1.
Το 1848 αποτελεί έτος-σταθμό στην ιστορία των τρόπων οργάνωσης της αντίθεσης των αριστερών κινημάτων απέναντι στο επεκτεινόμενο καπιταλιστικό σύστημα. Οι αποτυχίες των δημοκρατικών επαναστάσεων του 1848 οδήγησαν σε μια επανεξέταση τόσο των πολιτικών στρατηγικών όσο και των μορφών οργάνωσης των κοινωνικών και εθνικών κινημάτων.
Οι επαναστάσεις του 1848 οδήγησαν, επίσης, σε μια αναδιάρθρωση των πολιτικών δυνάμεων τόσο του συντηρητισμού όσο και του φιλελευθερισμού, προκειμένου να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα τη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνικής πλειοψηφίας. Οι μακροπρόθεσμες στρατηγικές όλων των πολιτικών ρευμάτων αρθρώνονταν σε σχέση με τους κρατικούς μηχανισμούς των εθνικών κρατών: η κατάληψη της κρατικής εξουσίας ήταν η αναγκαία προϋπόθεση για κάθε μορφή κοινωνικού μετασχηματισμού.
Γύρω από αυτή την αναγκαιότητα ή ακόμα και την άρνησή της, καθώς και τους διαφορετικούς τρόπους υλοποίησης της στρατηγικής κατάληψης της εξουσίας, διαμορφώθηκαν μέχρι τη δεκαετία του 1890 όλα τα πολιτικά ρεύματα που απαρτίζουν τον χώρο της Αριστεράς.
Το κομμουνιστικό ρεύμα που εξέφραζαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς υπήρχε σε σχέσεις συνεργασίας ή αντιπαλότητας με τους προδρόμους όλων των σύγχρονων ρευμάτων της Αριστεράς: με τον ουτοπιστικό σοσιαλισμό[1]Κύριοι εκπρόσωποι θεωρούνται οι : Henri de Saint-Simon, Charles Fourier, Robert Owen., με τον μεταρρυθμιστικό δρόμο για τον σοσιαλισμό στις εκδοχές του Λασσάλ[2]Ferdinand Lassalle: Γερμανός πολιτικός, ιδρυτής της Γενικής Ένωσης Εργατών Γερμανίας., με τον αναρχισμό του Προυντόν ή του Μπακούνιν, με τον αντιδραστικό αντικαπιταλισμό[3]Ο παραδοσιακός αντιδραστικός αντικαπιταλισμός, με παλιές μεσαιωνικές ρίζες, συμπυκνώνεται στο στερεότυπο του Εβραίου τοκογλύφου. Η ρίζα αυτού του αντισημιτισμού είναι ιστορική. Η μόνη επαγγελματική απασχόληση που επιτρεπόταν στους Εβραίους τον Μεσαίωνα ήταν η διαχείριση του χρήματος, αφού ο τόκος, σύμφωνα με την Εκκλησία, ήταν θανάσιμο αμάρτημα, ανάξιο των ευγενών. Παραδοσιακά, επομένως, είχαν παραμείνει αρκετές παλιές εβραϊκές οικογένειες που διαχειρίζονταν το μεγάλο χρηματιστικό … Συνέχεια... και με τον λαϊκισμό του Ζιλ Γκεσντ[4]Jules Guesde: Ηγέτης του Γαλλικού Εργατικού Κόμματος, το οποίο ίδρυσε το 1882 μαζί με τον Paul Lafargue. Οι ακραίες μαξιμαλιστικές θέσεις τους και ειδικά η άρνηση να δεχθούν την αξία των αγωνιστικών μεταρρυθμίσεων, αλλά και η πίστη σε διάφορες δημοκρατικές ιδέες (από τον Blanqui μέχρι τον Rousseau), οδήγησε τον Κ. Μαρξ να τους κατηγορήσει για «καπηλεία των επαναστατικών εννοιών» («revolutionary phrase-mongering») και να διατυπώσει την περίφημη φράση του ότι, εάν η πολιτική τους αντιπροσωπεύει τον Μαρξισμό, «ce qu’il y a de certain … Συνέχεια....
Η πολιτική ιστορία δικαίωσε, συγκυριακά, τα ρεύματα εκείνα που είχαν ως στόχο την κατάληψη της κρατικής εξουσίας μέσα στο πλαίσιο μιας στρατηγικής δύο σταδίων: πρώτα καταλαμβάνουμε την κρατική εξουσία και μετά αλλάζουμε την κοινωνία και τους παγκόσμιους συσχετισμούς. Έναν αιώνα μετά τις επαναστάσεις του 1848, η στρατηγική των δύο σταδίων δικαιώθηκε σε διάφορες χώρες του κόσμου –κινήματα των ρευμάτων της Αριστεράς κατέλαβαν την κρατική εξουσία, είτε μέσω επαναστάσεων είτε μέσω της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Το πρόβλημα είναι ότι τα κινήματα αυτά δεν μπόρεσαν να μετασχηματίσουν την κοινωνία και τους παγκόσμιους συσχετισμούς[5]Για όλα τα παραπάνω αναφερθέντα δες: Βαγγέλης Χωραφάς, Προοπτικές των αντισυστημικών κινημάτων, Monthly Review, τχ. 25 (Ιανουάριος 2007)..
