Σωτήρης Π. Βαρνάβας, Κύπρος, γη του πόνου, του χαλκού και της χαράς,
Αθήνα, Νίκας, 2024, σελ. 155.
H κυπριακή διάλεκτος καλλιεργείται στη λογοτεχνία, άλλοτε πιο συστηματικά και άλλοτε πιο σποραδικά, από τον 12ο αιώνα και εξής, λ.χ. σε κείμενα του αγίου Νεοφύτου, σε «βραχέα χρονικά» και σε αγιολογικά κείμενα, στα Χρονικά του Λεόντιου Μαχαιρά και του Βουστρώνιου, σε παραλλαγές ακριτικών τραγουδιών και σε δημώδη άσματα, παραμύθια, ποιητάρικα στιχουργήματα κ.τ.λ. Βέβαια, η κυπριακή διάλεκτος καταξιώνεται λογοτεχνικά στις λεγόμενες Ρίμες αγάπης, δηλ. στην ανώνυμη συλλογή των πετραρχικών-αναγεννησιακών ποιημάτων του 16ου αιώνα, πρωτότυπων, διασκευασμένων ή μεταφρασμένων, στα οποία αξιοποιούνται ποικίλες στιχουργικές μορφές από την ιταλική αναγεννησιακή ποίηση, όπως το σονέτο, οι τερτσίνες, οι οκτάβες και άλλες.
Προς το τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού συντελείται ο επόμενος σταθμός στην ιδιωματική ποίηση, με τα καλύτερα ποιήματα του Βασίλη Μιχαηλίδη, την αξεπέραστη «Ανεράδα» του, τις πατριωτικές συνθέσεις του «Η 9η Ιουλίου 1821…» και «Η Χιώτισσα», και με ορισμένα άλλα. Ακολουθούν τα λαογραφικά-ηθικοδιδακτικά ποιήματα του Δημήτρη Λιπέρτη και τα κοινωνικά, θυμοσοφικά και χιουμοριστικά ποιήματα του Παύλου Λιασίδη.
Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα μια πλειάδα λόγιων λογοτεχνών, από τον Γλαύκο Αλιθέρση και τον Κώστα Μόντη ώς τον Κώστα Βασιλείου, τον Μιχάλη Πασιαρδή, τη Μυριάνθη Παναγιώτου κ.ά., αξιοποιεί ή προεκτείνει το ποιητικό παράδειγμα ποιητικών προγόνων. Θα λέγαμε ότι, κυρίως ύστερα από το δίσεκτο 1974, αρκετοί νεότεροι και σύγχρονοι λογοτέχνες αλλά και πολλοί λαϊκότροποι δημιουργοί δοκιμάζουν να γράψουν μεμονωμένα ποιήματα ή και ολόκληρες συλλογές στη διάλεκτο. Ορισμένοι ξεφεύγουν από δοκιμασμένα, παραδοσιακά σχήματα και επιχειρούν να παντρέψουν την παράδοση με τη νεωτερικότητα και να καλλιεργήσουν μια νεότροπη, ανατρεπτική ποιητική γλώσσα, στην οποία αξιοποιούνται και το χιούμορ, η ειρωνεία, το λογοπαίγνιο και γενικά η λοξή ματιά. Ύστερα από τον Κώστα Μόντη, τον Κώστα Βασιλείου και τον Άντη Χατζηαδάμο, θα μπορούσαν να αναφερθούν και ονόματα από νεότερες γενιές ή ποιητές που εμφανίστηκαν πιο πρόσφατα, όπως οι Κυριάκος Αναγιωτός, Χρήστος Αργυρού, Στέλλα Βοσκαρίδου, Βάκης Λοϊζίδης, Αυγή Λίλλη, Παναγιώτης Νικολαΐδης, Ιάσωνας Σταυράκης, Α. Κ. Τόφαλλος, Αλέξανδρος Χρονίδης κ.ά.
