Γεννημένη το 1992, η πορεία της ζωής έμοιαζε στα πρώτα μου χρόνια στρωτή και ομαλή. Τελικά ο δρόμος προς την ενηλικίωση, τη συμβατική αλλά και την πραγματική, έκρυβε ανηφόρες, απότομες κατηφόρες και πονηρές στροφές.
Τη δεκαετία του ʼ90 τη θυμάμαι πάντοτε με μεγάλη νοσταλγία και τρυφερότητα. Όλα ήταν ανέμελα για εμένα τότε, τίποτα δεν μπορούσε να πάει στραβά. Κι όταν γυρνούσα σπίτι απ’ το σχολείο, η τηλεόραση ήταν γεμάτη σειρές, παιδικά, εκπομπές για μουσική και τηλεπαιχνίδια που παρακολουθούσα καθώς έπαιζα. Μου δημιουργούσαν μια περαιτέρω αίσθηση ασφάλειας. Λειτουργούσαν σαν μια διεύρυνση του χώρου του σπιτιού και της οικογένειάς μου. Ήταν οι φίλοι.
Η πρώτη κομβική διατάραξη αυτής της παιδικής πεποίθησης ότι όλα στη ζωή κυλάνε (περίπου) ομαλά ήταν, αναλογίζομαι τώρα, ο βομβαρδισμός του ΝΑΤΟ στην τότε (εναπομείνασα) Γιουγκοσλαβία. Θυμάμαι τα μεγαλύτερα αδέρφια μου να πηγαίνουν στις αντιπολεμικές συναυλίες κι εμένα να βλέπω τον Γκόραν Μπρέγκοβιτς στην τηλεόραση να τραγουδά το «Καλαζνίκοφ». Ακόμη θυμάμαι την εντύπωση που μου είχε προκαλέσει το επεισόδιο 57 των Δύο ξένων, στο οποίο το καστ της σειράς μεταβαίνει στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ο Τόλης γνωρίζει έναν Αμερικανό στρατιώτη του ΝΑΤΟ και προχωρά ερωτικά μαζί του, γεγονός που οι κεντρικοί χαρακτήρες βρίσκουν απαράδεκτο και «δωσιλογικό».
Σ’ ένα αποκορύφωμα εναντίωσης απέναντι στον νατοϊκό βομβαρδισμό και τις αμερικανικές δυνάμεις, οι Δύο Ξένοι αφιερώνουν σχεδόν 4 λεπτά τηλεοπτικού χρόνου αντιπαραβάλλοντας τα τραγούδια του αμερικανικού στρατού με το Πότε θα κάνει ξαστεριά που τραγουδάνε με πάθος όλοι οι ηθοποιοί φορώντας στρατιωτικές στολές με το ελληνικό εθνόσημο. Αυτή η σκηνή μου είχε προξενήσει μεγάλη εντύπωση τότε. Ακόμη και τώρα που τη σκέφτομαι εντυπωσιάζομαι, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Πιστεύω ότι η συλλογική ανεκτικότητά μας στους πολέμους έχει καταβυθίσει κάθε ίχνος έστω και λεκτικής αντίθεσης σ’ αυτούς, κι επιπλέον η κοινωνία μας συντηρητικοποιείται και πολώνεται συνεχώς. Παράλληλα οι τηλεοπτικές σειρές σήμερα αποφεύγουν επιμελώς οποιαδήποτε ενασχόληση με την πραγματικότητα και στρέφονται σε πολύ παλιότερες δεκαετίες, οι οποίες όμως μοιάζουν όλες μεταξύ τους, γιατί και πάλι είναι άχρονες, εμφανίζονται σε έναν χώρο σχεδόν μυθικό, χωρίς ιστορικοκοινωνικά συμφραζόμενα. Ακόμη χειρότερα (όπως διάβασα πρόσφατα κάπου, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να θυμηθώ πού) πολλές φορές το παρελθόν ωραιοποιείται μέσα από τις τηλεοπτικές και κινηματογραφικές αφηγήσεις, κι έτσι (εντελώς ενδεικτική αναφορά) η επταετία των Συνταγματαρχών αποτελεί background σε σειρά με τίτλο Τα καλύτερά μας χρόνια. Η παιδική ματιά θεωρεί πάντα τη δική της αθωότητα καλύτερη από των επόμενων. Έτσι κι εγώ με τα 90s.