2.
Η αντιπαράθεση των αντισυστημικών κινημάτων με το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα αποτελεί μια σταθερά από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του έως και σήμερα.
Μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα η αντιπαράθεση και η αντίσταση ήταν αυθόρμητη και αποσπασματική. Κατά τα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, αντίθετα, η αντίσταση οργανώθηκε σε σχετικά μόνιμους θεσμούς με βραχυπρόθεσμη πολιτική στοχοθεσία.
Από την εποχή αυτή τα αντισυστημικά κινήματα ήταν δύο ειδών:
- Αυτά που προσδιόριζαν την αντιπαράθεση με ταξικούς όρους και αποσκοπούσαν στην αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό (κοινωνικά κινήματα)
- Αυτά που προσδιόριζαν την αντιπαράθεση με εθνικούς όρους και στόχευαν στην αυτοδιάθεση (εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα).
3.
Τα αντισυστημικά κινήματα –τα κινήματα που εναντιώθηκαν στον καπιταλισμό και ανήκουν στην πρώτη κατηγορία– τα οποία προσπάθησαν να οικοδομήσουν μια άλλη κοινωνία, είναι τα ακόλουθα:
- Τα ρεύματα της Δεύτερης Διεθνούς, με κύρια έκφραση τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα (θα έλεγα μέχρι και το πρόγραμμα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στο Bad Godesberg, στις 15 Νοεμβρίου 1959)[6]Για μια συνοπτική παρουσίαση της διαδρομής του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος δες: Κ. Μελάς, Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία: από την πολιτική στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση. https://www.kostasmelas.gr/meletes/eyropaiki-sosialdimokratia-apo-tin-politiki-sti-neofileleytheri-diacheirisi/.
- Η πλειοψηφία των κομμάτων της Τρίτης Διεθνούς, δηλαδή των κομμουνιστικών κομμάτων[7]Τα κινήματα αυτά προήλθαν από τη διάσπαση των κινημάτων της Β’ Διεθνούς, διότι πρόβαλλαν ως δρόμο για την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας τον «επαναστατικό», σε αντίθεση με τον νόμιμο δρόμο της πολιτικής πειθούς που πρόβαλλαν τα άλλα. Για μια σύντομη έκθεση της διαδρομής των κομμουνιστικών κινημάτων δες: Robert Harvey, AShortHistoryofCommunism. New York: St. Martin’s Press, 2004..
- Ρεύματα τα οποία προέκυψαν από διασπάσεις της Δεύτερης και Τρίτης Διεθνούς (όπως ο τροτσκισμός, ο συμβουλιακός κομμουνισμός[8]O Συμβουλιακός Κομμουνισμός είναι μία αριστερή κίνηση με καταγωγή από Γερμανία και Ολλανδία το 1920. Τέτοιο κόμμα ήταν το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας (KAPD). Το κεντρικό επιχείρημα του συμβουλιακού κομμουνισμού, σε αντίθεση με εκείνα της σοσιαλδημοκρατίας και του λενινισμού, είναι ότι τα συμβούλια της δημοκρατίας των εργαζομένων που προκύπτουν από τα εργοστάσια, καθώς και οι δήμοι, είναι η φυσική μορφή της ταξική οργάνωσης και της κυβερνητικής εξουσίας. Αυτή η άποψη είναι … Συνέχεια... κ.λπ.), τα οποία ποτέ δεν απέκτησαν κάποια πολιτική βαρύτητα και δεν καθοδήγησαν ποτέ επιτυχείς αντισυστημικούς αγώνες.
- Ο μαοϊσμός ως διακριτή συνιστώσα του λενινισμού. Σε αντίθεση με τον μαοϊσμό στην Κίνα και στην Αλβανία όπου κατέλαβε την εξουσία, όλα τα υπόλοιπα κινήματα στην Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική που είχαν αναφορά στον μαοϊσμό, παρέμειναν ισχνές έως ανύπαρκτες μειοψηφίες, που το μόνο που κατάφεραν ήταν να αποδείξουν την απόλυτη αδυναμία τους να εξελιχθούν σε μαζικά κινήματα.
- Ο ευρωκομμουνισμός[9]O Συμβουλιακός Κομμουνισμός είναι μία αριστερή κίνηση με καταγωγή από Γερμανία και Ολλανδία το 1920. Τέτοιο κόμμα ήταν το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας (KAPD). Το κεντρικό επιχείρημα του συμβουλιακού κομμουνισμού, σε αντίθεση με εκείνα της σοσιαλδημοκρατίας και του λενινισμού, είναι ότι τα συμβούλια της δημοκρατίας των εργαζομένων που προκύπτουν από τα εργοστάσια, καθώς και οι δήμοι, είναι η φυσική μορφή της ταξική οργάνωσης και της κυβερνητικής εξουσίας. Αυτή η άποψη είναι … Συνέχεια... ως μια ευρωπαϊκή μορφή περιορισμένης αντισυστημικής (;) λογικής και πρακτικής (ο λεγόμενος δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό) δεν είχε ιστορική διάρκεια μεγαλύτερη των δύο δεκαετιών· διαλύθηκε και απορροφήθηκε από τα κοινωνικά κινήματα των υπολοίπων κατηγοριών. Ποτέ δεν θεωρήθηκε και δεν ήταν ένα γνήσιο αντισυστημικό κίνημα. Υπολείμματα αυτού του ρεύματος υπάρχουν σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και προσπαθούν να διαμορφώσουν τους όρους εμφάνισης μιας νέας ευρωπαϊκής Αριστεράς.
4.
Αντίστοιχα, στον χώρο των αντισυστημικών κινημάτων της δεύτερης κατηγορίας θα πρέπει επίσης να συμπεριλάβουμε όσα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα αναζήτησαν όρους απόσυρσης των εθνικών κρατών και οικονομιών τους από τον παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας –για όσο διάστημα θα μπορούσε να διαρκέσει μια τέτοια προοπτική–, υιοθετώντας μια σοσιαλιστική ιδεολογία, η οποία αποτελούσε παραλλαγή της αντίστοιχης λενινιστικής ή μαοϊκής αλλά και με έντονες εθνικές ιδιομορφίες (αραβικός εθνικισμός)[10]«Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο αραβικός εθνικισμός, προσαρμοσμένος και στο κλίμα της εποχής, έγινε πιο ριζοσπαστικός και συνδέθηκε με σοσιαλιστικές ιδέες. Από ιδεολογία της ανώτερης τάξης άρχισε να γίνεται ιδεολογία των μεσαίων στρωμάτων. Στα πλαίσιά της αναπτύχθηκαν και τάσεις εναντίον της μοναρχίας και των φεουδαρχικών δομών. Σ’ αυτό έπαιξε ρόλο φυσικά και η εντύπωση από την ταπεινωτική ήττα των συντηρητικών αραβικών μοναρχιών στον πόλεμο εναντίον των Σιωνιστών το 1948, που … Συνέχεια....
Επίσης, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που αναζητούν όρους αυτόνομης έκφρασης εθνικών συμφερόντων και μπορούν να είναι εν μέρει και αντιιμπεριαλιστικά, έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία εντάσσονται κινήματα τα οποία βρίσκονται έξω από τον χώρο της Αριστεράς, όπως η Φατάχ[11]Το όνομα «Φατάχ» αποτελεί αρκτικόλεξο κατ’ αντιστροφή των λέξεων Ταχρίρ Φιλαστίν που σημαίνει Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, ταυτιζόμενο με τον όρο Φατάχ που αναφέρεται στη 48η Σούρα του Κορανίου, με συνειρμούς στην κατάκτηση της Μέκκας και την εξάπλωση του Ισλαμισμού, λαμβάνοντας έτσι και θρησκευτική διάσταση. [Πληροφορίες από Βικιπαίδεια]., η Χαμάς[12]Η Χαμάς ή «Ισλαμικό Κίνημα Αντίστασης» είναι μία παλαιστινιακήσουνιτικήπαραστρατιωτική οργάνωση και πολιτικό κόμμα που κατέχει σήμερα την πλειοψηφία των εδρών του εκλεγμένου νομοθετικού συμβουλίου στην Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή [πληροφορίες από Βικιπαίδεια]., η Χεζμπολάχ[13]Η Χεζμπολάχ ή Χεζμπολά (κυριολεκτικά: «Κόμμα του Θεού») αποτελεί σιιτική στρατιωτική και πολιτική οργάνωση με βάση τον Λίβανο. Συμμετέχει στην κυβέρνηση και στο κοινοβούλιο της χώρας. κ.λπ.
5.
Μια τρίτη κατηγορία κινημάτων αντιπαρατίθεται στο σύστημα όχι υπερασπίζοντας επιμέρους συμφέροντα, αλλά προσπαθώντας να αναδείξει ευρύτερα προβλήματα, τα οποία προκύπτουν από τα ζητήματα που δημιουργούνται λόγω του τρόπου λειτουργίας του συστήματος. Τέτοια κινήματα είναι:
- Το οικολογικό κίνημα.
- Το ειρηνιστικό κίνημα και τα κινήματα ενάντια στον πόλεμο.
- Τα κινήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
- Τα κινήματα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση.
- Τα κινήματα της νέας εποχής κ.λπ.
- Τα κινήματα ταυτοτήτων (αυτόχθονες, κινήματα ΛΟΑΤ+ κ.λπ.).
Τα κινήματα αυτά εκφράζουν γενικότερα συμφέροντα, αλλά ελάχιστα τμήματά τους είναι εναντίον του καπιταλιστικού συστήματος. Η πλειοψηφία είναι εναντίον των «κακών πλευρών» του συστήματος, το οποίο θα μπορούσε να ανασυνταχθεί προς μια θετικότερη κατεύθυνση αν εφαρμόζονταν οι κατάλληλες οικολογικές, φιλειρηνικές κ.ά. πολιτικές. Πρόκειται προφανώς για κινήματα που ανήκουν ή ρέπουν ως προς τη συμπεριφορά στον «ακτιβισμό» με ό,τι αυτό σημαίνει εν τοις πράγμασι. Μάλιστα τα αιτήματα ορισμένων από αυτά (π.χ. ανθρώπινα δικαιώματα[14]Κ. Μελάς, Περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, https://www.kostasmelas.gr/2016/07/blog-pos-41/) εντάχθηκαν στο οπλοστάσιο των δυτικών δυνάμεων ενάντια σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση της παγκόσμιας κυριαρχίας τους.
6.
Η νέα «οικογένεια» των αντισυστημικών κινημάτων, που συγκλόνισε τον κόσμο την περίοδο του 1968, αποτέλεσε ταυτόχρονα μια αντίδραση εναντίον των ανανεωτικών τάσεων των συστημικών δυνάμεων που τελούσαν υπό την αμερικανική ηγεμονία και ταυτόχρονα μια αντίδραση απέναντι στη φτωχή, ακόμα και αρνητική, απόδοση των παλιών αριστερών κινημάτων –μια αντίδραση στην αδυναμία, τη διαφθορά, τη συνενοχή, τη ματαίωση και την αλαζονεία τους[15]Κ. Μελάς, Περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, https://www.kostasmelas.gr/2016/07/blog-pos-41/. Η έκρηξη αυτή ήταν ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες της συστημικής κρίσης της δεκαετίας του 1970. «Το “68” δεν αποτέλεσε μια στιγμή της χειραφέτησης από το κεφάλαιο, αλλά χειραφέτησης του κεφαλαίου, το οποίο απαλλάχθηκε από την παλαιά αστική κουλτούρα (ηθική, θρησκεία, κράτος, Bildung κ.τ.λ.): η μάχη που έδωσε το “68” εναντίον της αστικής κουλτούρας προλείανε το έδαφος στον σημερινό μετα-αστικό καπιταλισμό. Ο τελευταίος διατηρεί τα χαρακτηριστικά του “68” και είναι αμφισβητίας, επιτρεπτικός και ενάντιος στην πειθαρχία, μη αναγνωρίζοντας καμία αρχή ικανή να θέσει φραγμούς στην απόλυτη κυριαρχία του εμπορεύματος»[16]D. Fusaro, Ευρώπη και Καπιταλισμός, μτφρ. Όλγα Αναματερού, εκδ. Ασίνη, Αθήνα 2015, σ. 9..
Τα αριστερά (κοινοβουλευτικά και εξωκοινοβουλευτικά ) αντισυστημικά κινήματα υπέστησαν οδυνηρές ήττες. Μάλιστα οι ήττες αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την άνοδο και την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Η συσχέτιση αφορά σε σειρά συγκρούσεων δύο εντελώς διαφορετικών αντιλήψεων πάνω στο ημιθανές σώμα της αστικής της κοινωνίας, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί περίπου από τις αρχές του 20ου αιώνα, αναφορικά με το διάδοχο σχήμα που κάθε μια από αυτές τις αντιλήψεις πάσχιζαν να επιβάλλουν. «Ο Μάης του ’68 και τα άλλα κινήματα της δεκαετίας του ’60 έδειξαν την εμμονή και τη δύναμη του στόχου της αυτονομίας, που εκφράστηκε τόσο με την άρνηση του καπιταλιστικού- γραφειοκρατικού κόσμου όσο κα με τις καινούργιες ιδέες που επινόησαν ή διέδωσαν αυτά τα κινήματα. Εξίσου όμως ανέδειξαν τη διάσταση της αποτυχίας, που ως τώρα μοιάζει άρρηκτα συνυφασμένη με τα νεότερα πολιτικά κινήματα: τεράστια δυσκολία να παρατείνουν με θετικό τρόπο την κριτική της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων ….Σπανιότατα όμως, και πρέπει να τονισθεί αυτό, η αποτυχία αυτή είναι πλήρης. Τις περισσότερες φορές τα κινήματα αυτά καταλήγουν στην επίσημη θέσπιση ορισμένων δικαιωμάτων, ελευθεριών, εγγυήσεων, στο πλαίσιο των οποίων εξακολουθούμε να ζούμε σήμερα. Σε άλλες περιπτώσεις, αν και δεν θεσπίζουν κάτι το επίσημο, αφήνουν βαθιά σημάδια στη νοοτροπία και στην πραγματική ζωή των κοινωνιών»[17]Κ. Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, εκδ. Ύψιλον/Βιβλία, Αθήνα 2000, σ. 45-46..
Το τι μας άφησαν τα κινήματα της δεκαετίας του ’60, τι πραγματικά θεσπίσθηκε και τι σημάδια άφησε βαθιά στη νοοτροπία και στην πραγματική ζωή των κοινωνιών είναι το ζητούμενο και θα πρέπει να αποτελέσει το αντικείμενο μιας ενδελεχούς διερεύνησης. Όμως με βεβαιότητα μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι την περίοδο αυτή εμφανίσθηκε το φαινόμενο της υποκατάστασης της πολιτικής από τον πολιτισμό ή, σε ελαφρύτερη εκδοχή, της ενσωμάτωσης στην πολιτική όλο και περισσότερων στοιχείων του πολιτισμού των ταυτοτήτων.
7.
Οι διάφοροι ριζοσπαστικοί κύκλοι «ανακάλυψαν» ότι οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή πρέπει πρωτίστως να είναι «πολιτισμική». Θα πρέπει κάθε πολιτική αλλαγή, για να είναι αποτελεσματική, να εδράζεται και να αντανακλά τις πεποιθήσεις, τα αισθήματα και τις αντιλήψεις του κόσμου στον οποίο κατευθύνεται. Με απλά λόγια να έχει τη συναίνεσή του. Η «πολιτισμική πολιτική» είχε γεννηθεί[18]Terry Eagleton, Μετά τη Θεωρία, μτφρ. Πέγκυ Καρπούζου, Μεταίχμιο, 2003, σ. 66..Η έμφαση πλέον δίνεται στον επιθετικό προσδιορισμό. Με το πέρασμα του χρόνου ο πολιτισμός θα αποκτήσει αυτόνομη παρουσία. Η πολιτική θα αποσυρθεί στα παρασκήνια. Ο δρόμος προς τον μεταμοντερνισμό είναι ανοιχτός. Μπορούμε, πλέον, αβίαστα να ισχυριστούμε ότι τα ζητήματα ταυτότητας φύλου και σεξουαλικών προτιμήσεων, αποτέλεσαν κινητήριες δυνάμεις για την ανάπτυξη του μεταμοντερνισμού. Η κοινωνική κριτική των (αστικών) ιεραρχιών που βασίζονταν σε διαφορές φυλής, τάξης, φύλου, εθνικότητας, σεξουαλικών προτιμήσεων και σε άλλες μορφές ταυτότητας αποτέλεσαν το έναυσμα των εξελίξεων στην παγκόσμια τέχνη που οδήγησαν στο μεταμοντερνισμό. Μεταξύ αυτών πρωτοποριακό ρόλο είχαν το φεμινιστικό κίνημα και το κίνημα υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων. Η φεμινιστική και ομοφυλόφιλη προβληματική άρχισε να επηρεάζει την τέχνη, την ίδια ακριβώς στιγμή που ανέτελλε και ο μεταμοντερνισμός. Η κινηματική λογική, η οποία χαρακτήριζε τις δύο συγκεκριμένες προβληματικές, καθώς και η έμφαση που δίνεται στην έννοια της «κοινότητας» σε αντιδιαστολή με την εξουσία (αστικής τάξης), αποτέλεσε το βασικό όχημα αμφισβήτησης της ιεραρχικής δομής της τελευταίας και της σύγκλισης της θεωρίας του μεταμοντερνισμού με την τέχνη και τον ακτιβισμό που βασίζονται στην ιδιαίτερη ταυτότητα των φορέων τους[19]Κ. Μελάς, Το Ανυπόφορο Βουητό του Κενού, εκδόσεις ΑΑ. Αγγελάκη 2017. Το πραγματικό γεγονός που έσπρωξε στην ενοποίηση των δύο κινημάτων μεταξύ τους και στη συνέχεια με τη μεταμοντέρνα προβληματική, ήταν η εξάπλωση του έϊτζ[20]Για το σημείο αυτό, βλ. Reed, C., «Μεταμοντερνισμός και Τέχνη της Ιδιαίτερης Ταυτότητας» στο Στάγκος, Ν., (επιμ), Έννοιες της Μοντέρνας Τέχνης, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2010.. Από το σημείο αυτό διαμορφώθηκε ως βασική θέση η υπεράσπιση των συγκεκριμένων μειονοτήτων, που στη συνέχεια επεκτάθηκε στην υπεράσπιση των φυλετικών μειονοτήτων, των μεταναστών κ.τ.λ. Προέκυψε, λοιπόν, η ανάγκη προσδιορισμού μιας ταυτότητας και του μηχανισμού καταπίεσης που την παράγει, που τη δημιουργεί.
8.
Η πολυδιάσπαση αποτελεί ενδημικό στοιχείο των αντισυστημικών κινημάτων. Η πορεία της τα τελευταία 150 χρόνια αποδεικνύει ότι το φαινόμενο αυτό είναι κυρίαρχο τόσο στις φάσεις ανόδου όσο και στις φάσεις ύφεσης των αριστερών κινημάτων. Η οικονομική λειτουργία, η πολιτική και η ιδεολογία του καπιταλισμού τείνουν στην εξατομίκευση των μεμονωμένων καταναλωτών-πολιτών, και τα αντισυστημικά κινήματα δεν έχουν κανένα τρόπο να την αντιμετωπίσουν. Ο μεταμοντερνισμός και όλα τα συναφή ρεύματα που αναπτύχθηκαν με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς από τη δεκαετία του ’80 και μετά συνέβαλαν αποφασιστικά στην περαιτέρω αποδιάρθρωση των αντισυστημικών κινημάτων.
9.
Τα κομμουνιστικά, σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά, εθνικοαπελευθερωτικά κ.ά. κινήματα έχουν ηττηθεί κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριακονταετίας. Ο νεοφιλελευθερισμός πιστοποιεί την ήττα όλων των κινημάτων, στη σύγχρονη εποχή. Κανένα κίνημα, οιασδήποτε εκδοχής, δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί σήμερα στον παγκόσμιο καπιταλισμό. Το σύστημα βρίσκεται σε νικηφόρα πορεία όχι από τη δεκαετία του 1980, αλλά από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 και μετά. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της πορείας περιλαμβάνουν:
- Τη δυνατότητα της αντιμετώπισης των συνεπειών της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917 με τη αδυναμία εξάπλωσης των «σοσιαλιστικών» επαναστάσεων στην Ευρώπη.