Είναι καλά να θυμηθούμε εδώ τα λόγια του Κώστα Μόντη, ο οποίος υπέδειξε σε ομιλία του το 1980 ότι ένα μέρος της ποίησης που γράφεται από Κυπρίους πρέπει να γραφτεί στη διάλεκτο· και πρόσθεσε: «είναι μερικά πράγματα που περιέργως δεν μπορείς να τα δώσεις σ’ άλλη γλώσσα απ’ τη γλώσσα που πρωτομίλησες, πράγματα που αξίζουν τον κόπο να λεχθούν και που θα χαθούν, αν δεν τους δώσουμε το γλωσσικό ένδυμα που ανεξήγητα απαιτούν από μόνα τους.» Όπως εξήγησε: «μια γλώσσα ή μια διάλεκτος έχει τα δικά της μυστικά, έχει τα υπόγεια μυστικά της, που δεν είν’ εύκολο να βγουν στην επιφάνεια παρά έπειτα από μακροχρόνια προικισμένη δούλεψη και καλλιέργεια απ’ τη λογοτεχνία, κι ιδιαίτερα απ’ την ποίηση.» Βέβαια, η κυπριακή διάλεκτος δεν καλλιεργείται μόνο στην ποίηση αλλά και σε μεγάλο μέρος της θεατρικής παραγωγής (λ.χ. της Ρήνας Κατσελλή, του Γιώργου Νεοφύτου κ.ά.), καθώς και στη δημιουργική πεζογραφία (στο διήγημα ή στη νουβέλα). Για παράδειγμα, στα πιο πρόσφατα χρόνια κυκλοφόρησαν συλλογές διηγημάτων, όπως της Μαρίας Σάββα (Πικρές ιστορίες γλυκών γεναικών, 2009) και του Σταυρίνου Κυριάκου (Όφκαιρο, 2025), αλλά και εκτενέστερα αφηγήματα, όπως του Παύλου Παμπορίδη (Τζαι ’πόψε, 2020· Άλας, 2024).
Αντίθετα με ορισμένες άλλες απόψεις, πιστεύω ότι η κυπριακή διάλεκτος έχει να δώσει πολλά ακόμα στη λογοτεχνία. Ορισμένοι γλωσσολόγοι υποστήριζαν εδώ και χρόνια ότι οι διάλεκτοι θα χαθούν. Όμως η προφορική κυπριακή διάλεκτος ζει και βασιλεύει στις μέρες μας. Και όσο μιλιέται, θα γράφονται και λογοτεχνικά ιδιωματικά κείμενα. Βέβαια, αρκετές λέξεις που έλεγαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας παύουν να χρησιμοποιούνται και ξεχνιούνται. Όπως κάθε γλώσσα και κάθε γλωσσικό ιδίωμα, έτσι και η κυπριακή διάλεκτος εξελίσσεται και έρχεται πιο κοντά στη νεοελληνική κοινή. Ή, κατά την αντίληψη άλλων, νοθεύεται από ξενισμούς και αλλοιώνεται ή συρρικνώνεται. Όμως αυτή είναι η φυσική εξέλιξη κάθε γλώσσας, κάθε ιδιώματος.
Ύστερα από έξι ποιητικές συλλογές, που κυκλοφόρησαν στα χρόνια 2006-2022, ο Σωτήρης Βαρνάβας προχώρησε πρόσφατα σε μια ογκωδέστερη έκδοση με ποιήματα στην κυπριακή διάλεκτο. Προφανώς ο ποιητής θέλησε να τιμήσει τις ρίζες του και να μιλήσει με τη γλώσσα της καρδιάς για τις ιστορικές περιπέτειες της Κύπρου, κυρίως για το τραύμα του ’74, και να καταθέσει μνήμες και βιώματα από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη γενέτειρά του, τη Μηλιά Αμμοχώστου, που βρίσκεται στον κάμπο της Μεσαορίας.
Όπως επιβεβαιώνεται και από τα ποιήματα του Σωτήρη Βαρνάβα, η διάλεκτος σηματοδοτεί μια επιστροφή στις ρίζες, στην εντοπιότητα, στον γενέθλιο χώρο και σε προσωπικά βιώματα του ποιητή, που βρίσκονται πιο κοντά στον συναισθηματικό του κόσμο. Παρόλο που ο Βαρνάβας ζει εκτός Κύπρου από το 1973, ένιωσε την ανάγκη να χρησιμοποιήσει τη διάλεκτο, τη γλώσσα της καρδιάς, για θέματα που τον άγγιζαν: για να επιχειρήσει νοσταλγικές επιστροφές στα ανέμελα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη γενέτειρά του, για να τιμήσει τη μνήμη δικών του ανθρώπων και για να προβάλει τις ιστορικές περιπέτειες και το ανοιχτό τραύμα της Κύπρου.
