Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Βασίλης Παπαδόπουλος

Περί ασματικής ελευθερίας

Αρκεί να ανοίξει κανείς το ραδιόφωνο για να αντιληφθεί σε πέντε μόλις λεπτά σε ποια κατάσταση βρίσκεται σήμερα το ελληνικό τραγούδι: ελληνική «ποπ» (φτηνό κακέκτυπο τής έτσι κι αλλιώς φτηνής ξένης ποπ), «λαϊκά» τραγούδια (αδέξιες απομιμήσεις τσιφτετελιών και ζεϊμπέκικων πάνω σε τυποποιημένους απλοϊκούς ρυθμούς-κονσέρβα, με στίχους που εξαντλούνται αναμασώντας ρίμες τύπου «μάτια-κομμάτια», «χέρια-μαχαίρια» κ.τ.λ., με μέση διάρκεια ζωής εκάστου άσματος μικρότερη από αυτήν μιας μέλισσας), ραπ και τραπ (που σήμερα κάνουν πραγματική θραύση σε παιδιά και εφήβους, με «μουσική» και «στίχους» που μας γυρνάνε ολοταχώς στην Πλειόκαινο εποχή), «έντεχνα» (με τα περισσότερα από αυτά να κινούνται στο φάσμα ομφαλοσκόπηση – αυτολύπηση – αυτοπραγμάτωση – κοινωνικό μήνυμα – ηθικολογία – «οι 10 εντολές σε 10 γραμμές κι όλος ο ηθικός κώδικας σε μια σελίδα»), «ροκ» (απομιμήσεις αντίστοιχων ξένων ροκ τραγουδιών περασμένων δεκαετιών… φευ οι κάθε λογής επιδράσεις στην Ελλάδα φτάνουν με χρονοκαθυστέρηση), κάποιες ασθμαίνουσες διασκευές λαϊκών/ρεμπέτικων του 1940, του ʼ50 και του ʼ60 και αρκετές φυσικά ακόμα υποκατηγορίες λιγότερο ή περισσότερο αξιόλογες, όμως πρακτικά στατιστικά αμελητέες. Εννοείται πως Χατζιδάκις, Θεοδωράκης και λοιποί συνθέτες/τραγουδοποιοί ακούγονται από συγκεκριμένους σταθμούς, συνήθως εξ αφορμής κάποιου αφιερώματος και με τον ηλικιακό μέσο όρο των ακροατών τους να αυξάνεται ανησυχητικά μέρα με τη μέρα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό πως πλέον η μελοποίηση ποίησης είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται ολοένα και πιο σπάνια, ενώ ο αριθμός των αυτοαποκαλούμενων «τραγουδοποιών» και των αντίστοιχων τραγουδιών που κατακλύζουν τα ραδιόφωνα αλλά και τις μουσικές πλατφόρμες αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο.

Πρώτα απ’ όλα να πούμε πως σε γενικές γραμμές η σύνθεση περικλείει την τραγουδοποιία, η τραγουδοποιία όμως δεν περικλείει απαραιτήτως τη σύνθεση, ο Μότσαρτ περικλείει τον Βαμβακάρη, όμως ο Βαμβακάρης δεν περικλείει τον Μότσαρτ. Έτσι κάθε τραγουδοποιός, είτε αυτοπροσδιορίζεται ως λαϊκός, είτε ως ροκ, είτε ως έντεχνος δεν είναι απαραιτήτως και συνθέτης με τη μορφοπλαστική έννοια του όρου. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως ένα τραγούδι δεν πρέπει να διέπεται από ποικιλία και ενότητα όπως και μια μεγαλύτερη φόρμα, κι ίσως ακριβώς λόγω της μικρής του διάρκειας είναι πολύ πιο δύσκολο και αναγκαίο να ενσωματώνει αυτά τα δύο στοιχεία και, μάλιστα, όσο γίνεται πιο ισορροπημένα. Ο περιορισμός αυτός –ένας τέλος πάντων από τους πολλούς που θέτει ο δημιουργός στον εαυτό του– είναι που πυροδοτεί την καλλιτεχνική δημιουργικότητα και την βοηθά να αναπτυχθεί. Παρ’ όλα αυτά, επειδή υπάρχει η αντίληψη πως το να γράψει κανείς ένα τραγούδι είναι κάτι το σχετικά εύκολο (όπως κάποιοι πιστεύουν πως είναι πολύ πιο εύκολο να γράψει κανείς ένα επιτυχημένο νανο-διήγημα αντί για ένα ογκώδες μυθιστόρημα, παρότι πολλοί στρέφονται στο δεύτερο ακριβώς για να κάνουν επίδειξη των ικανοτήτων τους και της… αβυθομέτρητης ικανότητας του κοινού να καταπίνει σκουπίδια), πολλοί τραγουδοποιοί στον βωμό της «αυτοέκφρασης»-κολυμπήθρας του Σιλωάμ, πάσχοντας από μια ευεργετική –γι’ αυτούς– άγνοια κινδύνου, δηλαδή στη πραγματικότητα, από έλλειψη τεχνικής κατάρτισης, πληθώρας ακουσμάτων, οξυμένου αισθητηρίου και πιθανόν ανεπτυγμένου ταλέντου, συνεπακόλουθα και αυτοκριτικής ικανότητας, και με τη βοήθεια οικονομικά προσιτού τεχνολογικού εξοπλισμού και ενός μέσου υπολογιστή που σήμερα σχεδόν ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιεί στην άνεση του σπιτιού του, χαρίζουν στην ανθρωπότητα αφειδώλευτα τους καρπούς της δημιουργικότητάς τους.

