George Le Nonce, Μαντείο, Άγρα, Αθήνα 2024.
Αφήνω τους προλόγους. Μετά τα Ο Εμονίδης (Μικρή Άρκτος, 2013), Νεκρή φύση (Bibliothèque, 2016) και Έλεος (Bibliothèque, 2018), στα τέλη του 2024 κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Άγρα, το τέταρτο ποιητικό βιβλίο του George Le Nonce: το Μαντείο. Πίσω από ένα ωραίο, κοσμημένο με έργο του Αλέξανδρου Ζαφειρίδη, εξώφυλλο, μια συγκινητική (λόγω της εξακολουθητικότητάς της) αφιέρωση και μια προμετωπίδα από τον Πλούταρχο, ξεδιπλώνονται τρία μέρη, με προφανή κοινό άξονα: «Ιδιοπροσωπία», «Προσωπολατρία», «Ετεροπροσωπία».
Το πρώτο καλύπτει τις σελίδες 13-38 και θα έλεγα πως λειτουργεί ως προθάλαμος. Στην όψη θυμίζει δοκίμιο, έχει και υποσελίδιες σημειώσεις. Οι βιβλιογραφικές παραπομπές του βέβαια, μια από τις οποίες παρακινεί σε αναζήτηση του Διονύσιου Καλιντέρη σε φύλλο της Εστίας, φανερώνουν μια διάθεση παιγνιώδη, που δεν έχει τώρα για πρώτη φορά ο Le Nonce. Με αφορμή τον αυτόχειρα παιδικό φίλο Άγγελο, θέμα είναι η επικοινωνία με τους νεκρούς· αλλά μπορεί να είναι και η (δυνητική) πολλαπλότητα, τα ανθρώπινα, η ποίηση. Είναι εφικτή η επικοινωνία με τους νεκρούς, εφόσον αμφισβητείται η μετά θάνατον ζωή; Θα πρέπει να είναι, γιατί σε όλο το υπόλοιπο βιβλίο ο Le Nonce συνομιλεί με ποιήτριες που δεν βρίσκονται πια εν ζωή. Το κλειδί είναι πάντα τα κείμενα. Ο Άγγελος επικοινωνεί μέσω γραπτών ηλεκτρονικών μηνυμάτων με αυτόν που γράφει την «Ιδιοπροσωπία», είναι μαζί μας στον προθάλαμο κι ύστερα φεύγει (;). Αναφορές σε αυτοκτόνους και αυτοχειριασμούς όμως συναντάμε και στα άλλα δύο μέρη του Μαντείου[1].
Ακολουθούν δυο χώροι κατοικημένοι από τριάντα πέντε ποιήτριες. Μόνο ποιήτριες· γιατί, κατά δήλωση του Le Nonce (και αυτό είναι κάτι που δεν ακούμε συχνά), «ως αναγνώστης έτυχε να αγαπήσ[ει] περισσότερες ποιήτριες απ’ ό,τι ποιητές»[2]. Τα ποιήματα της «Προσωπολατρίας» είναι όλα πεζόμορφα. Καθένα αντιστοιχεί σε μία ποιήτρια, κανένα δεν ξεπερνάει σε έκταση τη μία σελίδα. Κάτι που εύκολα τραβάει την προσοχή, από το πρώτο φυλλομέτρημα ακόμα, είναι οι τίτλοι τους. Ασυνήθιστοι, γραμμένοι αποκλειστικά με πεζά, αποτελούνται από αρκετές λέξεις, περιλαμβάνουν συχνά ρήματα, «πάρε βαρκάρη τα κουπιά και πήγαινέ με κάπου στεριά να μη θωρώ» (55)· προέρχονται από τα γραπτά των ποιητριών.
Δεν δανείζεται τίτλους ο Le Nonce – στίχους δανείζεται, τους οποίους κάνει τίτλους. Το δεύτερο στη σειρά ποίημα της «Προσωπολατρίας», π.χ., επιγράφεται «τραγουδούσε χωρίς το χυμένο αίμα του ο κόκορας των θεμελίων». Η πηγή δίνεται στο κάτω μέρος της σελίδας: Μπίλη Βέμη, «Ο κόκορας των θεμελίων». Αν θέλουμε, πηγαίνουμε στη Βέμη. Το ποίημά της ανοίγει ως εξής: «Ήσυχα ήσυχα/ άνοιξε η καταπακτή/ που οδηγούσε στο βάθος του σπιτιού/ καθόταν εκεί και τραγουδούσε/ χωρίς το χυμένο αίμα του/ ο κόκορας των θεμελίων»[3].