Τηλεοπτικά συνεχίστηκε η ζωή μας βλέποντας σε ζωντανή μετάδοση το δεύτερο αεροπλάνο να πέφτει πάνω στους Δίδυμους Πύργους και τον κόσμο που τότε μαθαίναμε –να λένε– ότι αλλάζει. Όμως εμείς δεν θυμόμαστε τον κόσμο πριν απ’ αυτό. Τα αεροπλάνα χωρίς ελέγχους είναι για μας μυθοπλασία στα Φιλαράκια. Ο κόσμος που αρχίσαμε να μαθαίνουμε εμείς, ήταν ένας κόσμος στον οποίο υπήρχε πιθανότητα κάποιος να σου ταχυδρομήσει άνθρακα! Βλέπαμε (και πάλι) στην τηλεόραση και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων – που ακόμη έπαιρναν οι δικοί μας – την επιχείρηση ΣΟΚ ΚΑΙ ΔΕΟΣ. Μέσα σε όλα αυτά εκρήγνυται η βόμβα στα χέρια του Σάββα Ξηρού και ένα-ένα αναζητούνται και συλλαμβάνονται μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη. Στον τηλεοπτικό καθημερινό μας μικρόκοσμο οι ειδήσεις αυτές λαμβάνουν διαστάσεις ριάλιτι συναγωνιζόμενα τα πραγματικά ριάλιτι κι εμείς ασχολούμαστε κάθε μέρα με το Big Brother, το Fame Story, το Μπαρ κ.ά, τα οποία όχι μόνο δε θεωρούνται trash, αλλά αντιθέτως γίνονται εντελώς mainstream και τροφοδοτούν το star system της χώρας. Στα παιδικά μας πάρτι παίζανε τα CD του Νίνο και του Νότη Χριστοδούλου. Ζουζούνια και «Δέκα Ινδιάνοι Μικροί» ήτανε μόνο για το σπίτι και το πρωινό μας ξύπνημα για το σχολείο.
Στο μεταξύ, πλησιάζουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες και όλοι μάς κάνουν δώρα με την Αθηνά και τον Φοίβο. Σε κανέναν δεν αρέσουν, αλλά δε γίνεται και να μη στηρίξουμε την Ολυμπιάδα στη χώρα μας! Στο σχολείο κάνουμε μάθημα Ολυμπιακής Παιδείας. Μαθαίνουμε τα πάντα για τους αρχαίους αγώνες, την αναβίωσή τους, για τα ασυνήθιστα αθλήματα, μάς αναγκάζουν να παίξουμε μπάντμιντον και σιγά σιγά κάποια σχολεία της χώρας αποκτούν τραπέζια πινγκ πονγκ, την ίδια ώρα που οι μπάλες ποδοσφαίρου είναι παμπάλαιες και ξεφούσκωτες. Καμία γενιά πριν ή μετά από εμάς δεν έχει διδαχθεί τόσα πολλά για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Βλέπαμε ακόμη και τελετές έναρξης και λήξης από προηγούμενους αγώνες σε βιντεοκασέτα!
Όμως, πριν έρθουν οι Ολυμπιακοί στην Ελλάδα, ήρθε το κύπελλο του Euro. Αυτό έδωσε στα χρόνια του γυμνασίου μια αισιόδοξη ώθηση. Ακολούθησε η κατάκτηση της Eurovision, που έτσι κι αλλιώς μας απασχολούσε τα χρόνια της προεφηβείας και της εφηβείας. Κανείς μας δεν ξέχασε τη Ρουσλάνα, τον Ντίμα Μπιλάν και τη χορογραφία της Παπαρίζου… Ήρθε και η κατάκτηση του Eurobasket το 2005 και το αργυρό στο Mundobasket του ’06, αυτά ήταν που μας απασχολούσαν τότε έξω από τις προσωπικές μας σχέσεις και τα μαθήματα.