- Την αδυναμία αντιμετώπισης των συνεπειών μεγάλης κλίμακας πολέμων που μπορούν να αποσταθεροποιήσουν μεγάλα εθνικά κράτη (από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο προέκυψε η ΕΣΣΔ, από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο προέκυψαν η Κίνα και οι Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης).
- Τη δυνατότητα υπέρβασης των αρνητικών επιπτώσεων που προκύπτουν από μικρότερης κλίμακας πολέμους (Βιετνάμ, Αλγερία κ.λπ.).
- Την ικανότητα να αντιπαρέλθει οικονομικές κρίσεις οποιουδήποτε μεγέθους με την εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών (κρίση του 1929, κρίσεις της μεταπολεμικής περιόδου). Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο διασύνδεσης της οικονομικής κρίσης με μια αντισυστημική κίνηση των λαϊκών μαζών. Ίσως η μοναδική εξαίρεση που θα μπορούσε να αναφερθεί, με πολλές επιφυλάξεις, είναι η περίπτωση της ανόδου του Ναζισμού στην Γερμανία.
- Την επιτυχή υπέρβαση των αρνητικών συνεπειών της αποδιάρθρωσης των αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών και της επακόλουθης πίεσης που άσκησαν στις χώρες του κέντρου τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα.
- Τη δυνατότητα αλλαγής/εναλλαγής των ηγεμονικών δυνάμεων του παγκόσμιου συστήματος, και την κατά καιρούς συγκρότηση και ανασυγκρότηση του κέντρου και της περιφέρειάς του. Τα μέχρι σήμερα «φυσικά» μειονεκτήματα του συστήματος στον χώρο των γεωπολιτικών ισορροπιών δεν το απέτρεψαν από την άσκηση της ηγεμονίας του σε παγκόσμια κλίμακα. Η μη κατοχή του κέντρου της Ευρασίας από τις δύο τελευταίες ηγεμονικές δυνάμεις του συστήματος, τη Μ. Βρετανία και τις ΗΠΑ, δεν τις απέτρεψε από το να κυριαρχήσουν στον κόσμο. Παράλληλα, δεν ευνόησε τους κατόχους του, την ΕΣΣΔ και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, στην προσπάθειά τους για αλλαγή των παγκόσμιων γεωπολιτικών ισορροπιών.
- Την κατ’ αρχάς ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στις χώρες του κέντρου –κατά συντριπτική πλειοψηφία στα ηγεμονικά σχέδια του καπιταλιστικού συστήματος– και τη σταδιακή αναίρεση της αντίληψης περί μετατροπής της σε επαναστατικό υποκείμενο tout court. Στη συνέχεια οι τεχνολογικές μεταβολές, θεσμισμένες με σαφές ιδεολογικό πρόσημο, ουσιαστικά αποσάρθρωσαν στον μέγιστο βαθμό την παλαιά εργατική τάξη, πρωτίστως συνδεδεμένη με τη βιομηχανία. Με το δεδομένο αυτό δεν υπάρχει σήμερα κοινωνικό κίνημα με αντίστοιχα χαρακτηριστικά της παλαιάς βιομηχανικής εργατικής τάξης, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει, εν δυνάμει, μια δομική αντισυστημική απειλή.
Αυτή η επιτυχής πορεία του ιστορικού καπιταλισμού δεν σημαίνει ότι το σύστημα βρίσκεται σε ανοδική πορεία. Κάθε προσπάθειά του για επιμέρους αντιμετώπιση προβλημάτων συσσωρεύει νέες αντιθέσεις, οι οποίες ήδη εκδηλώνονται και θα συνεχίζουν να εκδηλώνονται με διάφορους τρόπους σε κάποια άλλη φάση της μελλοντικής πορείας του.
Η αξιολόγηση των σημαντικότατων επιδράσεων της δράσης των αντισυστημικών κινημάτων στη μακρά περίοδο του 20ού αιώνα, εκφεύγει του πλαισίου του παρόντος άρθρου. Όμως δίχως αυτή την αξιολόγηση ο ενεργός ρόλος των αντισυστημικών κινημάτων στη διαμόρφωση της ιστορίας του 20ού αιώνα απλά δεν αναδεικνύεται.