Ήδη ο τίτλος της συλλογής – Κύπρος, γη του πόνου, του χαλκού και της χαράς – προδιαγράφει και συνοψίζει τη θεματική των κειμένων του: Κεντρικός θεματικός άξονας είναι η Κύπρος, με τις ιστορικές περιπέτειες, τις αντοχές, τα βάσανα και τις χαρές της, με τα οποία συνυφαίνονται και προσωπικά βιώματα του ποιητή. Ανάλογο χαρακτήρα έχουν και τα εικαστικά έργα (μεταξοτυπίες, ξυλογραφίες και λινογραφίες) του χαράκτη Χαμπή, που πλαισιώνουν ταιριαστά τις διάφορες ενότητες του βιβλίου.
Τον επικό-εθνικό αλλά και πανανθρώπινο χαρακτήρα του έργου προδιαγράφει και η τιμητική αφιέρωση, που απευθύνεται «στους ήρωες της Κύπρου / επώνυμους τζαι άγνωστους νεκρούς, / στους αγνοούμενους, / στους όπου γης πρόσφυγες / τζαι σ’ όσους λεύτεροι να ζουν επιθυμούν». Με την προμετωπίδα ο ποιητής επικεντρώνεται στον γενέθλιο χώρο, στο πατρικό σπίτι, και διερωτάται για την τύχη του:
Αντάν να γείρει ο ήλιος τζαι νεφάνει
τ’ ουρανού γρουσόν φεγγάριν
μιτά του αννοίει το λακκιρτίν του
να μάθει θέλει τζαι ρωτά·
αν ρέσσει συχνά ’πού το στενόν του
’πού την αυλήν του αν σκοπά·
αν στέκει η μάντρα της τζ’ ο φράχτης,
αν διψασμένη μένει η λεμονιά.
Το βιβλίο αποτελείται από πέντε ενότητες: Προοίμιον, Της Ιστορίας, Υστερόγραφα 1974, Του κάμπου της Μεσαρκάς (Μεσαορίας) και Του έρωτα.
Στα πέντε ποιήματα που συνθέτουν το Προοίμιον σκιαγραφείται ο βασικός θεματικός άξονας: το κυπριακό χωροχρονικό πλαίσιο και τα εμβληματικά του στοιχεία· η γέρικη ελιά, ο χαλκός και ο ασβέστης, ο αφέντης ήλιος και η επιβίωση του νησιού μέσα από τους αιώνες, με τη συνδρομή του Πλάστη/Θεού («Κύπρος»). Ακολούθως συνοψίζεται το «χρέος» του ποιητή· ο εθνικός ρόλος που καλείται να επιτελέσει, για να αντιμετωπίσει το ασήκωτο βάρος της ιστορίας του τόπου, να καταγράψει την ιστορική αλήθεια και να τη συντηρήσει στη μνήμη νεότερων ανθρώπων:
Μεζέν τζερνώ τους την αλήθκειαν
’πού της Τζύπρου το δεντρόν
μνήμην φιλεύκω τους τζαι πάσιν.
[…] βάλε τζ’ εσού τα δυνατά σου
να βάλει η ψυσή σου μιαν γραμμούαν
να μέν αφήκεις να σβηστεί
της ιστορίας μας ο χάρτης.
Στη συνέχεια, στα υπόλοιπα τρία ποιήματα του Προοιμίου, συμπλέκονται με συμβολισμούς βιώματα από τα παιδικά χρόνια και τις αγροτικές ενασχολήσεις στον κάμπο της Μεσαορίας και την εξόρυξη μεταλλείων, με τους κατακτητές και τους εχθρούς, οι οποίοι, άλλοτε ως «κουφάες» (φίδια) και άλλοτε ως «κοράζινοι» (κοράκια), απομυζούν και εκμεταλλεύονται τον φυσικό πλούτο του νησιού: «Γαίμαν της Τζύπρου παντού τζυλά / τζαι ’πού το σώμαν της κομμάθκια.»