Η εποχή μας φυσικά ρίχνει άφθονο κάρβουνο στη μηχανή που υποθάλπει όλη αυτή τη κατάσταση. Το κοινό, όπως πάντα, κατευθύνεται εύκολα και προτιμά αντανακλαστικά τα ευκολότερα ακούσματα (αναγνώσματα κ.τ.λ. κ.τ.λ.) που το κολακεύουν και που μπορεί να προβάλει πάνω τους άμεσα τις πιο ακατέργαστες σκέψεις και επιθυμίες. Ταυτόχρονα πλήθος από πλατφόρμες, που κανείς μπορεί να χρησιμοποιήσει δωρεάν ή με ελάχιστο κόστος, υπόσχονται να φέρουν τον καρπό της δημιουργίας του κάθε τραγουδοποιού στα αυτιά εκατομμυρίων ακροατών, καλλιεργώντας έτσι την ψευδαίσθηση πως μέσα σε έναν αχανή ωκεανό από μουσική πληροφορία είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να καταφέρει να γίνει διάσημος (και πλούσιος) χάρη στη μουσική του. Ο τεράστιος αριθμός των ανθρώπων που χρησιμοποιεί αυτές τις πλατφόρμες έχοντας αυτούς τους στόχους δείχνει πως μάλλον οι πλατφόρμες έχουν πετύχει τους δικούς τους στόχους.

Η γλώσσα, από την άλλη, (και) μέσω της ποίησης και των στίχων τραβάει τον δικό της δρόμο, και όπως κάθε τι ζωντανό και ανεξάρτητο δεν συμβιώνει ούτε υποτάσσεται εύκολα. Εντούτοις, αυτή ακριβώς η δυσκολία είναι που πρέπει να υπερνικηθεί με τρόπο ώστε και η ποίηση (και μέσα στη λέξη «ποίηση» θα περιλάβουμε και τον στίχο που αποτελεί –στην καλύτερη του μορφή– κομμάτι της) και η μουσική να στέκονται δίπλα δίπλα χωρίς η μία να υπονομεύει την άλλη, αλλά μάλλον να την ενισχύει, παίρνοντας ως δεδομένο ότι και οι δύο έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν. Φυσικά αυτή η επιτυχημένη ισορροπία επιτυγχάνεται διαισθητικά από τον δημιουργό (και εδώ ως «διαίσθηση» εννοούμε ασφαλώς τη χρήση της εμπειρίας, της γνώσης και του ταλέντου που έχουν ζυμωθεί τόσο καλά μεταξύ τους, ώστε ο δημιουργός να μπορεί να φτάνει σε λύσεις –που πιθανόν δεν μπορεί να καταστήσει ρητές– αλλά που όμως αντιμετωπίζουν το δημιούργημα σαν μια ολότητα).

