Τα αισθήματά μου, αναστοχαζόμενος τα της εκπαίδευσης, είναι συνήθως ανάμεικτα. Από τη μία ένα αίσθημα μελαγχολίας για τις ακυρωμένες μεταρρυθμίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας και τις ευκαιρίες που χάθηκαν. Από την άλλη, μία συγκρατημένη αισιοδοξία από τις διαρκείς ανασυντάξεις του μεταρρυθμιστικού στρατοπέδου, που δεν υποχωρεί, παρά τις ήττες και τις συνακόλουθες απογοητεύσεις, αλλά και από το σημαντικό μεταρρυθμιστικό έργο που παρήχθη τα τελευταία επτά χρόνια.
Στο σημείωμα αυτό θα σταθώ κυρίως στις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης και λόγω επαγγέλματος και κυρίως λόγω της θέσης που είχα ως πρόεδρος του ΙΕΠ, το διάστημα 2019-2023, σκιαγραφώντας τις περιπέτειες, τις μεταρρυθμιστικές τομές, τα επιτεύγματα της τελευταίας δεκαπενταετίας και τις αγωνίες για το παρόν και το μέλλον.
Στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση λειτουργούν περίπου 14 χιλιάδες σχολικές μονάδες, νηπιαγωγεία, δημοτικά, γυμνάσια, γενικά και επαγγελματικά λύκεια, φοιτούν 1.250.000 μαθητές, ενώ το εκπαιδευτικό δυναμικό, μόνιμοι και αναπληρωτές, φτάνει περίπου τις 155.000. Συγκρίνοντας αυτά τα δεδομένα με τα αντίστοιχα πριν από 50 χρόνια, μπορούμε να μιλάμε για μία εκρηκτική ανάπτυξη στο διάστημα από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.
Ωστόσο η βελτίωση των ποσοτικών μεγεθών βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που συνόδευσαν αυτή τη μεγέθυνση. Και αυτό γιατί, παρά την αύξηση των σχολικών μονάδων, τη βελτίωση των υποδομών, τη συμπερίληψη της συντριπτικής πλειοψηφίας των παιδιών 5 έως 18 ετών στο σύστημα, το σχετικά περιορισμένο drop out, την εξαιρετική αναλογία διδασκομένων προς διδάσκοντα (8,2 μαθητές ανά διδάσκοντα στο Δημοτικό και Γυμνάσιο και 10,5 στο Λύκειο), τον εμπλουτισμό των προγραμμάτων σπουδών κ.λπ., αυτό το γιγάντιο πια σύστημα σφραγίστηκε από μία σταθερά υστέρησης στις απαιτήσεις των εποχών, από την άποψη των μορφωτικών αποτελεσμάτων, την καλλιέργεια δεξιοτήτων, τη σύνδεση με τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας και την οικονομία εν γένει.
Οι χαμηλές επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στη γλώσσα, τα μαθηματικά και τις επιστήμες (αποτυχία στη ζώνη του συν-πλην 30%) στο διαγωνισμό PISA είναι ένα από τα τεκμήρια ισχύος του παραπάνω ισχυρισμού.
Στον δημόσιο διάλογο της τελευταίας δεκαπενταετίας, οι φωνές που χρέωσαν αυτή την κακοδαιμονία στην ιδεολογική ηγεμονία ενός εκπαιδευτικού λαϊκισμού ήταν ασυνήθιστα πολλές, συγκριτικά με την προηγούμενη περίοδο. Ο κοινός τόπος αυτών των προσεγγίσεων είναι ότι χρόνο το χρόνο, πενταετία την πενταετία, δεκαετία τη δεκαετία, η κατίσχυση μιας κουλτούρας ευκολίας και ραστώνης, με διαρκή περιστολή των εκπαιδευτικών απαιτήσεων, με συρρίκνωση των προϋποθέσεων ως προς την προαγωγή ή την απόλυση των μαθητών, με απουσία οποιασδήποτε μορφής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και του προσφερόμενου εκπαιδευτικού έργου, αποτέλεσε μία από τις βασικές αιτίες της υστέρησης, που φανερώθηκε ακόμα πιο έντονα στα χρόνια της κρίσης.
Στην περίοδο πριν την κρίση, οι κυβερνήσεις ανεξαρτήτως κόμματος προσαρμόζονταν σ’ αυτή τη ροπή, υπολογίζοντας το κόστος πολιτικών που θα κινούντο σε αντίθετη γραμμή. Η ροπή αυτή εξουδετέρωνε πρακτικά τις όποιες μεταρρυθμιστικές απόπειρες. Ο συνδικαλισμός, ανεξαρτήτως απόχρωσης, υπερθεμάτιζε σ’ αυτή την κατεύθυνση, με το σύνθημα όχι φραγμοί στη μόρφωση, και καταγγέλλοντας οποιαδήποτε εκδοχή αξιολόγησης διαμόρφωνε μία επαγγελματική συνείδηση, σύμφωνα με την οποία η εκπαίδευση υπάρχει πρωτίστως για τους εκπαιδευτικούς και όχι για την κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα συνεχώς διεύρυνε τη δικαιοδοσία του σε ζητήματα διοίκησης της εκπαίδευσης και επιλογής στελεχών, άλλοτε θεσμικά και άλλοτε παραθεσμικά. Οι γονείς και οι μαθητές βολεύονταν με τη βεβαιότητα ότι η σχεδόν ακώλυτη προαγωγή και απόλυση και στη συνέχεια η εισαγωγή σε κάποιο τμήμα ΑΕΙ ή ΤΕΙ θα οδηγούσε σε ένα πτυχίο, το οποίο ανεξαρτήτως πραγματικής ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αξίας, θα ήταν το εισιτήριο για διορισμό στο δημόσιο. Βέβαια, όσοι είχαν προσδοκίες και δυνατότητες για κάτι παραπάνω, το αναζητούσαν εκτός δημόσιου σχολείου, στα φροντιστήρια και την ιδιωτική εκπαίδευση.
Η οικονομική κρίση αποτέλεσε σημείο τομής για την εκπαίδευση, όπως άλλωστε και σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου.Το σύστημα έπρεπε να συνεχίσει να λειτουργεί σε ένα πλαίσιο ασφυκτικής οικονομικής δυσπραγίας, ενώ το πάγωμα των διορισμών στο δημόσιο, εκτός από τον αναγκαίο εξορθολογισμό στην αξιοποίηση του υπάρχοντος δυναμικού, υπονόμευε και τις προσδοκίες ότι ανεξαρτήτως δυσκολίας και δοκιμασιών η συνήθης εκπαιδευτική διαδρομή, χωρίς συγκεκριμένες προδιαγραφές ακαδημαϊκής επάρκειας και επαγγελματικών δεξιοτήτων, μπορούσε να οδηγήσει σε κάποιο τύπο επαγγελματικής εξασφάλισης. Στις συνθήκες της κρίσης, τα πτυχία χωρίς ακαδημαϊκό και επαγγελματικό αντίκρισμα, επακόλουθο μιας αντίστοιχης ποιότητας σχολικής διαδρομής, με κλειστές τις πόρτες του δημοσίου και με μία συρρικνούμενη αγορά εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, έχαναν το μεγαλύτερο μέρος της αξίας τους.
Η συνειδητοποίηση αυτής της ανατροπής άφησε ελεύθερο πολιτικό χώρο για τη θέσπιση και την προώθηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων, από το νόμο 4009 για τα πανεπιστήμια, μέχρι τα Πρότυπα – Πειραματικά σχολεία και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από το 2010 έως το 2014, με τις εμβληματικότερες από αυτές να πιστώνονται στην Άννα Διαμαντοπούλου. Αφετηρία όλης αυτής της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας ήταν η παραδοχή ότι η κρίση, εκτός από πτώση στα τάρταρα, μπορεί να γίνει και αφετηρία μιας ανασύνταξης του εκπαιδευτικού συστήματος, με στόχο την υπέρβαση των χρόνιων παθογενειών αλλά και με διακριτό ρόλο της εκπαίδευσης στην αναζήτηση της εξόδου από την ίδια την κρίση.
Και ύστερα ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ.Η εκπαιδευτική πολιτική των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίστηκε από το ξήλωμα του συνόλου των μεταρρυθμίσεων της περιόδου 2010-14, από τον νόμο για τα πανεπιστήμια, το δίκτυο των Προτύπων Πειραματικών σχολείων, έως την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και την Τράπεζα Θεμάτων.
Εάν αναζητήσουμε ένα πεδίο που ο ΣΥΡΙΖΑ τήρησε εν πολλοίς τις προεκλογικές εξαγγελίες του με συνέπεια, η εκπαίδευση διεκδικεί τα πρωτεία. Εάν ο εκπαιδευτικός λαϊκισμός των προηγουμένων κυβερνήσεων και η συνδιοίκηση της εκπαίδευσης με τους συνδικαλιστές ήταν διακριτές πληγές στο σώμα της εκπαίδευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ το τερμάτισε. Ο εξισωτισμός προς τα κάτω, η γενίκευση της συνδιοίκησης με τους συνδικαλιστές, η καθιέρωση ενός σχολείου χωρίς προϋποθέσεις, το απροϋπόθετο σχολείο, δάνειο από το ντεριντιανό απροϋπόθετο πανεπιστήμιο, απέκτησαν τα χαρακτηριστικά ενός επίσημου εκπαιδευτικού καθεστώτος.
Η αλλαγή σελίδας, ως προς τις προγραμματικές στοχεύσεις και το άνοιγμα του δρόμου των μεταρρυθμίσεων, γίνεται με τις εκλογές του 2019, τη νίκη Μητσοτάκη και τη νέα ηγεσία του ΥΠΑΙΘ με την Νίκη Κεραμέως. Στη δική μου αντίληψη και όχι μόνο, έπρεπε να ξαναπιάσουμε το νήμα των μεταρρυθμίσεων στο σημείο που κόπηκε το 2015 και να πάμε παρακάτω.
Το μεταρρυθμιστικό έργο, το οποίο παρήχθη στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, από το 2019 έως σήμερα, εστιάζεται στα πεδία:
Α) Της αλλαγής των γνωστικών περιεχομένων της εκπαίδευσης και των τρόπων προσέγγισης και διάχυσης της σχολικής γνώσης με την εκπόνηση των 166 νέων προγραμμάτων σπουδών από το Νηπιαγωγείο μέχρι το Λύκειο. Στα νέα προγράμματα, εκτός από τον εμπλουτισμό των γνωστικών περιεχομένων, τον συγχρονισμό τους με τις ανάγκες του παρόντος και την καθιέρωση της διαθεματικότητας, το διδακτικό ενδιαφέρον μετακινείται από τη διδασκαλία μίας ύλης μαθήματος στα προσδοκώμενα αποτελέσματα μάθησης ανά τάξη, βαθμίδα και διδακτικό αντικείμενο. Δηλαδή σε αυτά που χρειάζεται να γνωρίζουν, να κατανοούν και να εφαρμόζουν οι μαθητές και οι μαθήτριες μετά την ολοκλήρωση κάθε μαθησιακής διαδικασίας. Έχοντας κύρια επιδίωξη την εξασφάλιση συνοχής και συνέχειας της διδακτικής πράξης από τάξη σε τάξη και από βαθμίδα σε βαθμίδα, υιοθετούνται τα θεματικά πεδία, σύμφωνα με τα οποία οργανώνεται το περιεχόμενο κάθε μαθήματος, είτε ως προς τις κεντρικές έννοιες του γνωστικού αντικειμένου είτε στους τρόπους προσέγγισής του. Η αρχική εκδοχή των νέων προγραμμάτων ολοκληρώθηκε το 2021, στη συνέχεια εφαρμόστηκαν πιλοτικά στα Πρότυπα και Πειραματικά τα σχολικά έτη 2021-2022 και 2022-2023. Συγκεντρώθηκαν όλες οι παρατηρήσεις, έγιναν διορθώσεις μικρής, μεσαίας και σε κάποιες περιπτώσεις μεγάλης κλίμακας και πήραν οριστικά ΦΕΚ την Άνοιξη του 2023.
Στο πεδίο αυτό προστίθεται η θέσπιση και η εφαρμογή των Εργαστηρίων Δεξιοτήτων στο Νηπιαγωγείο, το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, καθώς και η εισαγωγή της διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας στο Νηπιαγωγείο.
Η θέσπιση και η εφαρμογή των Εργαστηρίων Δεξιοτήτων αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο τον προπομπό της σύνταξης των νέων προγραμμάτων σπουδών της γενικής εκπαίδευσης. Η στόχευση ήταν η ανάπτυξη εκπαιδευτικών πρακτικών που επικεντρώνονται στα μαθησιακά αποτελέσματα και την ανάπτυξη δεξιοτήτων με βιωματικούς και εργαστηριακούς τρόπους και υποστηρίζονται από μία εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία προγραμμάτων που παρέχουν την ευχέρεια επιλογής από τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς. Τα προγράμματα αυτά κατατάσσονται σε 4 θεματικούς κύκλους, οι οποίοι αποτελούνται από υποθεματικές ενότητες, περιλαμβάνοντας προγράμματα από σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, φροντίδα για το περιβάλλον, ανθρώπινα δικαιώματα μέχρι ρομποτική και STEM.
Στο ίδιο πνεύμα βιωματικής εργαστηριακής κατεύθυνσης κινήθηκε και η εισαγωγή της αγγλικής γλώσσας στα νηπιαγωγεία με την παρουσία εντός τάξης δύο εκπαιδευτικών, της νηπιαγωγού και της καθηγήτριας αγγλικών.
Β) Στην παραγωγή νέου εκπαιδευτικού υλικού, έντυπου και ψηφιακού, σύμφωνα με το πλαίσιο που ορίζουν τα νέα προγράμματα σπουδών. Εδώ η μεγάλη μεταρρυθμιστική τομή έγινε με τη θέσπιση του Πολλαπλού Βιβλίου.
Είναι σημαντικό ότι, παρά τις καθυστερήσεις, ολοκληρώθηκε η συγγραφή, η αξιολόγηση και η ψηφιακή ανάρτηση 230 διδακτικών πακέτων, που αντιστοιχούν σε 440 βιβλία για την Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μέχρι την Α΄ Λυκείου και έπεται η ολοκλήρωση του σχετικού προγράμματος για τα βιβλία της Β΄ και της Γ΄ Λυκείου. Οι εκπαιδευτικοί ήδη έχουν επιλέξει τα βιβλία που θα διδαχθούν στα σχολεία τους από το σχολικό έτος 2027-28. Οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί, εκτός από το επιλεγμένα έντυπα εγχειρίδια της τάξης τους, θα έχουν πρόσβαση και στο σύνολο των διδακτικών βιβλίων και των ψηφιακών αντικειμένων, που είναι αναρτημένα στην πλατφόρμα του Διόφαντου.
Μέχρι σήμερα το σχολικό βιβλίο συχνά ταυτίζεται στην πράξη με το ίδιο το μάθημα. Ο εκπαιδευτικός συνήθως ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τη δομή του και η διεκπεραίωση της γνωστικής πράξης συνδέεται με το πόσες σελίδες από το βιβλίο έχουν διδαχθεί. Με άλλα λόγια, η γνώση γίνεται το ταυτόσημο των διδαγμένων σελίδων. Το νέο σύστημα επιχειρεί να ακυρώσει αυτήν την ταύτιση. Η βασική φιλοσοφία του Πολλαπλού Βιβλίου είναι να πάψει ο μαθητής να αντιμετωπίζει το ένα και μοναδικό εγχειρίδιο ως τη μοναδική πηγή γνώσης. Η επιδίωξη είναι μέσα από διαφορετικά κείμενα, πηγές, ασκήσεις, εικόνες, προσομοιώσεις και ψηφιακά εργαλεία να μαθαίνει, να συγκρίνει πληροφορίες, να αξιολογεί διαφορετικές απόψεις, να ερευνά και να συνθέτει επιχειρήματα και, υπερβαίνοντας την πεπατημένη της στείρας απομνημόνευσης, να αναπτύσσει κριτική σκέψη και δεξιότητες γνωστικής αυτενέργειας. Αντίστοιχα, ο εκπαιδευτικός μπορεί να προσαρμόζει περισσότερο τη διδασκαλία στις ανάγκες και στο μαθησιακό προφίλ της συγκεκριμένης τάξης, έχοντας στη διάθεσή του ένα πλήθος επιλογών σε έντυπη και ψηφιακή μορφή.
Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι τα νέα προγράμματα σπουδών και το πολλαπλό βιβλίο συνδέονται με την παραγωγή μεγάλου αριθμού ψηφιακών μαθησιακών αντικειμένων, εκτός αυτών που ήδη περιέχονται στα νέα βιβλία, ψηφιακών διδακτικών σεναρίων και μαθημάτων με ενσωματωμένη τεχνητή νοημοσύνη. Η εκπόνηση αυτού του προγράμματος είναι σε εξέλιξη.
Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί η καθιέρωση του ψηφιακού φροντιστηρίου, το οποίο προσέφερε εξ αποστάσεως διδασκαλία σε 45 πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα, 3.186 βιντεοσκοπημένα μαθήματα, επαναληπτικές ασκήσεις, διαγωνίσματα και προσομοιώσεις Πανελλαδικών Εξετάσεων και εκπαιδευτικό υλικό για όλες τις βαθμίδες από την Ε΄ Δημοτικού έως τη Β΄ Λυκείου. Το σχολικό έτος 2025-26 περισσότεροι από 260.000 μαθητές και απόφοιτοι αξιοποίησαν τις υπηρεσίες του, ενώ το σύνολο των χρηστών ξεπέρασε τις 410.000.
Γ) Στις αλλαγές στον τρόπο εξέτασης των μαθητών του Λυκείου με την επαναφορά της Τράπεζας Θεμάτων με 25 χιλιάδες θέματα, ενώ έχει ξεκινήσει η προσαρμογή της Τράπεζας στα περιεχόμενα και το πνεύμα των νέων προγραμμάτων σπουδών και των νέων βιβλίων. Επίσης από το σχολικό έτος 2021-22 καθιερώθηκαν εξετάσεις διαγνωστικού χαρακτήρα στη ΣΤ΄ τάξη Δημοτικών σχολείων και στη Γ΄ τάξη Γυμνασίων με τράπεζα θεμάτων, η λεγόμενη PISA GR. Συμμετέχουν κάθε χρόνο 12.000 μαθητές και εξετάζονται στη γλώσσα και τα μαθηματικά, με σκοπό τη διαπίστωση προβλημάτων και υστερήσεων και τη λήψη διορθωτικών μέτρων.
Δ) Στην επανασύσταση και επέκταση του δικτύου των Προτύπων και Πειραματικών σχολείων σε όλη τη χώρα. Σήμερα λειτουργούν 144 Πρότυπα και Πειραματικά σχολεία (42 Πρότυπα και 102 Πειραματικά). Σε αυτά προστέθηκαν και τα 20 Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία. Είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρο ότι ο θεσμός των Προτύπων και Πειραματικών σχολείων, παρά την περιπέτεια του 2015-19, μοιάζει να έχει στερεωθεί στη συνείδηση της κοινωνίας. Τα σχολεία αυτά σε συμβολικό επίπεδο επιβεβαιώνουν την προσδοκία ότι το δημόσιο σχολείο μπορεί να τα καταφέρει, αλλά και σε πρακτικό επίπεδο διεκδικούν και σε μεγάλο βαθμό πετυχαίνουν να προσφέρουν εκπαιδευτικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου. Στην πραγματικότητα συγκροτούν πλέον ένα εκπαιδευτικό οικοσύστημα που χαρακτηρίζεται από υψηλές μορφωτικές επιδόσεις και εκπαιδευτική καινοτομία, οι υπηρεσίες του οποίου δεν αφορούν μόνο τα παιδιά που φοιτούν σε αυτά, αλλά αποτελούν παράδειγμα για όλο το εκπαιδευτικό σύστημα. Επίσης αποτελεί σημαντική εξέλιξη η ίδρυση και λειτουργία 25 Προτύπων Επαγγελματικών Λυκείων, με ειδικότητες και προγράμματα προσαρμοσμένα στις τοπικές οικονομίες.
Ε) Στη θέσπιση και εφαρμογή εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης σχολικών μονάδων και της αξιολόγησης εκπαιδευτικών και στελεχών εκπαίδευσης. Η διαδικασία της αξιολόγησης προχώρησε με εμπόδια, λόγω της αντίδρασης των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών. Παρά τις αντιδράσεις, η αξιολόγηση τα τελευταία πέντε χρόνια προχώρησε και στο σκέλος της αποτίμησης του έργου των σχολικών μονάδων, στην οποία συμμετείχε σχεδόν το σύνολο των σχολικών μονάδων της χώρας, και στο σκέλος της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, όπου μέχρι στιγμής έχουν αξιολογηθεί πλήρως ή εν μέρει περίπου 50 χιλιάδες εκπαιδευτικοί, κυρίως νεοδιόριστοι ή με σχετικά λίγα χρόνια προυπηρεσίας.
Ωστόσο, όπως φαίνεται και από τις εκθέσεις της ΑΔΙΠΠΔΕ, τα ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο η εφαρμογή της αξιολογικής διαδικασίας αγγίζει την ουσία της απόδοσης δομών και ανθρώπων ή αν απλώς αποτελεί ένα τελετουργικό διεκπεραίωσης παραμένουν ακόμη ανοικτά.
ΣΤ) Στην υλοποίηση μεγάλων προγραμμάτων επιμόρφωσης εκπαιδευτικών. Στο διάστημα 2020-2023 επιμορφώθηκαν πάνω από 160.000 εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων στα νέα προγράμματα σπουδών, στην εισαγωγή των Αγγλικών στο νηπιαγωγείο, στα εργαστήρια δεξιοτήτων, στη διαφοροποιημένη διδασκαλία, στη μαθητεία στην επαγγελματική εκπαίδευση, στην εισαγωγική επιμόρφωση για 24.000 νεοδιόριστους εκπαιδευτικούς, στο εκπαιδευτικό υλικό για παιδιά με ειδικές ανάγκες και για τη σύνδεση των νέων προγραμμάτων με τις ψηφιακές τεχνολογίες, το οποίο είναι σε εξέλιξη.
Ζ) Στον εξοπλισμό όλων των σχολείων της χώρας με διαδραστικούς πίνακες και την προμήθεια ρομποτικών κιτς σε νηπιαγωγεία, δημοτικά και γυμνάσια.
Η) Τις σημαντικές νομοθετικές παρεμβάσεις, όπως:
- Την εξαίρεση των συνδικαλιστών από τα συμβούλια επιλογής στελεχών της εκπαίδευσης (σύμβουλοι και διευθυντές Διευθύνσεων εκπαίδευσης και περιφερειών, μέτρο που ακυρώνει την ανωμαλία συνδιοίκησης της εκπαίδευσης.
- Την καθιέρωση των θέσεων μέντορα και συντονιστή σε όλες τις σχολικές μονάδες.
- Την προετοιμασία και θέσπιση των μέτρων αντιμετώπισης της σχολικής βίας, που ξεκίνησαν να εφαρμόζονται τελευταία.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ο άθλος της εφαρμογής της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης διάρκειας σχεδόν δύο σχολικών ετών, που κράτησε ζωντανή την εκπαιδευτική πράξη στην περίοδο της πανδημίας, με θετικές παράπλευρες ωφέλειες τη διάχυση ψηφιακών δεξιοτήτων σε όλο το εκπαιδευτικό σώμα σε χρόνο dt, αλλά και την εξουδετέρωση έκτοτε των σχολικών καταλήψεων.
Ως προς το ζήτημα της συνέχισης της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας στέκομαι μόνο στην αναγκαιότητα προώθησης μίας κορυφαίας μεταρρύθμισης, τη θέσπιση του Εθνικού Απολυτηρίου.
Η έναρξη του δημόσιου διαλόγου, σχετικά με την καθιέρωση Εθνικού Απολυτηρίου, αποτελεί μία αναμφισβήτητα θετική εξέλιξη. Το Εθνικό Απολυτήριο έρχεται για να θεραπεύσει δομικές παθογένειες της λυκειακής εκπαίδευσης, κοινά παραδεκτές από τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές, τους γονείς, την κοινωνία εν γένει.
Το Λύκειο τείνει να εξελιχθεί σε μία βαθμίδα πρόσχημα, όπου οι πάντες αναγνωρίζουν ότι οι εκπαιδευτικές υπηρεσίες που προσφέρει και ως προς τον πρωτίστως εκπαιδευτικό του ρόλο αλλά κυρίως ως προς την προετοιμασία των μαθητών για τη συμμετοχή τους στις πανελλαδικές εξετάσεις, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις αντίστοιχες υπηρεσίες των φροντιστηρίων και των ιδιαιτέρων μαθημάτων. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των παθογενειών είναι εν τέλει το εκπαιδευτικό έργο να παίζεται αλλού. Το Εθνικό Απολυτήριο πρέπει να γίνει το όχημα επιστροφής του ενδιαφέροντος των μαθητών και της κοινωνίας στο σχολείο.
Πρέπει να τονιστεί, επίσης, ότι ο δημόσιος διάλογος αποτελεί εκ των πραγμάτων το επιστέγασμα των μεγάλων μεταρρυθμιστικών προσπαθειών των τελευταίων επτά χρόνων, οι οποίες συνίστανται στη σύνταξη των νέων προγραμμάτων σπουδών, στη θέσπιση του πολλαπλού βιβλίου, την εφαρμογή της τράπεζας θεμάτων, την καθιέρωση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων και την ψηφιοποίηση των περιεχομένων της εκπαίδευσης. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές αποτελούν την ψυχή για την εφαρμογή του Εθνικού Απολυτηρίου.
Η κατ’ αρχάς αποσύνδεση της εφαρμογής του Εθνικού Απολυτηρίου από τις Πανελλαδικές Εξετάσεις είναι κατανοητή, μέχρις ότου η εφαρμογή του νέου συστήματος κατακτήσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας ως προς το αδιάβλητο των σχετικών διαδικασιών, που αδιαμφισβήτητα κατέχουν οι Πανελλαδικές Εξετάσεις. Προτάσεις σχετικά με τις εγγυήσεις για την κατάκτηση της εμπιστοσύνης για το νέο σύστημα, εκτός από την εφαρμογή των παραπάνω μεταρρυθμίσεων, έχουν κατατεθεί και είναι ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες με τα μέσα που μας παρέχει η ψηφιακή τεχνολογία.