Η δεύτερη ενότητα («Της Ιστορίας») αποτελείται από τέσσερα ποιήματα, που αντλούν τα θέματά τους από την παλαιότερη και τη σύγχρονη ιστορία: Το πρώτο αναφέρεται στην αγροτική εξέγερση εναντίον των Φράγκων το 1426, με επικεφαλής τον ρήγα Αλέξη από τη Μηλιά Αμμοχώστου. Η εξέγερση δεν κράτησε παρά μόνο έξι μήνες, ενώ ο ρε Αλέξης συνελήφθη και απαγχονίστηκε. Στο δεύτερο γίνεται λόγος για τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, που απαγχονίστηκε από τους Τούρκους τον Ιούλιο του 1821, στο πλαίσιο ομαδικών εκτελέσεων που έγιναν στο νησί με αφορμή την Ελληνική Επανάσταση. Το ποίημα αυτό συνδιαλέγεται μοιραία με την ομόθεμη ποιητική σύνθεση του Βασίλη Μιχαηλίδη, από όπου αντλούνται αυτούσιες εκφράσεις:
Τ’ αφτούμενον λαμπρόν
μέσα στης Τζύπρου τες ψυσές
’πού τότες,
ίλαντρον που κόπηκεν καβάτζιν,
μες στους αιώνες που τζυλά
το γαίμαν του αυλάτζιν,
τρακόσια που ποτίζει παραπούλλια,
δάσος εγένηκεν πυκνόν
της λευτερκάς το δέντρον. […]
Το επόμενο ποίημα επικεντρώνεται στη θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου, που έπεσε μαχόμενος το 1957, όταν οι βρετανοί αποικιοκράτες πυρπόλησαν το κρησφύγετό του. Ο ήρωας αποθεώνεται, το ολοκαύτωμά του γίνεται συνώνυμο της ελευθερίας: «Μες στης Τζύπρου το πισσούριν / πάρτε τούντην λαμπρατζιάν, / σ’ ούλλους τους λας να μολοάτε / έναν κουτσίν ’πού λευτερκάν / ότι γυρεύκουμεν να μάθουν.»
Η δεύτερη ενότητα συμπληρώνεται με το «Υστερόγραφον 1963», που αναφέρεται στις δικοινοτικές συγκρούσεις, όπως τις ανακαλεί στη μνήμη του ο ποιητής, που φοιτούσε τότε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο: «Ούλλη νύχτα οι σεπεθκιές / εσκοτώνναν μας τες ώρες / εσκοτώννασιν αθρώπους / ποτζεί ποδά ’πού το τεισιόν· / τζ’ ούτε που εξέραμεν τί γινόταν / τί περιμέναμεν την αυκήν.»
Στην τρίτη, μεγαλύτερη ενότητα του βιβλίου, με τον τίτλο «Υστερόγραφα 1974» (σσ. 31-81), που αποτελεί συνέχεια ή προέκταση της προηγούμενης, περιλαμβάνονται ποιήματα που αντλούν τα θέματά τους από τα θλιβερά γεγονότα του 1974, την τουρκική στρατιωτική εισβολή στο νησί και τα οδυνηρά επακόλουθά της. Ο ποιητής είτε ασκεί έντονη κριτική στους συμπατριώτες του, που οδηγήθηκαν στη διχόνοια και δεν απέτρεψαν την καταστροφή του τόπου τους («Είχαμεν γεμάτα γρόνια», «Είχαμεν ψουμίν να φάμεν»), είτε επιστρέφει νοσταλγικά στα ανέμελα παιδικά και εφηβικά του χρόνια πριν από την κυπριακή τραγωδία, για να θυμηθεί γεωργικές ασχολίες («Επιστρέφω»), είτε αγγίζει το πληγωμένο σώμα της Κύπρου και καλεί τις διάφορες κοινότητες να ενώσουν το νησί τους («Τούρτζοι τζαι Γρισκιανοί / ούλλοι να συναχτούσιν· / να ’ρτουσιν τζ’ οι Μαρωνίτες / τζ’ οι Αρμένιοι να ’ρτουν τζ’ οι Λατίνοι, / να κρατούν σερκές αντάμα / τζαι την γλώσσαν τ’ Ουρανού σου / να μιλούσιν.»: «Τζύπρος»).
Σε επόμενα ποιήματά του ο Σωτήρης Βαρνάβας επιστρέφει στη γενέτειρά του ως «Πρόσφυγας τζαι ξενιτεμένος / λεύτερος τζ’ εγκλωβισμένος» ή περιδιαβάζει σε κατεχόμενες περιοχές του νησιού και κατονομάζει αναλυτικά και αφηγηματικά πόλεις και κοινότητες στις επαρχίες Αμμοχώστου, Κερύνειας, Λευκωσίας και στα διαμερίσματα Μόρφου και Καρπασίας, για να μνημονεύσει και να τιμήσει κάθε γωνιά της κατεχόμενης πατρίδας και να εκφράσει αισθήματα θλίψης και σπαραγμού: «Πόξω μου κάμνω πως ’εν με κόφτει / πόσσω μου η Τζερύνεια έναν λαμπρόν· / καύκει με τζαι λαμπρατζιάζει» («Της Τζερύνειας»).
Παράλληλα οραματίζεται την επανένωση του νησιού («Της Τζύπρου να ενώσουμεν τον χάρτην»), ή ανακαλεί στη μνήμη του την αιχμαλωσία των γονιών του στην κατεχόμενη Γύψου κατά την τουρκική στρατιωτική εισβολή, ή μνημονεύει νεκρούς και αγνοούμενους και αναφέρεται στο δράμα των προσφύγων. Ακολούθως, στο ποίημα με τον τίτλο «Σκάφτω με πένναν σίερον», δηλώνει με έμφαση, με υψηλούς τόνους, την απόφασή του να επιστρατεύσει την ποιητική γραφή του και να αγωνιστεί για την πατρίδα του. Το παραθέτω ολόκληρο:
Χαρκούνται εξιάσαμεν
την στράταν του χωρκού μας
μα έν’ μαννοί τζαι γελασμένοι.
Σκάφτω με πένναν σίερον
φακκώ με κούσπον μνήμην,
σπήλιους αννοίω τζ’ αυλατζιές
ρέσσω ’πού τα λαούμια,
τζ’ είμαι τζειαμαί στο πέζεμαν.
Πίννω νερόν που ’πίννασιν
του Ρε Αλέξη οι στρατοί.
Μα ’εν θωρούν οι μισταρκοί,
με άλλα ποσκολιούνται·
Σκαφτιάες σαν εμέν’
μετρούμεν σίλιοι δεκατρεις
μετρούμεν μιλιούνια.
Επίσης, δεν παραλείπει να αναφερθεί στα ορφανά του πολέμου αλλά και στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης.
Στην τέταρτη ενότητα με τον τίτλο «Του κάμπου της Μεσαρκάς (Μεσαορίας)» ο ποιητής αφιερώνει δώδεκα πιο προσωπικά ποιήματα, για να τιμήσει τον γενέθλιο χώρο του: Σ’ αυτά, επιστρέφει νοσταλγικά σε παλαιότερες, καλές εποχές, για να θυμηθεί το πατρικό σπίτι και να αναπλάσει μνήμες και βιώματα από μια ειρηνική αγροτική ζωή και από το οικογενειακό του περιβάλλον. Σε τέτοια ποιήματα η νοσταλγική διάθεση, οι λυρικές απεικονίσεις και οι ειδυλλιακές εικόνες ενισχύονται, για να ζωντανέψουν τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του δημιουργού και για να τονιστεί το συναισθηματικό δέσιμό του με τις ρίζες του, με τη γενέτειρά του: «Τζ’ αντάν ενέφανεν ο ’ποσπερίτης / γοιον το πηθκιαύλιν οι βρυσούες / ’τραουδούσαν την χαράν μου· / τ’ όνειρόν μου ’τραουδούσεν / του νερού η μουσική.» («Του νερού η μουσική»).
«Όπου σταθείς τζαι πελλετήσεις / όπου το δειν σου τζ’ αν δικλήσεις, / έν’ ούλλα μέλιν ’πού δαμέσα / έν’ ούλλα ’πού γυρόν γλυτζιά.» («Ούλλα ’πού γυρόν γλυτζιά»).