Είναι άραγε όλα τα ποιήματα κατάλληλα για μελοποίηση; Άλλα είναι σαφώς περισσότερο και άλλα λιγότερο, κάποια αντιστέκονται πιο σθεναρά και άλλα λιγότερο ή καθόλου. Η ευκολία με την οποία θα μπορούσε να μελοποιηθεί ο Μαλακάσης, ο Καββαδίας, ο Τόμας Χάρντυ ή ο Βικτώρ Ουγκό θα εξανεμίζονταν μπροστά στον Καβάφη, τον Έζρα Πάουντ, τον Βισέντε Ουιδόμπρο, τον Γκότφριντ Μπεν ή τον Πάουλ Τσέλαν, μόνο και μόνο γιατί ο «ρυθμός» των πρώτων βρίσκεται κυρίως –αν και όχι μόνο– στην επιφάνεια, ενώ των δεύτερων όχι. Και αυτόν τον «ρυθμό», που μπορεί ευκολότερα να ντυθεί με μουσική, εκμεταλλεύονται πρωτίστως οι δημιουργοί, πράγμα που αποδεικνύεται και από το πλήθος μελοποιήσεων –και μάλιστα κάποιων πολύ επιτυχημένων– που έχουν γίνει σε ποιήματα της ομάδας των πρώτων ποιητών που αναφέραμε. Και είναι ακριβώς αυτός ο «υπόγειος» ρυθμός των «άλλων», των «δύσκολων» ποιημάτων, που απωθεί τους τραγουδοποιούς από τον να μελοποιήσουν πιο «στρυφνούς» ποιητές, καθώς η πάλη με αυτό το πολυμήχανο θηρίο που παραμένει εν πολλοίς «αόρατο» απαιτεί χρόνο πολύ και ικανότητες εξαιρετικές προκειμένου να φτάσει κανείς σε αίσιο αποτέλεσμα. (Ιδού πεδίο δόξης λαμπρό!) Είναι δυστυχώς αυτονόητο πως η δυσκολία μελοποίησης τέτοιων ποιημάτων είναι αντιστρόφως ανάλογη της δημοφιλίας που θα μπορούσε να πετύχει ο δημιουργός τους κάνοντάς τες και εξηγεί με τη σειρά της και τις πολύ λιγότερες μελοποιήσεις «δύσκολων» ποιημάτων που έχουν γίνει ως τώρα (εφόσον μιλάμε για δημιουργό που αποζητά την όσο γίνεται πλατύτερη «αναγνώριση»).

Τα θαυμαστά αποτελέσματα που πέτυχαν στο παρελθόν οι μεγάλοι δάσκαλοι της «κλασικής» μουσικής (Σούμπερτ, Σούμαν, Μπραμς, Μάλερ, Φωρέ, Ραχμάνινοφ κ.ά) γράφοντας τραγούδια πάνω σε ποίηση παλαιότερη ή σύγχρονή τους, τα επιτεύγματα ενός Bob Dylan ή ενός Josef Cosma που χρησιμοποίησαν φυσικά μια εντελώς διαφορετική μουσική «γλώσσα», δείχνουν μια εκτεταμένη γκάμα τρόπων χειρισμού της ποίησης προς μελοποίηση και αποτελούν διαρκώς αντικείμενο μελέτης και ανάλυσης. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως πρέπει κανείς (και αναφερόμαστε εδώ μάλλον στους σύγχρονους συνθέτες «κλασικής» μουσικής) να γράψει ένα lied, μια chanson, μια melodie ή μια canzona (ή να χρησιμοποιεί από ανασφάλεια αυτούς τους όρους προκειμένου να εντάξει προκαταβολικά το έργο του στο corpus της μεγάλης δυτικοευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης), την ώρα που ο όρος «τραγούδι» (μιας και ζούμε στην Ελλάδα) νομίζουμε φτάνει και περισσεύει, χωρίς να αυξάνει ή να μειώνει την αξία τού όποιου φωνητικού έργου (Ο Χατζιδάκις κι ο Γιάννης Χρήστου που κινήθηκαν σε εντελώς διαφορετικούς αισθητικούς δρόμους δεν διακατέχονταν από κανένα τέτοιο σύμπλεγμα, για να αναφέρουμε μόνο 2 παραδείγματα).

