχηματισμό και την υπέρβασή της.[3]
Με βάση τα παραπάνω, όπως έλεγα και στο παλαιό κείμενο της Αυγής, «ο συντηρητισμός, ως ρεύμα της πολιτικής σκέψης, παρ’ όλες τις διαφορετικές εκδοχές του, τονίζει ακριβώς αυτό: ότι η πολιτική είναι μια τέχνη που πρέπει να ασκείται επί του πραγματικού και να στηρίζεται στην παράδοση και την εμπειρία. Αυτό όμως δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ούτε αναχρονισμό, ούτε προχειρότητα, ούτε απραξία. Η παράδοση δεν είναι υποχρεωτικά το σκελετωμένο λείψανο του παρελθόντος που πρέπει να διατηρηθεί άθικτο. Ούτε ένα status quo ante που πρέπει να παλινορθωθεί. Ακόμη και στο πλαίσιο του συντηρητισμού η παράδοση μπορεί να νοηθεί δυναμικά, ως παρακαταθήκη της ιστορικής εμπειρίας. Είναι ο όρος για τη συγκρότηση της ταυτότητας, ο όρος για κάθε είδους δεξιότητα και δράση.»
Ο συντηρητισμός με αυτή την έννοια είναι μία ήπια πολιτική πρόταση που προτιμάει τη μεταρρύθμιση από την ανατροπή, που θέλει συμπεριληπτικότητα και αλληλεγγύη. Δεν θέλει αφηρημένα σχέδια που συναιρούν μαγικά τα ασυμβίβαστα και τα οποία εφαρμόζονται δογματικά από μειοψηφίες σε μια πραγματικότητα της οποίας τη συνθετότητα αγνοούν ή παραβλέπουν. Στέκεται απέναντι στις εύκολες προτάσεις που «λύνουν» με το μαχαίρι, με μια κίνηση, όλα τα προβλήματα διότι στην πραγματικότητα δεν τα λύνουν, αλλά τα οξύνουν ή τα εξωραΐζουν για να παραπλανούν. Σε μια σύνθετη πραγματικότητα που περιπλέκεται όλο και περισσότερο με τον χρόνο, δεν υπάρχει από τη μια το φως του λόγου και από την άλλη το σκοτάδι της παράδοσης, από τη μια το ορθολογικό και από την άλλη το ανορθόλογο, από τη μια η πρόοδος, ως αυτοδίκαιη ταμπέλα σε συγκεκριμένα κόμματα και φορείς και από την άλλη η συντήρηση επίσης ως ταμπέλα-μομφή. Υπάρχουν πολλές πτυχές, περιστροφές, σκιές, διαβαθμίσεις, αμφισημίες. Υπάρχει πολυπλοκότητα. Και στον πολύπλοκο κόσμο μας πρέπει να βρίσκουμε τις αντίστοιχες περίτεχνες λύσεις, πράγμα που απαιτεί γνώσεις και φρόνηση. Οι δήθεν απλές λύσεις είναι για τους λαϊκιστές και τους δογματικούς. Αυτοί κατασκευάζουν και επικαλούνται αποστεωμένα κειμήλια, αυτοί εγκλωβίζουν και εγκλωβίζονται στους κλειστούς ορίζοντες των αφηρημένων σχεδίων και διλημμάτων, αυτοί περιφρονούν τους κινδύνους των «απλών» λύσεων που βλάπτουν τους ασθενέστερους, αυτοί μετατρέπουν την παράδοση και την ιστορία σε ένα βαρύ φορτίο που καθηλώνει και απενεργοποιεί. Αυτοί είναι οι συντηρητικοί με την κακή, καθιερωμένη, σημασία του όρου. Αυτοί δραπετεύουν από τη ζωή. Απέναντι σε αυτούς δεν πρέπει να αντιτάξουμε εκείνους που με αυτάρεσκη και αλαζονική βεβαιότητα δραπετεύουν από την πραγματικότητα, που είναι πάντοτε τραχιά, για να καταφύγουν στην στιλπνότητα όσων σχεδιάζουν επί χάρτου. Οι εντάσεις, οι δυσκολίες, οι αντιθέσεις που δεν συμβιβάζονται, πάντα προσγειώνουν και αξιώνουν σοβαρότητα. Η στήριξη στην παράδοση δεν σημαίνει υποχρεωτικά καταπίεση και υποταγή. Η παράδοση μπορεί να κατανοηθεί ως αυτή που ενδυναμώνει, που παρέχει δυνατότητες, που απελευθερώνει. Όπως λέει ο Έλιοτ στο κείμενό του «Tradition and Individual Talent» («Παράδοση και το ατομικό ταλέντο», 1999, 14), η παράδοση «δεν κληρονομείται· αν τη θέλεις πρέπει να την αποκτήσεις με μεγάλο κόπο». Για να σου παραδοθεί η παράδοση, για να την παραλάβεις, πρέπει να εργαστείς και, τότε, θα μπορέσεις να αξιοποιήσεις όσα μπορεί να σου προσφέρει. Τότε θα είναι εφόδιο για το μέλλον και όχι φορτίο που σε κρατάει καθηλωμένο στο παρελθόν.
Βιβλιογραφία
Berlin, Isaiah. 2004/1959. To στρεβλό ξύλο της ανθρωπότητας. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.
Cavell, Stanley. 1979. The Claim of Reason. Oxford: Oxford University Press.
Eliot, T.S. 1999/1932. “Tradition and the Individual Talent.” Στο Selected Essays, 13-22. London: Faber& Faber
Greenberg, Clement. 1999/1976. “Convention and Innovation.” Στο Homemade Esthetics: Observations on art and taste, 47–58 . Oxford: Oxford University Press.
Kindi, Vasso. 2003. “Kuhn’s Conservatism.” Social Epistemology, 17: 2&3, 209-214.
Kindi, Vasso. 2010. “Novelty and Revolution in Art and Science: The influence of Kuhn on Cavell”, Perspectives on Science, 18:3, 284-310.
Oakeshott. Michael. 1991α/1962. “Rationalism in Politics.” Στο Rationalism in Politics and Other Essays, 5-42. Indianapolis: Liberty Press.
Oakeshott. Michael. 1991β/1962. “Introduction to Leviathan.” Στο Rationalism in Politics and Other Essays, 221-294. Indianapolis: Liberty Press.
Virvidakis, Stelios and Vasso Kindi. 2012. “Quietism.” Στο Oxford Bibliographies in Philosophy. Ed. Duncan Pritchard. New York: Oxford University Press. DOI: 10.1093/obo/9780195396577-0184
Wittgenstein, Ludwig. 1977/1953. Φιλοσοφικές Έρευνες, μετάφραση Παύλος Χριστοδουλίδης. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση. Συντόμευση ΦΕ, παράγραφος.
[1] Για μια εκτενέστερη ανάλυση της σχέσης παράδοσης και καινοτομίας στην τέχνη και την επιστήμη, βλ. Kindi 2010. Για τον λεγόμενο συντηρητισμό του Kuhn, βλ. ειδικότερα Kindi 2003.
[2] Βλ. ΦΕ § 124: «Η φιλοσοφία δεν επιτρέπεται με κανέναν τρόπο να αγγίξει την πραγματική χρήση της γλώσσας: τελικά, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να την περιγράψει. Γιατί δεν μπορεί ούτε και να τη θεμελιώσει. Όλα τα αφήνει όπως είναι.»
[3] Για μία ανάλυση σχετικά με το ησυχασμό που αποδίδεται στον Wittgenstein βλ. Virvidakis and Kindi 2012.