Εδώ εφαρμόζεται απόλυτα η σοφή λαϊκή ρήση: «Ο τόπος έν’ ο άθθρωπος τζαι δίχα του έν’ γέρημος.» Δηλ. ο τόπος έχει αξία σε συνάρτηση με τον άνθρωπο. Όταν χαθεί ο τόπος ή ο άνθρωπος, τότε επικρατεί απόλυτη ερημιά· ο τόπος ερημώνεται, ενώ ο άνθρωπος οδηγείται σε ψυχική ερήμωση.
Η τέταρτη ενότητα κλείνει με ένα ενδιαφέρον ποιητολογικό ποίημα, το «Παραντζελιά προς κύπριον ποιητήν». Όπως και ο Κώστας Μόντης, έτσι και ο Σωτήρης Βαρνάβας συμβουλεύει τον κάθε ποιητή να γράφει ποιήματα και στο τοπικό ιδίωμα της γενέτειράς του. Αν δημιουργήσει τα έργα του με τέχνη και κόπο, τότε αυτά θα καρποφορήσουν, θα καταξιωθούν ως ποιήματα. Μεταφέρω εδώ το πρώτο μέρος του ποιήματος:
Παραντζελιάν σ’ αφήννω, ποιητή,
γράφε τζαι στην ντοπιολαλιάν
τζαι μέ σε κόφτει ίντα ’ννά πούσιν.
Λαλεί φτερόν πά’ στο κλαδίν
είες πουλλίν που τζελαδεί
να κόφτεται ίντα λαλούσιν;
Σκάψε το χωραφούιν σου
με κούσπον με ξινάριν
μες στο κάμμαν μες στο σιόνιν
τζαι με την τσαππούαν σκάψε,
τζ’ άφησ’ το σύννεφον να βρέξει.
Τζ’ αν μέν έν’ τωρά τζ’ αν μέν έν’ αύριον
τζείν’ το δεντρίν εννά φανεί
με σίλια ’πού γυρόν του παραπούλλια.
Να ’χουν νοσσιόν οι ποσταμένοι
της Τζύπρου πλάσματα πολλά
μες στην πυράν που ρέσσουν.
Η ποιητική συλλογή συμπληρώνεται με μια πέμπτη ενότητα, που αποτελείται από τριάντα ολιγόστιχα ερωτικά ποιήματα. Κατά τη γνώμη μου, είναι από τις καλύτερες, ίσως η καλύτερη στιγμή του βιβλίου. Εδώ ο Βαρνάβας αξιοποιεί δημιουργικά τα κυπριακά πετραρχικά ή αναγεννησιακά ποιήματα του 16ου αιώνα, αντλώντας από αυτά εκφράσεις και εικόνες. Σ’ αυτά τα ευσύνοπτα ποιήματα η διάλεκτος ρέει πιο φυσική, πιο απροσποίητη· ο τόνος χαμηλώνει, ο λόγος εξοικονομείται, ο ρυθμός ενισχύεται, ενώ υπάρχουν αρκετοί έμμετροι, οκτασύλλαβοι ή εφτασύλλαβοι στίχοι. Το ερωτικό αίσθημα αποδίδεται με λιτό γράψιμο αλλά και με ευφάνταστες εικόνες. Μεταφέρω εδώ δύο δείγματα:
2
Πώς κραίνεις, Πλάστη μου, σωστόν
ν’ ανάφτει τόση λαμπρατζιά
μες στην καρκιάν πλασμάτου,
τζ’ ο έρωτας ποτζεί ποδά
ξαπόλυτος τα βέλη του να ρίφκει;
Πιλέ παράντζειλε του, Πλάστη μου,
κάπως τ’ αμμάθκια του ν’ αννοίξει·
τα πλάσματα να πνάσουσιν
’πού τον πολλύν καμόν του.
23
Να ’πιννα τζείνον το κρασίν
’πού τα γλυτζιά της τα σειλούθκια
τζ’ ύστερις θκυόσμης λασμαρίν
μες στην αυλήν της να βλαστώ·
να κόφκει ’πού τους κλώνους μου
’που Τζερκατζήν τζαι ’πού γιορτήν,
στολίδιν μες στον κόρφον της
τζαι μυρωθκιά να θκιανευτώ μιτά της.
Όπως με πληροφόρησε ο ποιητής, ορισμένα ερωτικά ποιήματα που συνδέονται με το κρασί (λ.χ. τα υπ’ αριθμό 1, 7, 8, 16, 17, 18, 19 και 23) βασίζονται σε βιωματικό υλικό, σε εξιστορήσεις που άκουσε από τον πατέρα του και αφορούν τον παππού του, τον δάσκαλο Βαρνάβα, ο οποίος στα γεράματά του μεθούσε και έχυνε το κρασί για να κάνει σπονδές.
Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν ένα χρήσιμο Γλωσσάρι, αρκετές σημειώσεις για το ιστορικό υπόβαθρο των ποιημάτων και άλλες διευκρινίσεις, καθώς και αναλυτικές, ίσως υπερβολικές ευχαριστίες.
Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση αυτή, θα έλεγα ότι δεν είναι τόσο εύκολο να γράψει κανείς ποιήματα στην κυπριακή ή και σε άλλη διάλεκτο, καθώς πρόκειται για ένα προφορικό, κυρίως, γλωσσικό ιδίωμα. Δεν είναι τόσο εύκολο για έναν νεότερο ποιητή να ξεφύγει από τη βαριά ποιητική κληρονομιά επιφανών προγόνων, όπως ο Βασίλης Μιχαηλίδης και ο Παύλος Λιασίδης, ο Δημήτρης Λιπέρτης και η λαϊκότροπη τέχνη λαϊκών δημιουργών και ποιητάρηδων. Χρειάζεται πολλή τόλμη και περισσότερη τέχνη για να δαμάσει κανείς ένα προφορικό ιδίωμα και να το διαπλάσει ως ποιητική γλώσσα. Υποθέτω ότι η δυσκολία αυτή ήταν ακόμη μεγαλύτερη για την περίπτωση του Σ. Βαρνάβα, ο οποίος ζει εκτός Κύπρου εδώ και πέντε δεκαετίες και δεν είχε άμεση επαφή με τη σύγχρονη κυπριακή διάλεκτο. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι ο ποιητής δανείζεται συχνά λέξεις της ελληνικής για να συμπληρώσει, κάπως αμήχανα, τα κενά της διαλέκτου. Για παράδειγμα, γράφει κάπως αντί νάκκον, μένει αντί μεινίσκει, βέλη αντί σαΐττες κ.τ.λ. Ή ξενίζει η χρήση λέξεων όπως αιωνόβια, αφηγούνται, διχόνοια, κατόπιν, κινεί, περιγράφω, συνοικίες, συμφορές κ.τ.λ., καθώς και η συχνή επίκληση στον Ουρανό. Κατά τη γνώμη μου, κυρίως τα εκτενέστερα ποιήματα της συλλογής χρειάζονταν περισσότερη δουλειά και κοσκινίσματα, περισσότερη αφαίρεση και συμπύκνωση, αλλά και πιο αυστηρό έλεγχο της συναισθηματικής έξαρσης και της ανοικείωσης του λόγου, των φραστικών στερεότυπων και των επίμονων επαναλήψεων. Είναι προφανές ότι το βιωματικό ιστορικό υλικό, ιδίως για το τραύμα του ’74, συνεπήρε τον συγγραφέα, που δεν θέλησε ή δεν κατάφερε να πάρει τις απαραίτητες αποστάσεις από τα οδυνηρά θέματά του.
Ό,τι και να συμβαίνει, ο Σωτήρης Βαρνάβας έκανε μια φιλότιμη και ενδιαφέρουσα ποιητική εργασία, για να τιμήσει την ιδιαίτερη πατρίδα του, να καταγράψει τις ιστορικές περιπέτειες του τόπου του, με έμφαση στο τραύμα του ’74, να τραγουδήσει νοσταλγικά τον γενέθλιο χώρο του και να εκφράσει την πίστη του για λύτρωση του πολύπαθου νησιού του. Πάντως, προσέδωσε και στα ιδιωματικά του το ιδιαίτερο, προσωπικό ποιητικό του στίγμα, όπως συμβαίνει και στην υπόλοιπη ποιητική παραγωγή του. Βέβαια, επαφίεται στον αμείλικτο κριτή, τον χρόνο, να αξιολογήσει το φιλόδοξο αυτό έργο, που αποτελεί κατάθεση ψυχής.

