Πρώτες μέρες του Γενάρη και η μυγδαλιά ήταν κιόλας έτοιμη να ανθίσει χωρίς να έχει παγώσει το αίμα της, ούτε μια φορά, αυτόν τον χειμώνα που έμοιαζε περισσότερο με άνοιξη.
«Μη βιάζεσαι, θα ʼρθει όψιμα ο χιονιάς και θα σε κάψει, έτσι άμαθη που είσαι».
Σκούπισε την πάχνη από το τζάμι, μπήκε στο αγροτικό και κατέβηκε στην πλατεία. Στο καφενείο ήταν δυο-τρία άτομα, δεν μίλησε με κανέναν, κάθισε στο γωνιακό τραπέζι, ήπιε δυο τσίπουρα σκέτα, πλήρωσε και γύρισε βιαστικά στο σπίτι.
Είχε μάθει ότι τις τελευταίες μέρες ήταν άρρωστος, «γι’ αυτό δεν έχει φανεί στην αυλή, μακάρι να ψοφήσει», ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε.
Έβαλε το νερό να βράζει, έριξε το κοτόπουλο και μετά το ρύζι. Κατέβηκε στην αποθήκη, «είδα ποντίκια στο υπόγειο τις προάλλες, δώστε μου κάτι» είχε πει στο μαγαζί με τα φυτοφάρμακα, ράντιζαν αυτή την περίοδο, η παρατεταμένη καλοκαιρία είχε χορταριάσει τον τόπο.
Έσβησε το μάτι, πήρε την καυτή σούπα, έτσι, με την κατσαρόλα, πέρασε τον φράχτη και του χτύπησε δυνατά. Του άνοιξε, σάστισε. Έβηχε πολύ, του είπε να περάσει, να καθίσει στον καναπέ απέναντι από το κρεβάτι. Κοίταζε ο ένας τον άλλο χωρίς να μιλάνε, ποτέ δεν είχαν μιλήσει από τότε που ήρθε στο χωριό, τρία χρόνια ούτε μια κουβέντα. Το σπίτι ήταν απαράλλαχτο, όπως το θυμόταν, σκοτεινό και κρύο, μια φορά είχε μπει όταν ήταν παιδί με τους δικούς του για να το αερίσουν και να καθαρίσουν την αυλή.
Φύσηξε τη μύτη του κι ύστερα άρχισε να μονολογεί, όλη του η ζωή σ’ ένα γραφείο, η σύνταξη και η μοναξιά, πώς άφησε την πόλη, ένα διαμέρισμα που μύριζε μούχλα, η μάνα του που πάντα του μιλούσε για το χωριό κι ο ίδιος που είχε μια μοναδική ανάμνηση, την τελευταία φορά που είχαν έρθει απ’ την Αθήνα για τις γιορτές, επέμεναν οι γονείς του να βγει να πει τα κάλαντα –τέτοιες μέρες ήταν, παραμονή των Φώτων– του φόρεσαν έναν πολύχρωμο σκούφο με αυτιά κι ένα μακρύ κασκόλ, «να τα πω;» ψιθύριζε, του άνοιγαν σε κάθε σπίτι, μάζεψε ψιλά και μελομακάρονα και δίπλες σ’ ένα καλάθι, είχε φτάσει στη στροφή λίγο πιο κάτω, άκουσε το γρύλισμα, γύρισε στο σπίτι χωρίς το καλάθι και με το καλό του παντελόνι κατουρημένο.
Στη σιωπή που ακολούθησε, ο άρρωστος άντρας κοιτούσε τις φωτογραφίες στον τοίχο, ξεθωριασμένοι παππούδες και άγνωστοι συγγενείς. Ύστερα το βλέμμα του έπεσε στην κατσαρόλα.
«Άσ’ το αυτό, δεν το πέτυχα, θα σου φτιάξω άλλο».
Σηκώθηκε απότομα, πήγε στον κήπο κι έχυσε τη σούπα κάτω από τη μυγδαλιά, εκεί που είχε βρει τον Κρόνο του και τη φόλα παραδίπλα, τρία χρόνια πριν.