Πίσω στον Le Nonce, δεκαπέντε από τις ποιήτριες του Μαντείου δεν έγραφαν στα νέα ελληνικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι δάνειοι στίχοι δίνονται από το πρωτότυπο, που μπορεί, συν τοις άλλοις, να είναι ρωσικό ή πολωνικό. Στη σελίδα 46, π.χ., υπάρχει ο τίτλος «и чье названье нам осталось тайной», τον οποίο δυσκολεύτηκα ακόμα και να αντιγράψω. Αφού το έκανα όμως, δοκίμασα την τύχη μου στο Google Translate, που (δίχως να ειδικεύεται στην ποίηση φυσικά) τον απέδωσε έτσι: «και το τι λεγόταν παρέμενε μυστικό για εμάς». Οι λέξεις είναι της Μαρίνας Τσβετάγιεβα. Η επιλογή να μείνουν αμετάφραστες δείχνει πως προκρίθηκε η παράθεσή τους άνευ διαμεσολάβησης· δεν συνεπάγεται πως θεωρούνται ipso facto μη μεταφράσιμες.
Οι τίτλοι είναι λόγια και τα ποιήματα πορτρέτα των ποιητριών. Ποιητικά πορτρέτα ασφαλώς· αφηρημένα. Ένα στιγμιότυπο, μια σκέτη λέξη κάποτε, ένα «φωτορομάντζο» (60), μπορεί να μας θυμίσει κάτι που ήδη γνωρίζαμε για κάποια ποιήτρια ή να κινήσει την περιέργειά μας και να μας δώσει τελικά μια νέα πληροφορία για τη ζωή της. Τα πραγματολογικά στοιχεία όμως δεν συνιστούν δεσμά: Τίποτα δεν εμποδίζει τον ποιητή να φέρει τη Σαπφώ στον 21ο αιώνα και τίποτα δεν εμποδίζει την αναγνώστρια να απολαύσει ποιήματα που απορρέουν από (/αφορούν/ σχετίζονται με) άγνωστές της ποιήτριες[4].
Αφήνω, προσωρινά τουλάχιστον, την «Προσωπολατρία» με ένα ποίημα. Ο τίτλος του είναι «νομίζουν πως αυτό είναι το πρέπον», η πηγή του, όπως σημειώνεται: Τίλλα Μπαλή, «Οι ανύποπτοι». Η τριτοπρόσωπη αφήγηση συνηθίζεται σε αυτό το μέρος, όπου οι ποιήτριες είναι γνωστές με τα μικρά τους:
Πόσο έκλαψε όταν διάβασε τις επικρίσεις του σπουδαίου κριτικού! Όσο κι αν προσπάθησε μεταμελημένος να την ηρεμήσει τα επόμενα χρόνια, τίποτε δεν μπόρεσε να απαλύνει τον πόνο της.
Ήξερε, ήξερε βέβαια η Τίλλα, πόσο ανυποψίαστοι ήσαν όλοι αυτοί, ήξερε πόσο τους τρόμαζαν οι εξομολογήσεις της, κι ας συνέχιζαν απρόσκοπτοι το έργο τους, σαν να μην είχε τίποτε άλλο σημασία στη ζωή, σαν να μην είχε σημασία ο θάνατος. Δεν άντεξε, όμως, τη μικροπρεπή σκληρότητά τους.
Η «Ετεροπροσωπία», που έπεται, είναι το μεγαλύτερο μέρος του Μαντείου. Τα ποιήματα της μιας σελίδας σπανίζουν εδώ (τρία από τα τριάντα πέντε)[5]. Εκτός από την έκταση, ποικίλλει και η τεχνοτροπία. Οι τίτλοι από την άλλη είναι σχεδόν όλοι μονολεκτικοί: «Ανέχεια», «Μετακόμιση», «Δεξίωση». Επικρατεί το πρώτο πρόσωπο και το αρσενικό γραμματικό γένος: «Πράγματι, έγκλειστος δεν είμαι» (85). Παρασύρομαι και αναζητώ τον Le Nonce στα ποιήματα. Δεν έχει λόγο να μου φανερωθεί, η φωνή μπορεί να ανήκει στον καθένα, κι ωστόσο μου δημιουργείται ασυναίσθητα η εντύπωση πως ο Στάθης του φερώνυμου ποιήματος είναι ο πατέρας του[6]. Δεν έχει σημασία αν όντως είναι[7]. Σε θέση προμετωπίδας στο ποίημα, ένας στίχος της Audre Lorde: «I have not ever seen my father’s grave.» (83).