Ωστόσο ο χρονικός ορίζοντας της αποσύνδεσης πρέπει να είναι ορατός, προσδιορισμένος και μη αναστρέψιμος. Εθνικό Απολυτήριο χωρίς σύνδεση με τη διαδικασία εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε γράμμα κενό.
Στο τέλος, βεβαίως, το ερώτημα που με απασχολεί και νομίζω απασχολεί και όλους όσοι πίστεψαν, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, στην αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων είναι ποιο είναι το επιδραστικό αποτύπωμά τους στο πεδίο.
Με άλλα λόγια τι άλλαξε στην καθημερινότητα του σχολείου, στην αποτελεσματικότητά του να μεταδίδει γνώσεις και να αναπτύσσει δεξιότητες.
Η απάντησή μου κατ’ αρχάς, χωρίς καμία υπεκφυγή, είναι ότι όλα αυτά για να αποδώσουν χρειάζονται χρόνο, αλλαγή νοοτροπιών, επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, καλλιέργεια μίας άλλης επαγγελματικής συνείδησης μαζί με τη βελτίωση των οικονομικών απολαβών, όσο η οικονομία το επιτρέπει. Εκτός αυτών, όμως, χρειάζονται επιμονή στην εφαρμογή, καθώς και διαρκή εποπτεία και αξιολόγηση για να αποδώσουν αποτελέσματα. Προϋποθέσεις που δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι είναι εγγεγραμμένες στο DNA του σχολείου και των μηχανισμών διοίκησης της εκπαίδευσης. Οι κίνδυνοι όλα αυτά να ατονήσουν και να εξαφανισθούν, όπως και παλαιότερες σοβαρές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, στη μαύρη τρύπα του βαθέος σχολείου παραμονεύουν.
Συμμετέχοντας για τέσσερα χρόνια στον σχεδιασμό, τη θεσμοθέτηση και την υλοποίηση κεντρικών εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων και αναλογιζόμενος την έκταση, το βάθος και τη συνθετότητά τους, τη σύγκρουση με βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες καθώς και τις εξαιρετικά απαιτητικές προϋποθέσεις εφαρμογής και επιτυχίας τους στο πεδίο, πολλές φορές μου ερχόταν στο μυαλό η γνωστή ιστορία των χωριών Ποτέμκιν. Όσο κι αν ισχυρίζομαι ότι κανείς από τους δρώντες δεν λειτούργησε με τον δόλο του πονηρού πρίγκηπα, ο κίνδυνος να μείνουν οι θεσμοί εξωραϊσμένες προσόψεις, έχοντας πίσω τους μία γκρίζα ενδοχώρα, παγιδευμένη στην αβελτηρία της δημοσιοϋπαλληλικής αφασίας, τη μορφωτική υστέρηση του εκπαιδευτικού αποτελέσματος, την αποπνικτική στασιμότητα, και τον χαμηλό βαθμό εμπιστοσύνης της κοινωνίας στο σχολείο που ενεργοποιεί συμπεριφορές αδιαφορίας και άρνησης, είναι υπαρκτός.
Εδώ, εκτός από τους πολιτικούς συσχετισμούς και τις πολιτικές εγγυήσεις συνέπειας στην εφαρμογή και τη συνέχιση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, είναι αποφασιστικός ο ρόλος του διοικητικού μηχανισμού της εκπαίδευσης, των συμβούλων εκπαίδευσης και των διευθυντών των σχολικών μονάδων, που πρέπει να μάθουν να λειτουργούν έξω από την πεπατημένη της διεκπεραιωτικής διαχείρισης.
⸙⸙⸙
[Ο Γιάννης Αντωνίου είναι Δρ. ΕΜΠ/ΕΚΠΑ, τέως Πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ).]