Παρόλο που προσωπικά πάντα αγαπούσα τα βιβλία και διάβαζα ό,τι υπήρχε στο σπίτι ή ανακάλυπτα σε φιλικά σπίτια, δε θυμάμαι κανέναν από τους συμμαθητές μου να διαβάζει σ’ αυτήν την ηλικία. Τα προηγούμενα χρόνια, στο δημοτικό, όλοι διαβάζαμε λίγο-πολύ. Σε μικρότερες τάξεις, βιβλία από τη σειρά Μικροί Κύριοι, Μικρές Κυρίες, αργότερα Ιούλιο Βερν και μετά Φρουτοπία, Ιστορίες από το Νησί των Πυροτεχνημάτων και την Τελευταία Μαύρη Γάτα του Ευγένιου Τριβιζά και, φυσικά, ολόκληρο τον Χάρι Πότερ. Λέγαμε μάλιστα πως ήμασταν συνομήλικοι με τον Χάρι Πότερ και πράγματι, έτσι ήταν, γιατί τόσο τα βιβλία, αλλά ειδικότερα οι ταινίες κινούνταν παράλληλα με τη δική μας ηλικία. Γενικώς, η κατηγορία fantasy κατείχε τότε, όπως και τώρα νομίζω, μεγάλο μέρος των πολιτισμικών προϊόντων που καταναλώναμε. Μεγάλη επιτυχία που καθόρισε επίσης τη γενιά μας είναι και η τριλογία του Lord of the Rings, όμως εγώ τότε βαριόμουν, κι ας μάθαιναν οι φίλοι μου τις γλώσσες της Μέσης Γης.
Στα χρόνια του γυμνασίου έχω έντονη την ανάμνηση των συμμαθητ(ρι)ών μου να μελετούν διαφημιστικά φυλλάδια με καινούρια κινητά. Πραγματική μελέτη, γνώριζαν απ’ έξω τα χαρακτηριστικά τους! Κι όχι μόνο κινητά. Τότε έβγαιναν τα πρώτα mp3 players τα οποία έσπευδαν όλοι να αγοράσουν για να ακούνε μουσική στις εκδρομές. Ακόμη κι εγώ που αδιαφορούσα πλήρως γι’ αυτά, κι ομολογώ πως δεν απέκτησα ποτέ mp3, άρχισα να δείχνω ενδιαφέρον γιατί… δεν με έπαιρνε να μείνω εκτός παρέας.
Κι έρχεται το λύκειο και βρισκόμαστε στο 2008. Οι περισσότεροι φίλοι μου ασχολούνται με το Twilight, εγώ όμως περνάω τα πρώτα μου άγχη. Σ’ αυτά παίζει ρόλο αφενός η τηλεόραση (και πάλι ρυθμιστής της ζωής μας) και δη η εκπομπή Αλ Τσαντίρι Νιουζ που, όπως την αντιλαμβανόμουν τότε, έπαψε να είναι σατιρική και διασκεδαστική και προμήνυε χίλια προβλήματα που επρόκειτο να έρθουν και αφετέρου, η καθηγήτρια που είχαμε στη β΄ λυκείου στο μάθημα «Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς Θεσμούς». Η συγκεκριμένη καθηγήτρια εκτός από οικονομολόγος –ή μάλλον εξαιτίας αυτού– ήταν και ιδιαιτέρως ανήσυχη για το μέλλον της οικονομίας στον κόσμο αλλά και στη χώρα μετά την πτώχευση των Lehman Brothers το 2008. Την ίδια ώρα στην Αθήνα αστυνομικός δολοφονεί έναν συνομήλικό μας που έκανε βόλτα. Ο κόσμος καίγεται. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα άρχισα να βλέπω το μέλλον ζοφερό. Σε ποια ενηλικίωση πλησίαζα; Τι με περίμενε;
Συζητώντας τα τελευταία χρόνια με νέους φίλους που έκανα στην ενήλικη ζωή και μοιραζόμενη τις αγχώδεις και μαύρες σκέψεις που έκανα καθώς βάδιζα προς τα 18, εντυπωσιαζόμαστε εκατέρωθεν, καθώς εκείνοι δεν μπορούν να καταλάβουν πώς γίνεται να έβλεπα τι έρχεται κι εγώ απ’ την άλλη δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να ήταν τόσο καλά προστατευμένοι και να μην το έβλεπαν. Βέβαια, κι εγώ αυτό προσπάθησα να κάνω από κάποια στιγμή και μετά. Έκλεισα τ’ αυτιά μου και απέφυγα κάθε τι που μου προκαλούσε αϋπνίες κι αίσθηση ματαιότητας.
