Αναστάσης Βιστωνίτης

Ποίηση και τεχνητή νοημοσύνη

Ο ουρανός είχε το χρώμα της τηλεόρασης όταν είναι συντονισμένη σ’ ένα κανάλι που δεν εκπέμπει. Έτσι αρχίζει το μυθιστόρημα Νευρομάντης του Γουίλλιαμ Γκίμπσον, που εκδόθηκε το 1984. Θα μπορούσε η παραπάνω πρόταση να είναι απλώς μια ωραία ποιητική εικόνα. Αλλά με το μυθιστόρημα αυτό, που μεταφράστηκε και στα ελληνικά, εισάγεται ο όρος κυβερνοχώρος, ο οποίος χρησιμοποιείται κατά κόρον σήμερα απ’ όλους, πολλοί εκ των οποίων δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο. Είναι καλό να το θυμούμαστε στην «ηλεκτρονική εποχή» που αλλάζει θεαματικά τον κόσμο που μας περιβάλλει. Και ιδιαίτερα εξαιτίας τής Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ο Γουίλλιαμ Ρος Άσμπυ, ο δεύτερος σημαντικότερος θεωρητικός της κυβερνητικής μετά τον Νόρμπερτ Βίνερ, απέδειξε πριν από μισό και πλέον αιώνα ότι είναι δυνατόν να κατασκευαστεί ηλεκτρονικός υπολογιστής (Η/Υ) ικανός να αναπαραγάγει τον εαυτό του. Η εξέλιξη της τεχνολογίας και η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης απέδειξαν ότι ένα προηγμένο πρόγραμμα για Η/Υ μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ηλεκτρονική παραγωγή μυθιστορημάτων, ακόμη και ποιημάτων. Διεθνώς είχαμε πολλά δείγματα. Αλλά τι μυθιστορήματα και τι ποιήματα;

Θα μείνω μόνο στην ποίηση, γιατί τα δείγματα που έχουμε ως τώρα δεν μας πείθουν ότι ακόμη και στο μέλλον είναι δυνατόν ένας Η/Υ να γράψει αληθινά ποιήματα, ακόμη κι αν καταφέρει να συνδυάσει το συναρπαστικό περιεχόμενο με την αισθητική απόλαυση των λέξεων. Το 1976 ο Ελύτης γράφοντας το κείμενό του Η μέθοδός του άρα λέει πως αν στο μέλλον ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος (δηλαδή ο Η/Υ) καταφέρει να βρει τον ιδεώδη συνδυασμό των λέξεων θα είναι κάπως σαν ένα είδος ύβρεως. Χρόνια νωρίτερα ο Ρόμπερτ Γκρέηβς είπε πως αν γραφόταν το τέλειο ποίημα θα σταματούσε ο κόσμος.

Οι εξελίξεις απέδειξαν ότι τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε το τι μαθαίνουν (αν όχι τώρα, στο εγγύς μέλλον) όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά και τα προγράμματα που δημιουργούν· και πώς τα τελευταία θα συμπεριφέρονται όταν το μάθουν. Διαθέτουν τη δυνατότητα, καθώς λέγεται, να απομνημονεύουν άπειρο αριθμό δεδομένων χρησιμοποιώντας μεθόδους αυτού που αποκαλούμε βαθιά γνώση. Επομένως γιατί να μη μπορούν να γράψουν και ποιήματα; Αν χρησιμοποιήσουν λ.χ. τις τεχνικές οδηγίες του Μαρινέτι θα είναι ικανά να γράψουν φουτουριστικά ποιήματα – ακόμη και ηχοποιήματα. Διάφοροι το έχουν κάνει ήδη και τα αποτελέσματα παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον, ως αξιοπερίεργα βεβαίως.

Υπάρχει ένα μείζον ζήτημα ωστόσο, που θυμίζει εκείνοι το παλιό κινεζικό: Μια τυφλή γάτα μπορεί να πιάσει το ποντίκι – υπό την προϋπόθεση όμως ότι το ποντίκι είναι νεκρό. Κι αυτό μας παραπέμπει σε κάτι εξαιρετικά απλό, όπως το τόνισαν οι μοντερνιστές: ότι μεγάλη ποίηση είναι εκείνη που δημιουργεί υπεργλωσσικά επίπεδα, που σημαίνει μιαν άλλη παγκόσμια γλώσσα. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ένας υπολογιστής διότι του λείπει η συνείδηση (και είναι αδύνατον να την αποκτήσει).