Οι ποιήτριες δεν προσφέρουν τίτλους πια, αλλά προμετωπίδες. Είναι οι ίδιες ποιήτριες, εμφανίζονται με την ίδια σειρά, δωρίζουν όμως άλλους στίχους τους – και επιπλέον: επιδρούν στη μορφική δομή των ποιημάτων[8]. Καθώς δεν παρέχονται οι ακριβείς πηγές, αναρωτιόμαστε πιθανόν αν οι στίχοι προέρχονται από τα ίδια ποιήματα ή τις ίδιες συλλογές με εκείνους της «Προσωπολατρίας». Στην περίπτωση της Louise Glück τουλάχιστον, που, αφού άνοιξε την «Προσωπολατρία», ανοίγει και την «Ετεροπροσωπία», όχι[9].
Η αναγνώστρια μπορεί να βγει για λίγο από το Μαντείο έτσι ώστε να αναζητήσει η ίδια τις πηγές. Να παραμείνει στο Μαντείο, αφήνοντας όμως κάθε λίγο την «Ετεροπροσωπία» για την «Προσωπολατρία». Να μείνει στην «Ετεροπροσωπία» και να εστιάσει στις σχέσεις προμετωπίδων και ποιημάτων. Μπορεί επίσης να ενδιαφερθεί για άλλες σχέσεις. Αν στο προηγούμενο μέρος ο Le Nonce γράφει ποιήματα που μιλάνε για τις ποιήτριες, εδώ τι κάνει; Συγγενεύει; Ταυτίζεται; Καταλαμβάνεται[10]; Αν στο προηγούμενο μέρος φιλοτεχνούνται τα πορτρέτα νεκρών ποιητριών, εδώ οι ποιήτριες ζωντανεύουν[11].
Χρησιμοποιώ ως παράδειγμα δυνητικών αναγνωστικών διαδικασιών την Κατερίνα Γώγου. Στον «Περίπατο» της «Ετεροπροσωπίας» του Le Nonce, ο στίχος της «τότε που σε “μαλώνω” γιατί δεν πρόσεχες» λειτουργεί ως προμετωπίδα. Από την πρώτη συλλογή της, Τρία κλικ αριστερά (1978), προέρχεται ο συγκεκριμένος στίχος. Το ίδιο και οι γνωστοί «Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά/ που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών»[12], τους οποίους πειράζει ο Le Nonce τόσο παρακάτω στον «Περίπατο»: «Οι φίλοι μου δεν ήσαν τελικά/ μαύρα πουλιά», όσο και στο «ποιος είπε οι πεθαμένοι δεν πενθούν;» της «Προσωπολατρίας»:
Σαν σε θεωρείο θεάτρου, συντροφιά με τη Μυρτώ, συνομήλικες πια, τόσα χρόνια στο θάνατο, κοιτάζουν κάτω – τα μαύρα πουλιά στις ταράτσες των ετοιμόρροπων πολυκατοικιών, τον Μπερλίγκουερ που συνεχίζει να πλέκει κουβέρτα με το βελονάκι, τους νοικοκυραίους στην οδό Γλάδστωνος, τη θάλασσα που ζέχνει πτώματα σε αποσύνθεση.
Όχι, ποτέ δεν ήταν ωραία εδώ κάτω.
Ο τελευταίος αυτός τίτλος αντλείται από τους, μεταγενέστερους, Απόντες (1986) της Γώγου, η εικόνα του Μπερλίγκουερ όμως, που «έπλεξε με το βελονάκι κουβέρτα/ να κουκουλώσουμε τις ταξικές ανησυχίες μας», έρχεται από τα Τρία κλικ αριστερά[13]ξανά. Κατερίνα και Μυρτώ[14], μάνα και κόρη, αποθαμένες κι οι δυο, «κοιτάζουν κάτω» και βλέπουν εικόνες της ποίησης και της ζωής. Η παρομοίωση, «Σαν σε θεωρείο θεάτρου», βοηθάει την Κατερίνα να νιώσει λίγο οικεία ίσως, το θέαμα όμως είναι φριχτό, δεν μπορείς να μην αποστρέψεις το βλέμμα. Αν επιστρέψουμε τώρα στην «Ετεροπροσωπία» και τον «Περίπατο», εκείνο που θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε είναι άλλη μια φρίκη. Μια ακόμα δολοφονία δηλαδή: «Τη θυμάμαι τη νύχτα εκείνη/ τον πυροβολισμό», «Δεν ήμουνα μικρός/ μακριά, πολύ μακριά μου/ η ηλικία των δεκαπέντε ετών», «Μάταια πέθανε».