Έτσι έφτασα στις πανελλαδικές χωρίς καθόλου άγχος. Το μυαλό μου ήταν αλλού. Στο θέατρο, στα βιβλία… Ήδη το θεατρικό εργαστήρι για εφήβους που πήγαινα τα Σάββατα απασχολούσε τη σκέψη μου και τις υπόλοιπες μέρες. Αναγκάστηκα στην γ΄ λυκείου να το σταματήσω, κι όμως εκείνος ο ένας χρόνος ήταν τόσο πλούσιος σε εμπειρίες, νέες γνώσεις, ανθρώπους, με αρκετούς από τους οποίους (που επίσης ακολούθησαν τον δρόμο του θεάτρου) βρισκόμαστε μέχρι και σήμερα. Πίστευα πως έτσι κι αλλιώς όπου και να περάσω, με ό,τι κι αν ασχοληθώ στη ζωή μου, δε θα βρίσκω δουλειά ή δε θα μπορώ να ζήσω καλά από αυτήν, οπότε, τουλάχιστον, ας κάνω αυτό που θέλω. Θα μπορούσε κάποιος να σχολιάσει τι κυνισμός, τι νταρκίλα και μελαγχολία των emo, που τότε ήταν και στη μόδα, τι απογοήτευση πριν καν «ξεκινήσω τη ζωή μου»… Τι ρεαλισμός θα του απαντούσα και τότε και τώρα.
Έναν μήνα μετά τα 18α γενέθλιά μου, έναν μήνα μετά την είσοδό μου στον ενήλικο κόσμο, ο τότε πρωθυπουργός της χώρας Γιώργος Παπανδρέου αναγγέλλει την είσοδο της χώρας στα μνημόνια και «τη στήριξη της χώρας μας, με έναν πρωτόγνωρο, για την ιστορία και τα δεδομένα της Ε.Ε., μηχανισμό». Ενηλικίωση κι επίσημα…
Έτσι έζησε τα φοιτητικά της χρόνια η γενιά μου. Με τη Χρυσή Αυγή να ανεβαίνει, με τους μισθούς των γονιών μας και τις συντάξεις των γιαγιάδων μας να μειώνονται μαχαίρι, με το «προσωρινό» μέτρο του ΕΝΦΙΑ, με την ανεργία στο κόκκινο και με το «μαύρο» στην ΕΡΤ. Στη Θεσσαλονίκη τα χρόνια εκείνα σπουδαίο ρόλο για μένα διαδραμάτισε μία ποιητική ομάδα, η «Ποίηση Γυμνή». Ήταν μια χαλαρά δομημένη ομάδα, την οποία εμπνεύστηκε και στήριξε ο Τέλλος Φίλης, και για την οποία έμαθα εντελώς τυχαία από μια αφίσα. Με την ομάδα αυτή από το 2012 ως και το 2016 συναντιόμασταν κάθε Τετάρτη σε ένα κεντρικό καφέ της Θεσσαλονίκης – που δυστυχώς έχει πλέον κλείσει κι αυτό – και διαβάζαμε τα ποιήματά μας, συζητούσαμε, πίναμε καφέδες, τσάγια, κρασιά και λέγαμε τα νέα μας. Σιγά σιγά η ομάδα μεγάλωνε και ταυτόχρονα άνοιγε σε ανθρώπους που ακόμη κι αν έρχονταν για πρώτη φορά στο καφέ, μπορούσαν αν θέλανε να διαβάσουν τα ποιήματά τους. Ήμασταν όλοι από 20 ως 30 κι η ποίηση ήταν ένας τρόπος να γνωριστούμε, να πιστέψουμε ότι η καθημερινότητα έχει κάποιο νόημα, να συνδεθούμε. Ακόμη και σήμερα που μεγαλώνοντας έχουμε χαθεί, πάντοτε θυμόμαστε ο ένας την άλλη και συναντιόμαστε με αγάπη και τρυφερότητα, γιατί εκείνες τις συναντήσεις τις φυλάμε στην καρδιά και στο μυαλό όπως το μενταγιόν που κρύβει μέσα τις φωτογραφίες των αγαπημένων σου.