Ο κορυφαίος γλωσσολόγος Νόαμ Τσόμσκυ, αναλύοντας τη θεωρία του περί μητρικών δομών στο βιβλίο του Aspects of the Theory of Syntax του 1965, εξηγεί γιατί το παιδί (όπως κι ο ενήλικος) μπορεί να χρησιμοποιεί τη γλώσσα χωρίς ν’ ανακαλεί τον κανόνα. Έναν αιώνα και πλέον νωρίτερα ο μέγας Μπωντλαίρ το είπε διαφορετικά: Ποιητής είναι εκείνος που γεννιέται με την εμπειρία μέσα του. Κι αυτό με απλά λόγια μας λέει πως η εμπειρία δίχως τη συνείδηση, χωρίς δηλαδή να έχει προϋπάρξει η ευτυχισμένη στιγμή –πείτε την έμπνευση, ή ερέθισμα, ή ό,τι παρόμοιο θέλετε– δεν δημιουργεί ποίηση. Μέσω της τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να γραφτούν «ποιήματα» γλωσσικά και συντακτικά άψογα, αυτά όμως ορίζονται από την ακολουθία· είναι κατά συνέπεια στατιστική, γιατί τους λείπει η υπέρβαση. Θυμάμαι τώρα αυτό που λέγανε παλαιότερα για όσα ποιήματα ήταν πεποιημένα – τουτέστιν δεν ήταν γνήσια. Τα χαρακτήριζαν «εγκεφαλικά».

Οι σοφοί μας πρόγονοι τοποθετούσαν τον νου στη θέση της καρδιάς. Αν δημιουργήσετε έναν τεράστιο εγκέφαλο με άπειρους τεχνητούς νευρώνες, πού θα τον τοποθετήσετε άραγε; Κι άραγε υπάρχει λόγος; Θ’ αλλάξετε την ανθρώπινη φύση, όπως το επιχείρησαν, με οικτρά αποτελέσματα, τα ολοκληρωτικά συστήματα; Και τι θα συμβεί αν σ’ αυτή την τερατώδη μηχανή, που μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης θα είναι ικανή να δημιουργήσει ηθικά και κοινωνικά εκτοπλάσματα, εισέλθει (για να θυμηθούμε τον Άρθουρ Καίσλερ) ένα φάντασμα; Ο ποιητής όμως δεν πρέπει να ξεχνά ότι ο Καίσλερ δεν ήταν ποιητής.

Είναι επόμενο ότι δεν μπορείτε να κινηθείτε με τον Η/Υ στο πεδίο της συναισθησίας, της μεταφοράς και της παρομοίωσης, κι αν το επιχειρήσετε τα αποτελέσματα θα είναι αστεία, όπως συμβαίνει με διάφορους που γράφουν σαν να είναι οι ίδιοι Η/Υ, δηλαδή υποκατάστατα. Η μούσα βέβαια είναι ον εκδικητικό και θα τους το πληρώσει: θα γράφουν ανοησίες. Βάλτε στον Η/Υ δύο στίχους λ.χ. από τον Αισχύλο, όπως Τα σαγόνια της φωτιάς και μεγάλο βόδι μου πατάει τη γλώσσα και ζητήστε του να σας φτιάξει ένα ποίημα. Είναι αδύνατον, γιατί δεν μπορεί να καταλάβει τη γενεσιουργό του αιτία – και περισσότερο: τι ακριβώς είναι αυτό που προηγείται κι εκείνο που έπεται, όσα δηλαδή συνιστούν ό,τι αποκαλούμε ύφος και τόνο φωνής. Και το ύφος και ο τόνος φωνής ούτε δανείζονται ούτε «εξαγοράζονται». Απλώς υπάρχουν κι αναγνωρίζονται αμέσως. Αυτό δεν έχει σχέση με το ζήτημα της «μίμησης», που είναι κάτι πολύ σημαντικό, όμως εντελώς διαφορετικό· γιατί άλλο μίμηση και άλλο απομίμηση. 

Ο Η/Υ είναι αδύνατον να μας δώσει μια γραμματική των χρωμάτων μέσω της ακολουθίας – και πολύ περισσότερο τη διπλοσημία ορισμένων λέξεων. Το λευκό χρώμα, για παράδειγμα, στον δυτικό πολιτισμό μπορεί να σημαίνει πολλά –εκτός βέβαια από το πένθος– όμως στους πολιτισμούς της Άπω Ανατολής λευκό είναι το χρώμα του πένθους και της κατάθλιψης.

Το πώς χρησιμοποιείται η γραμματική των χρωμάτων στο πλαίσιο της συναισθησίας είναι κάτι αδιανόητο για τον Η/Υ και καμιά Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να το ορίσει. Ζητήστε της λ.χ. ν’ αποδώσει ένα χρώμα σ’ έναν ήχο – ή το αντίστροφο. Το αποτέλεσμα θα είναι κωμικό. Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι αδύνατον να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της συναισθησίας (κι ας θυμίσω ότι στην ιατρική η συναισθησία είναι ασθένεια), επειδή αυτό αντιβαίνει στη λογική της ακολουθίας, ακόμη κι όταν οπτικά μεταφέρει ένα πράγμα ή ένα πλάσμα από κάποιο περιβάλλον σε άλλο διαφορετικό. Η λογική αυτή ανταποκρίνεται και σε μια ορισμένη –γραμμική– αντίληψη για τον χρόνο, αντίληψη που δεν είναι απαραιτήτως ιστορική, δεν παύει όμως να είναι γραμμική. Αλλά για τον ποιητή, τον Έλληνα ιδιαίτερα, σύμφωνα με την απολλώνια αντίληψη –κι όχι τη φαουστική, της εξαγοράς– ο χρόνος είτε δεν υπάρχει, είναι δηλαδή το κενό διάστημα, είτε ο ποιητής τον εξορκίζει.