Υποσημειώσεις[+]
| ↥1 | Κύριοι εκπρόσωποι θεωρούνται οι : Henri de Saint-Simon, Charles Fourier, Robert Owen. |
|---|---|
| ↥2 | Ferdinand Lassalle: Γερμανός πολιτικός, ιδρυτής της Γενικής Ένωσης Εργατών Γερμανίας. |
| ↥3 | Ο παραδοσιακός αντιδραστικός αντικαπιταλισμός, με παλιές μεσαιωνικές ρίζες, συμπυκνώνεται στο στερεότυπο του Εβραίου τοκογλύφου. Η ρίζα αυτού του αντισημιτισμού είναι ιστορική. Η μόνη επαγγελματική απασχόληση που επιτρεπόταν στους Εβραίους τον Μεσαίωνα ήταν η διαχείριση του χρήματος, αφού ο τόκος, σύμφωνα με την Εκκλησία, ήταν θανάσιμο αμάρτημα, ανάξιο των ευγενών. Παραδοσιακά, επομένως, είχαν παραμείνει αρκετές παλιές εβραϊκές οικογένειες που διαχειρίζονταν το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο (προφανώς δεν είναι η πλειονότητα της αστικής τάξης εβραϊκής καταγωγής!), αλλά, επίσης, συμμετείχαν ενεργά στην πολιτική των αστικών κομμάτων |
| ↥4 | Jules Guesde: Ηγέτης του Γαλλικού Εργατικού Κόμματος, το οποίο ίδρυσε το 1882 μαζί με τον Paul Lafargue. Οι ακραίες μαξιμαλιστικές θέσεις τους και ειδικά η άρνηση να δεχθούν την αξία των αγωνιστικών μεταρρυθμίσεων, αλλά και η πίστη σε διάφορες δημοκρατικές ιδέες (από τον Blanqui μέχρι τον Rousseau), οδήγησε τον Κ. Μαρξ να τους κατηγορήσει για «καπηλεία των επαναστατικών εννοιών» («revolutionary phrase-mongering») και να διατυπώσει την περίφημη φράση του ότι, εάν η πολιτική τους αντιπροσωπεύει τον Μαρξισμό, «ce qu’il y a de certain c’est que moi, je ne suis pas Marxiste» («το βέβαιο είναι ότι εγώ δεν είμαι μαρξιστής»). Αναφέρεται από τον F. Engels σε γράμμα στον Eduard Bernstein (2 Νοεμβρίου 1882), το οποίο βρίσκεται στο: Marx and Engels, Werke, Vol. 35. σ. 388. |
| ↥5 | Για όλα τα παραπάνω αναφερθέντα δες: Βαγγέλης Χωραφάς, Προοπτικές των αντισυστημικών κινημάτων, Monthly Review, τχ. 25 (Ιανουάριος 2007). |
| ↥6 | Για μια συνοπτική παρουσίαση της διαδρομής του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος δες: Κ. Μελάς, Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία: από την πολιτική στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση. https://www.kostasmelas.gr/meletes/eyropaiki-sosialdimokratia-apo-tin-politiki-sti-neofileleytheri-diacheirisi/ |
| ↥7 | Τα κινήματα αυτά προήλθαν από τη διάσπαση των κινημάτων της Β’ Διεθνούς, διότι πρόβαλλαν ως δρόμο για την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας τον «επαναστατικό», σε αντίθεση με τον νόμιμο δρόμο της πολιτικής πειθούς που πρόβαλλαν τα άλλα. Για μια σύντομη έκθεση της διαδρομής των κομμουνιστικών κινημάτων δες: Robert Harvey, AShortHistoryofCommunism. New York: St. Martin’s Press, 2004. |
| ↥8, ↥9 | O Συμβουλιακός Κομμουνισμός είναι μία αριστερή κίνηση με καταγωγή από Γερμανία και Ολλανδία το 1920. Τέτοιο κόμμα ήταν το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας (KAPD). Το κεντρικό επιχείρημα του συμβουλιακού κομμουνισμού, σε αντίθεση με εκείνα της σοσιαλδημοκρατίας και του λενινισμού, είναι ότι τα συμβούλια της δημοκρατίας των εργαζομένων που προκύπτουν από τα εργοστάσια, καθώς και οι δήμοι, είναι η φυσική μορφή της ταξική οργάνωσης και της κυβερνητικής εξουσίας. Αυτή η άποψη είναι αντίθετη τόσο με τη ρεφορμιστική όσο και με τη λενινιστική πολιτική πρακτική, δεδομένου ότι αυτές δεν απέκλειαν τη συμμετοχή σε κοινοβούλια και κυβερνήσεις. Η βασική αρχή του κομμουνισμού είναι ότι πρέπει η κυβέρνηση και η οικονομία να ελέγχονται από τα εργατικά συμβούλια, τα οποία απαρτίζονται από αντιπροσώπους που εκλέγονται στον χώρο εργασίας και είναι ανακλητά ανά πάσα στιγμή. Ως εκ τούτου, οι συμβουλιακοί κομμουνιστές αντιτάχθηκαν στον κρατικό αυταρχικό γραφειοκρατικό σοσιαλισμό. Η ιδέα ενός «επαναστατικού κόμματος» τους βρίσκει αντίθετους, δεδομένου ότι οι συμβουλιακοί κομμουνιστές πιστεύουν ότι μια επανάσταση υπό την ηγεσία ενός κόμματος θα παράγει αναγκαστικά κομματική δικτατορία. Οι συμβουλιακοί κομμουνιστές στηρίζουν τη δημοκρατία των εργαζομένων και τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας των εργατικών συμβουλίων. [Πληροφορίες από τη Wikipedia]. |
| ↥10 | «Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο αραβικός εθνικισμός, προσαρμοσμένος και στο κλίμα της εποχής, έγινε πιο ριζοσπαστικός και συνδέθηκε με σοσιαλιστικές ιδέες. Από ιδεολογία της ανώτερης τάξης άρχισε να γίνεται ιδεολογία των μεσαίων στρωμάτων. Στα πλαίσιά της αναπτύχθηκαν και τάσεις εναντίον της μοναρχίας και των φεουδαρχικών δομών. Σ’ αυτό έπαιξε ρόλο φυσικά και η εντύπωση από την ταπεινωτική ήττα των συντηρητικών αραβικών μοναρχιών στον πόλεμο εναντίον των Σιωνιστών το 1948, που είχε ως συνέπεια την απώλεια του μεγαλύτερου τμήματος της Παλαιστίνης. Μια σειρά από ρεπουμπλικανικά καθεστώτα (λίγο-πολύ αυταρχικά, αλλά με σημαντική λαϊκή υποστήριξη), κατέλαβαν την εξουσία σε διάφορες αραβικές χώρες –συνήθως μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος. Κεντρική ιδεολογική αναφορά τους ήταν αυτό το μείγμα αντι-ιμπεριαλισμού, παναραβισμού και σοσιαλισμού. Ως «σοσιαλισμό» αντιλαμβάνονταν μάλλον ένα είδος κρατικού/σοσιαλδημοκρατικού καπιταλισμού, που θα εξασφάλιζε την εσωτερική ενότητα και θα επέτρεπε μια αυτόνομη ανάπτυξη. Ενώ το αίτημα για ισότητα και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις υπέρ των αδύνατων ήταν σημαντικό, δεν συνοδευόταν από διάθεση π.χ. για την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Ως σημαντικότερη προσωπικότητα του κινήματος αναδείχτηκε ο χαρισματικός ηγέτης της Αιγύπτου, Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ, στο πρόσωπο του οποίου πολλοί Άραβες έβλεπαν τον ηγέτη που θα πετύχαινε την αραβική ενότητα και θα νικούσε τον Σιωνισμό. Η άλλη σημαντική δύναμη του σοσιαλιστικού παναραβισμού ήταν το κόμμα Μπάαθ, που ιδρύθηκε το 1946 στη Συρία, με παρακλάδια σε πολλές αραβικές χώρες, κυρίως στην Ανατολή (Ιορδανία, Λίβανος, Ιράκ). Η ιδεολογία του συνοψιζόταν στη φράση «ένα αραβικό έθνος με μια αιώνια αποστολή». Κατάφερε να αναλάβει τη διακυβέρνηση στο Ιράκ και τη Συρία –στη δεύτερη παραμένει στην εξουσία μέχρι και σήμερα, έστω και σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Στο Ιράκ η μπααθική κυριαρχία (υπό τον Σαντάμ Χουσέιν) τερματίστηκε το 2003 από την αμερικανική εισβολή». Ιδεολογία στον Αραβικό χώρο: Αραβικός Εθνικισμός. https://eastmediterranean.wordpress.com/ Δες : Paul Salem, Bitter Legacy – Ideology and politics in the Arab world. Paperback 1994. |
| ↥11 | Το όνομα «Φατάχ» αποτελεί αρκτικόλεξο κατ’ αντιστροφή των λέξεων Ταχρίρ Φιλαστίν που σημαίνει Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, ταυτιζόμενο με τον όρο Φατάχ που αναφέρεται στη 48η Σούρα του Κορανίου, με συνειρμούς στην κατάκτηση της Μέκκας και την εξάπλωση του Ισλαμισμού, λαμβάνοντας έτσι και θρησκευτική διάσταση. [Πληροφορίες από Βικιπαίδεια]. |
| ↥12 | Η Χαμάς ή «Ισλαμικό Κίνημα Αντίστασης» είναι μία παλαιστινιακήσουνιτικήπαραστρατιωτική οργάνωση και πολιτικό κόμμα που κατέχει σήμερα την πλειοψηφία των εδρών του εκλεγμένου νομοθετικού συμβουλίου στην Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή [πληροφορίες από Βικιπαίδεια]. |
| ↥13 | Η Χεζμπολάχ ή Χεζμπολά (κυριολεκτικά: «Κόμμα του Θεού») αποτελεί σιιτική στρατιωτική και πολιτική οργάνωση με βάση τον Λίβανο. Συμμετέχει στην κυβέρνηση και στο κοινοβούλιο της χώρας. |
| ↥14, ↥15 | Κ. Μελάς, Περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, https://www.kostasmelas.gr/2016/07/blog-pos-41/ |
| ↥16 | D. Fusaro, Ευρώπη και Καπιταλισμός, μτφρ. Όλγα Αναματερού, εκδ. Ασίνη, Αθήνα 2015, σ. 9. |
| ↥17 | Κ. Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, εκδ. Ύψιλον/Βιβλία, Αθήνα 2000, σ. 45-46. |
| ↥18 | Terry Eagleton, Μετά τη Θεωρία, μτφρ. Πέγκυ Καρπούζου, Μεταίχμιο, 2003, σ. 66. |
| ↥19 | Κ. Μελάς, Το Ανυπόφορο Βουητό του Κενού, εκδόσεις ΑΑ. Αγγελάκη 2017 |
| ↥20 | Για το σημείο αυτό, βλ. Reed, C., «Μεταμοντερνισμός και Τέχνη της Ιδιαίτερης Ταυτότητας» στο Στάγκος, Ν., (επιμ), Έννοιες της Μοντέρνας Τέχνης, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2010. |