Στα μέσα των 20s μας η κρίση ήταν ήδη καθεστώς. Η ελπίδα δεν ήρθε τελικά, αλλά αντ’ αυτής ήρθαν capital controls και δημοψήφισμα που στιγμάτισε τη γενιά μου ακόμη μία φορά. Αν πιστεύεις ότι μπορείς να αλλάξεις την πορεία της χώρας με ένα ναι ή ένα όχι (και κυρίως με το δεύτερο), σου έχω νέα: δεν μπορείς. Ό,τι κι αν κάνεις είναι προδιαγεγραμμένα ανώφελο, καθώς οι αποφάσεις έχουν παρθεί και δε σε συμπεριλαμβάνουν. Αυτό μας είπαν. Άλλη μία ήττα. Κι αυτή να συνδυάζεται με την προσφυγική κρίση που πυροδοτεί κι άλλο την πόλωση στη χώρα.
Την ίδια ώρα εμείς γεμίζουμε όλα τα μαγαζιά που παίζουν ρεμπέτικα. Από το 2016-2017 και μετά, τουλάχιστον στη Θεσσαλονίκη που γνωρίζω καλύτερα, άνθησαν ξανά τα ρεμπέτικα με κόσμο (στο κοινό και στις ορχήστρες) γύρω στα 25-30. Στέλναμε ο ένας στον άλλον νέα τραγούδια που ανακαλύπταμε, δημιουργούσαμε fora στα social media με το πού παίζει και τι, είχαμε τις μικρές δικές μας διασημότητες (την τάδε τραγουδίστρια, τον τάδε μπουζουξή), γνωρίζαμε κόσμο και κάναμε φιλίες –και κάποιοι πλέον ακόμη και κουμπαριές– εκεί μέσα. Τι ήταν αυτό που μας έστρεψε εκεί; Ίσως αυτό που λένε ότι τα ρεμπέτικα είναι τα blues των Ελλήνων;
Και καταλήγουμε σιγά σιγά να είμαστε «λίγο πριν τα τριάντα». Η κυβέρνηση μας υπόσχεται «έναν πιο γαλανό ουρανό», αλλά αυτό που μας έρχεται είναι ο ουρανός κατακέφαλα, όπως φοβόνταν οι Γαλάτες. Ξεσπά πανδημία και κλεινόμαστε στα σπίτια μας. Μένουμε όλη μέρα μέσα και βλέπουμε ταινίες και σειρές σε πλατφόρμες. Για τις σειρές πια δε χρειάζεται να ποτίζεις τον εαυτό σου με αγωνία όπως παλιά περιμένοντας να έρθει η επόμενη βδομάδα να προβληθεί το νέο επεισόδιο. Τώρα τις σειρές τις βλέπουμε μονοκοπανιά, κάνουμε binge watching. Προτείνουμε ο ένας στον άλλον σειρές που «δεν έχουν πολλά επεισόδια, βλέπονται σε λίγες ώρες». Παραδίδουμε έτσι άλλη μια άσκηση υπομονής και (ευχάριστου) σασπένς. Τα συναισθήματα ίσως είναι κι αυτά προϊόντα του καιρού τους. Άλλες συνήθειες δημιουργούν άλλα αισθήματα. Κι ο χρόνος πάντα μας κυνηγάει.
Και τελειώνει κι η επιδημιολογική κρίση και ξεκινάει πόλεμος στην Ουκρανία, γενοκτονία στη Γάζα, κι οι συρράξεις συνεχίζονται και σε μέρη για τα οποία δεν πολυμαθαίνουμε, κι εμείς περάσαμε πλέον τα 30 για τα καλά κι είμαστε όλοι τόσο κουρασμένοι, είμαστε εξαντλημένοι. Ονειρευόμαστε να ξυπνήσουμε ένα Σάββατο πρωί και να δούμε παιδικά μέχρι τις δύο, όπως κάναμε παιδιά, βρισκόμαστε και αναπολούμε παλιές συνήθειες που έχουν πια χαθεί, θυμόμαστε –αμυδρά πια– πώς ήταν οι δραχμές και τα πρώτα σόσιαλ που είχαμε (το hi5, το msn κ.ά.), βλέπουμε ξανά παλιές σειρές (τώρα τις λέμε καλτ) και μιλάμε με ατάκες τους, φτιάχνουμε memes και reels μ’ αυτές, κάποιοι τις προσεγγίζουμε και ερευνητικά ως πολιτιστικά φαινόμενα, στους γάμους μας παίζουν τραγούδια που έβαζε το Mega Star τα Σάββατα και προσπαθούμε∙ προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σε μία μη-κανονική «κανονικότητα», σαν να είμαστε «κανονικοί» ενήλικες. Είμαστε;
Η αλήθεια είναι πως δεν αισθάνομαι ότι μπορώ να εκπροσωπήσω τη γενιά μου, κυρίως γιατί πιστεύω πως είναι η πρώτη γενιά με ένα τόσο ευρύ φάσμα επιλογών. Ναι, είμαστε η γενιά που είδε π.χ. πρώτη Πόκεμον, που υποστήριξε μαζικά την Αργεντινή στα μουντιάλ όχι για τον Μαραντόνα ή τον Μέσι, αλλά γιατί μεγάλωσε με Ατρόμητους και Rebeldeway, ή ακόμη είμαστε η τελευταία γενιά που πρόλαβε να χρησιμοποιήσει κασετόφωνο και τηλεκάρτα πριν αυτά να γίνουν vintage. Κυρίως, όμως, είμαστε μία γενιά που ακολουθώντας διάφορους πολιτιστικούς δρόμους (είτε άκουγε Evanescence και Avril Lavigne, είτε Slipknot, ή Αντώνη Ρέμο και Χρύσπα) κατέληξε πάνω κάτω στα ίδια: να είναι μάλλον η πιο μορφωμένη απ’ όλες, με μεταπτυχιακά και διδακτορικά, γλώσσες κι επιμορφώσεις, η πιο κακοπληρωμένη απ’ όλες, κι αυτή που με δυσκολία καταφέρνει να νοικιάσει σπίτι, το οποίο δε θα είναι φυσικά όπως θα το ήθελε.
Σίγουρα, αν τυχόν διαβάσει κάποιος γύρω στα 30-35 αυτό το κείμενο θα διαφωνήσει σε πολλά σημεία και θα σκεφτεί ότι παρέλειψα άλλα. Πιστεύω όμως πως δε θα διαφωνήσει πως είμαστε μια γενιά διαμορφωμένη από αντιθέσεις, ζυμωμένη με αντιφατικές προσλαμβάνουσες, τις οποίες έχει μέσα της συμφιλιώσει· πάνω απ’ όλα, μια γενιά με διαταραγμένη ενηλικίωση. Μεγαλώσαμε απότομα, ματαιωθήκαμε, μας έκλεψαν τη δυνατότητα του ονείρου και τώρα κάθε μας μέρα «παίζουμε τους ενήλικες». Υπάρχει όμως πάντα, πιο φανερά π.χ. απ’ τη γενιά των γονιών μας, το παιδί που υπήρξαμε και συνεχίζει μέσα μας να υπάρχει –είτε γλυκοκοιτάζει αξεσουάρ με Powerpuff girls, είτε αγοράζει πλαστικές χαζομαρούλες απ’ το temu, είτε κολλάει αυτοκόλλητα στο λάπτοπ κι ονειρεύεται να γίνει πεταλούδα, είτε παίζει βιντεοπαιχνίδια. Αφήσαμε τον εαυτό μας κάπου στη δεκαετία του ʼ90, και πάντα σ’ εκείνον επιστρέφουμε για να πάρουμε δύναμη να συνεχίσουμε. Σαν να βιώνουμε ένα συλλογικό μετατραυματικό σοκ κι η μνήμη μας ανακαλεί στιγμές πριν απ’ αυτό για να μπορέσει να το διαχειριστεί. Είχα διαβάσει κάπου παλιά τη λατινική φράση (που λένε ότι αποτελεί παραλλαγή ενός στίχου του Σενέκα) per aspera ad astra κι είχα σκεφτεί ότι αυτό είναι το μάντρα της γενιάς μας. Έχουμε ζήσει τα aspera και τώρα