Οι ποιητές δεν έχουμε κανένα λόγο να θεοποιούμε ένα φετίχ της τεχνολογίας, όπως είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη. Για εμάς, οι περιορισμοί είναι και η ελευθερία μας: η εναλλαγή των εποχών, το φως και το σκοτάδι – και κανένας υπολογιστής δεν θα μας δώσει κάτι παρόμοιο με το αγγελικό και μαύρο φως του Σεφέρη, μια τέτοια εκπληκτική διπλοσημία· ή κάτι αντίστοιχο με το σε κοίταζα μ’ όλο το φως και το σκοτάδι που έχω του ίδιου· ή τα «μάτια της ψυχής του Σολωμού· ή ακόμη κάτι παρεμφερές με το απίστευτο του Καρυωτάκη αλγεβρικές εξισώσεις τα βήματά μου.

Θα μπορούσε, για να πάω αλλού, η Τεχνητή νοημοσύνη να χαρακτηρίσει τον Χίτλερ χωρίς να τον κατονομάσει κι όμως να καταλαβαίνουμε αμέσως ότι σ’ αυτόν αναφέρεται ο Ώντεν όταν τον αποκαλεί ψυχοπαθή θεό στο υπέροχο ποίημά του 1 Σεπτεμβρίου 1939; Ένας σπουδαίος ποιητής μπορεί να χαρακτηρίσει έτσι τον Γερμανό δικτάτορα δημιουργώντας μιαν απίστευτη διπλοσημία. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν διαθέτει και ούτε νομίζω ότι θα αποκτήσει μια παρόμοια δυνατότητα· όπως δεν μπορεί να μας πει και τι είναι ο αέρας που αναπνέουμε, ο άνθρωπος και τα σύμβολά του, ο ήλιος που πάντα θα βγαίνει από την ανατολή και πάντα θα δύει στη δύση κι όλα όσα συνοψίζονται στη λέξη δημιουργία.

Η επίγνωση της ατέλειάς μας, της χαράς, του πάθους και των δραμάτων, μας έδωσε τις μείζονες ιδέες και τις αναζητήσεις του μυστικού κέντρου τις εμπειρίας, οι οποίες συνοδεύουν τη μεγάλη περιπέτεια που ορίζεται από την πορεία του ανθρώπου πάνω στη Γη, την κοσμολογία, τη μεταφυσική και την προσπάθεια ενατένισης του επέκεινα. Όλα τούτα κι άλλα τόσα μας οδηγούν στο προαιώνιο συμπέρασμα: πως, μολονότι η ανθρώπινη ατέλεια παράγει τέχνη, το μείζον θέμα της ποίησης ήταν και παραμένει ένα και μοναδικό και περιέχει όλα τα υπόλοιπα: αυτό της ζωής και του θανάτου.

Υπάρχει μια στερεότυπη φράση στ’ αγγλικά, η οποία χρησιμοποιείται σε πολλές περιπτώσεις: A Canary in a Coal mine (Ένα καναρίνι σε ανθρακωρυχείο). Οι ανθρακωρύχοι παλαιότερα, που δεν υπήρχαν τα σημερινά τεχνικά μέσα, όταν κατέβαιναν στις στοές, έπαιρναν μαζί τους κι ένα καναρίνι. Μόλις έφταναν σε κάποιο σημείο όπου το καναρίνι παρουσιαζόταν ανήσυχο ή κάποτε πέθαινε κιόλας, καταλάβαιναν ότι εκεί υπήρχε μονοξείδιο του άνθρακα κι αν δεν απομακρύνονταν κινδύνευε η ζωή τους. Στη συλλογή του Το βάθος του κόσμου (1961) ο Νικηφόρος Βρεττάκος παρομοιάζει τον εαυτό του (τον ποιητή) σαν τον ανθρακωρύχο. Ας βάλουμε, λοιπόν, την ποίηση στη θέση του καναρινιού και τον ποιητή στη θέση του ανθρακωρύχου και μαζί με το καναρίνι ας απομακρυνθούμε απ’ όσους εξυμνούν την Τεχνητή Νοημοσύνη. Αυτή δεν είναι η μούσα μας, ούτε καν το υποκατάστατό της.   

Κύλιση στην κορυφή