Το πώς θα χειριστεί ο συνθέτης/τραγουδοποιός το ποιητικό υλικό που έχει στα χέρια του είναι μια άλλη ιστορία. Θα ακολουθήσει βήμα προς βήμα τη διαδρομή –και τη διάθεση– που χάραξε ο ποιητής; Θα επιλέξει να φωτίσει κάποια από τα στοιχεία που ο ποιητής αφήνει στο πίσω μέρος της σκηνής, κι αν ναι με ποιον τρόπο; Θα προσπαθήσει να αναδείξει τα όποια στοιχεία του ποιήματος κινούμενος αντίθετα προς τη φαινομενική διάθεση του ποιητή; Ποιο μουσικό ιδίωμα θα χρησιμοποιήσει για να στήσει το σκηνικό του; Τι είδους φωνή; Θα καταφύγει σε ένα ή σε περισσότερα όργανα; Πώς θα τα καταφέρει όλα αυτά χωρίς να «πνίξει» το ποίημα; Κάθε μια από αυτές τις ερωτήσεις μπορεί να οδηγήσει σε δεκάδες άλλες, κι αυτές με τη σειρά τους σε άλλες χωρίς εμφανές τέλος. Ο συνθέτης θα επιλέξει πού και πώς θα σταματήσει, θεωρώντας πως έχει φτάσει στο επιθυμητό ή καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα που θα μπορούσε να πετύχει εκείνη τη δεδομένη περίσταση. Φυσικά παίρνουμε σαν δεδομένο πως ο συνθέτης έχει μια γενικότερη καλλιέργεια, έχει αντιληφθεί τα νοήματα που μεταφέρει το ποίημα, το βάθος τους και τις όποιες προεκτάσεις τους. Επίσης δεδομένο είναι πως συνταγές δεν υπάρχουν, το έργο του συνθέτη θα κριθεί καλώς ή κακώς από τους ακροατές του και μακροπρόθεσμα από τον Χρόνο.

Αν, τελικά, παρά τις τεχνικές ή αισθητικές δυσκολίες ο συνθέτης/τραγουδοποιός καταφέρει να φτάσει σε ένα ικανοποιητικό (για τον ίδιο) αποτέλεσμα, θα πρέπει να αντιμετωπίσει και μια ακόμα πλευρά της πραγματικότητας. Θεωρήσαμε λανθασμένα για πολλά χρόνια πως η εγγενής αξία των σπουδαίων καλλιτεχνικών δημιουργημάτων έφτανε και περίσσευε για να τα καθιερώσει στη συνείδηση του κόσμου ή των κριτικών και πως κάπως έτσι στάθηκαν όρθια σπουδαία έργα του παρελθόντος, πράγμα που φυσικά δεν είναι αλήθεια. Χρειάστηκε πολύς κόπος για να καθιερωθούν έργα που σήμερα θεωρούμε «κλασικά» ή τέλος πάντων αυταπόδεικτα εξαιρετικά, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η αισθητική καταξίωση δεν μπορεί να απολεσθεί μέσα στη θυελλώδη εναλλαγή των εποχών, που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι μπορεί να φέρουν στο προσκήνιο και τι μπορεί να ρίξουν στη λήθη. Το αισθητήριο του κοινού, μιας εποχής, δεν πλαταίνει νομοτελειακά ούτε φυσικά βελτιώνεται εξαιτίας κάποιου άγραφου θεϊκού νόμου. Εξελίσσεται, φυσικά, αλλά εξέλιξη δεν σημαίνει απαραιτήτως βελτίωση –ή μάλλον δεν σημαίνει καθόλου αυτό. Η σπουδαία τέχνη δεν λειτουργεί σαν μαγικό ξόρκι που μεταμορφώνει με μαγικό τρόπο όποιον την αντικρίσει, τα οφέλη της δεν λειτουργούν σωρευτικά και πρέπει να κερδίζονται για κάθε γενιά σχεδόν από την αρχή, χρειάζεται διαρκώς μεγάλη προσπάθεια, γόνιμο έδαφος, κατάλληλες συνθήκες, επιμονή και υπομονή από μέρους των δημιουργών, όλων αυτών που κινούνται στον ευρύτερο χώρο της αλλά και σε μεγάλο βαθμό από το κοινό.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή