Είναι πρόσφατη και σε αρχικό στάδιο η ουσιαστική κατανόηση και αναγνώριση του επαγγέλματος ή καλύτερα της «τέχνης» του μεταφραστή.
Αναφέρομαι στη λογοτεχνική μετάφραση, αφού με αυτήν καταγίνομαι. Τι κάνει ή τι οφείλει να κάνει ο μεταφραστής και πού ακριβώς συνίσταται η επιτυχία μιας μετάφρασης;
Το μηδαμινό περιεχόμενο κρίσεων που ακούμε συχνά, όπως «καλή» ή «κακή» μετάφραση, όπως η «ρέουσα γλώσσα» και τα συναφή, δείχνουν την έντονη έλλειψη κριτηρίων για τον ουσιαστικό σχολιασμό της μετάφρασης ενός λογοτεχνικού κειμένου. Οι ταυτολογίες και κοινοτοπίες περί γλώσσας δεν προσφέρουν.
Τελικώς η συζήτηση περί μετάφρασης καταλήγει (ξανά) σε μια συζήτηση για πρωτότυπο έργο, ο μεταφραστής αποκτάει ταυτότητα ως «Μεταφραστής του Τάδε», τα βραβεία και οι κριτικές έχουν κυρίως σχέση με τον συγγραφέα του πρωτοτύπου παρά με την ίδια τη λειτουργία της μετάφρασης και το έργο του μεταφραστή.
Διαφαίνεται, ωστόσο, ότι οι συστηματικοί αναγνώστες διαμορφώνουν πιο στιβαρή άποψη περί της τέχνης του μεταφραστή. Αρχίζει να γίνεται αντιληπτό ότι δεν είναι ισάξιες δύο μεταφράσεις του ίδιου κειμένου ή τουλάχιστον γίνεται κατανοητό ότι κάθε μεταφραστής θα δώσει διαφορετικό έργο σε μετάφραση. Συνειδητοποιούμε και στην Ελλάδα ότι η μετάφραση λογοτεχνίας απαιτεί κάτι περισσότερο από την απλή καλή γνώση δύο γλωσσών.
Πρόσφατα ασχολήθηκαν με τους μεταφραστές μεγάλα διεθνή μέσα ενημέρωσης –ανήκουστο!– επειδή η ποιήτρια Αμάντα Γκόρμαν (Αmanda Gorman) διαφώνησε με ευρωπαϊκούς εκδοτικούς οίκους για την επιλογή των μεταφραστών που θα μεταφράσουν το έργο της. Η ποιήτρια ήθελε να επιλέξει η ίδια τους μεταφραστές της με τα δικά της κριτήρια, θεωρώντας ότι με βάση αυτά θα είναι πιο επιτυχημένη η μετάφραση των έργων της. Οι μεταφραστές και οι εκδοτικοί οίκοι διαμαρτυρήθηκαν με το επιχείρημα ότι ο επαγγελματίας μπορεί και έχει το δικαίωμα να μεταφράζει οτιδήποτε. Φυσικά, οποιοσδήποτε μπορεί να μεταφράσει οτιδήποτε. Συχνά αρκεί ένα λεξικό και δεν είναι λίγες οι φορές που ποιητές έκαναν μεταφράσεις χωρίς καν να ξέρουν τη γλώσσα του πρωτοτύπου. Ωστόσο το «θράσος» της Αμερικανίδας ποιήτριας που ζήτησε να πληρούν οι μεταφραστές της κριτήρια που η ίδια θέτει, είναι απολύτως δικαιολογημένο. Το ιδανικό θα ήταν κάθε συγγραφέας να μπορούσε να γνωρίζει και να επιλέγει ο ίδιος τον μεταφραστή του. Ειδικά στην ποίηση, η μετάφραση δεν είναι μηχανισμός. Οποιοσδήποτε μεταφράζει το οτιδήποτε, η ποιότητα του αποτελέσματος σίγουρα είναι διαφορετική. Το ερώτημα δεν είναι ποιος «μπορεί», αλλά το ποιος είναι ο καταλληλότερος για το επιτυχέστερο αποτέλεσμα. Δεν είναι πάντα δυνατό ούτε εύκολο να βρεθεί ο «καταλληλότερος», ειδικά για έργα άλλων εποχών, όταν όμως αυτό είναι εφικτό, –όπως στην περίπτωση της Γκόρμαν– θα ήταν ευχής έργο.
Διότι η λογοτεχνική μετάφραση δεν είναι θετική επιστήμη. Δηλαδή δεν υπακούει σε αυστηρούς κανόνες, σε «manuals», δεν επιδέχεται τυποποίηση, κάτι που είναι της μόδας στη σημερινή εποχή της τεχνολογίας και της ιεραρχίας. Είναι δύσκολο ή μάλλον αδύνατο να «τυποποιηθεί», να οριστούν τα standards ή τα υποδείγματα και να πάρει ISO ή κάποια σφραγίδα ποιότητας.
Η λογοτεχνική μετάφραση υπακούει σε μεγάλο βαθμό στις προσωπικές επιλογές του μεταφραστή και φυσικά ο βαθμός ελευθερίας του μεταφραστή είναι μικρότερος απ’ αυτόν του συγγραφέα. Οι επιλογές του συγγραφέα αποτελούν τον ισχυρότερο περιορισμό του μεταφραστή, κάτι πασίγνωστο και πολυσυζητημένο. Με αυτόν τον περιορισμό, την πίστη και υπακοή στις επιλογές του συγγραφέα του πρωτοτύπου, ο μεταφραστής ερμηνεύει. Και η ερμηνεία του είναι ξεχωριστή, όπως ακριβώς κάθε ερμηνεία ενός τραγουδιού του ίδιου συνθέτη είναι μοναδική. Ο μεταφραστής δεν είναι πάντοτε εμπνευσμένος καλλιτέχνης, ίσως δεν έχει το ταλέντο του ερμηνευτή, όπως άλλωστε και πολλοί τραγουδιστές ή ηθοποιοί που αποδίδουν, άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε όχι τόσο, τις επιλογές των δημιουργών του πρωτότυπου έργου που ερμηνεύουν. Σίγουρα όμως ο μεταφραστής είναι ειδικευμένος τεχνίτης. Η τέχνη της μετάφρασης τα τελευταία χρόνια διδάσκεται και η διδασκαλία συντομεύει το δρόμο. Από την άλλη, εάν αναγνωρίσουμε ως «γραφιάδες» μονάχα όσους έχουν κάποιο είδος «διπλώματος» ή «πιστοποίησης», η γραφή μάλλον θα φτωχύνει σημαντικά. Θα ήταν μεγάλη ανοησία αν περιορίζαμε την άσκηση των τεχνών του λόγου αποδίδοντάς την αποκλειστικά σε «αδειοδοτημένους» τιτλούχους.
Προκύπτει το ερώτημα εάν υπάρχουν κάποια «εργαλεία» για το έργο του μεταφραστή λογοτεχνίας; Δεν εννοώ τα λεξικά και τα εγχειρίδια. Το ουσιαστικό εργαλείο για το έργο της μετάφρασης είναι το σύνολο της κουλτούρας του μεταφραστή, η προσωπικότητά του. Αυτό τελικά θα αποτυπωθεί στο αποτέλεσμα, θέλοντας ή μη, όσο καλός «υποκριτής» και αν είναι κάποιος. Θα έλεγα ότι ο μεταφραστής μεταφράζει με την προσωπικότητά του και με την ιστορία του. Και φυσικά το αποτέλεσμα αρέσει ή όχι, αποδίδει επιτυχώς το πρωτότυπο ή όχι.
Από την άλλη πλευρά, οφείλουμε να ξέρουμε κάτι που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά. Ο αναγνώστης κρίνει τη μετάφραση και τον μεταφραστή, ακόμα και όταν δεν το συνειδητοποιεί. Παρ’ ότι είμαι χρόνια στο επάγγελμα, το αντιλήφθηκα ως αναγνώστης αρκετά αργά. Διαβάζοντας ένα έργο ενός από τους πιο αγαπημένους μου συγγραφείς, διαπίστωσα ότι δεν μου άρεσε και – σπάνιο φαινόμενο– το παράτησα. Ένιωθα απογοητευμένος από τον συγγραφέα, ενώ είχα ενθουσιαστεί με τρία ή τέσσερα προηγούμενα έργα του, τα οποία είχα διαβάσει όλα στην ελληνική τους μετάφραση, αφού δεν διαβάζω στη γλώσσα του πρωτοτύπου. Πολλά χρόνια αργότερα αγόρασα ξανά το ίδιο βιβλίο, κάνοντας νέα απόπειρα. Και τότε έγινε το θαύμα. Ο συγγραφέας μου ήταν ξανά ο γίγαντας που ήξερα. Ήταν άλλη μετάφραση και κατάλαβα ότι ένας αναγνώστης, χωρίς καν να ξέρει τη γλώσσα του πρωτοτύπου, «διαισθάνεται» την ποιότητα της μετάφρασης και μπορεί να την κρίνει. Πολύ δε περισσότερο εάν γνωρίζει τον συγγραφέα.
Σε σπουδαστές μετάφρασης είπα κάποτε να ταξιδεύουν και με ρώτησαν γιατί. Δύσκολα μπορώ να το εξηγήσω, όμως είμαι πεπεισμένος ότι καθετί που κάνει ο μεταφραστής εκφράζεται τελικά στη δουλειά του. Επιπλέον, όλοι οι μεταφραστές κάνουν πολλή απλήρωτη δουλειά, η οποία δεν προσμετράται και συχνά είναι αδύνατο να υπολογιστεί, όπως η παρακολούθηση της ξένης λογοτεχνίας, λόγου χάρη. Στη δουλειά του μεταφραστή αθροίζονται οι ώρες που διαβάζει, ταξιδεύει, βλέπει θέατρο ή σινεμά, που επισκέπτεται μουσεία, που αλληλογραφεί, που κάνει μια διάλεξη ή γράφει ένα άρθρο. Και φυσικά η υλική αμοιβή και η ηθική αναγνώριση συμβάλλουν στη βελτίωση της απόδοσής του. Ο κακώς αμοιβόμενος ή κακώς ηθικά ανταμοιβόμενος μεταφραστής μάλλον δεν θα διαπρέψει στο έργο του.
Απρίλιος 2021