Ποιητικές στιγμές της υπόλοιπης «Ετεροπροσωπίας» (αν και τίποτα δεν ξεπλένει τα κρίματά μας): «έχω ένα ποίημα να πω/ με τι πρόσωπο να το πω/ πώς να πω το ποίημα χωρίς πρόσωπο» (92), «Φορούσα τα συνηθισμένα: μπάτσος, ναύτης, πυροσβέστης/ διότι σε τέτοιες περιπτώσεις, η πρωτοτυπία διαλύει τις φαντασιώσεις» (110), «Κάθε απόγευμα/ την ίδια πάντα ώρα, σαν ραντεβού καθημερινό,/ διάβαζα δυο σελίδες από το μαγικό βουνό,/ κάπως να θυμηθώ τη γλώσσα των ανθρώπων» (116), «υπάρχουν μόνο δύο πρόσωπα στον κόσμο/ το ένα είσαι εσύ/ όλοι οι άλλοι έχουν το ίδιο πρόσωπο/ που δεν με ενδιαφέρει κι εγώ/ έχω το δικό σου» (130).
Το πρόσωπο είναι οπωσδήποτε σημαίνον, το σώμα όμως δεν υποβαθμίζεται. Η επιθυμία δεν αποκρύπτεται· διάχυτη είναι, κομμάτι του τέμπλου – και σαφώς ομοερωτική. Η εικόνα λίγο λίγο συμπληρώνεται: λέξεις που μοιράζονται, φωνές που συνταιριάζονται, σώματα που μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο. Εδώ είναι Μαντείο, «σε ένα ποίημα φαίνεται πως μιλάει κάποιος, ενώ στην πραγματικότητα μιλάει κάποιος άλλος» (37)[15]. Μην περιμένετε μονόσημες κουβέντες· και προσοχή: οι επισκέψεις μπορεί να είναι εθιστικές.
Το Μαντείο είναι ένα ποιητικό κατόρθωμα διακοσίων σελίδων. Η έκτασή του δεν ξαφνιάζει, δεν μας έχει συνηθίσει σε ολιγοσέλιδα γραπτά ο Le Nonce. Κανένα από τα μέρη του δεν ρέπει στη μονοτονία, καθένα έχει τις ξεχωριστές αρετές και την αυτοτέλειά του. Ενώ όμως λειτουργούν κάλλιστα ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, οι τρόποι με τους οποίους τρυπώνουν απροειδοποίητα το ένα στο άλλο μας κρατούν σε μια ωραία εγρήγορση[16] και είναι αυτοί ακριβώς που εξασφαλίζουν την πρωτοτυπία και συνθετότητα του βιβλίου.
Ο Le Nonce προσέχει κάθε γλωσσική λεπτομέρεια και προσεγγίζει τα ποιητικά με μεγάλη ευαισθησία. Ξεκινάει εν προκειμένω από μια θεωρητική πλαισίωση της ποίησης και υψώνει στην πορεία ολόκληρο οικοδόμημα, κατοικήσιμο και επισκέψιμο. Συνυπάρχει αποκλειστικά με ποιήτριες, σε έναν κόσμο που συχνά αναγνωρίζει μόνο τους ποιητές. Τιμά την καθεμία, όντας ταυτόχρονα δημιουργικός στον τρόπο με τον οποίο θέτει ζητήματα που τον απασχολούν: την ψυχική νόσο, το πώς πέρασαν τα χρόνια[17]. Είναι ερωτικός και συγκινεί, είναι πολιτικός και στηλιτεύει.
Θα υπέθετα πως πρόκειται για δουλειά ετών, απολαυστική στη γραφή, τουλάχιστον όσο και στην ανάγνωσή της. Θα συμπλήρωνα αυθόρμητα πως δεν μπορεί παρά να άξιζε τον κόπο. Το Μαντείο μάς καλεί να επιστρέφουμε.
[1] Βλ., π.χ., σ. 51, 55, 67, 79, 194.
[2] Βλ. τη συνέντευξη που έδωσε στον Θοδωρή Αντωνόπουλο και τη Lifo (25/03/2025) εδώ: https://www.lifo.gr/culture/vivlio/george-le-nonce-ektos-apo-ta-fake-news-yparhei-i-fake-logotehnia-kai-poiisi.
[3] Μπίλη Βέμη, Ποιήματα: Συγκεντρωτική έκδοση, Άγρα, Αθήνα 2023, σ. 54. Ο Le Nonce επιλέγει με βάση τα προσωπικά του κριτήρια προφανώς τις ποιήτριες του Μαντείου του. Εμείς από τη μεριά μας δυο πράγματα μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένα: πως τις έχει διαβάσει και πως επιζητεί τη συνύπαρξη μαζί τους. Με τους τίτλους του τώρα μπορούμε να στήσουμε με τις φίλες μας παιχνίδι: σας δίνω τον στίχο, βρείτε την ποιήτρια. Θα είναι αυξημένης δυσκολίας, πλην όμως διασκεδαστικό. Για τον δικό μου τίτλο, βλ. σ. 122.
[4] Τις φορές που μου συνέβη, καταχώνιασα βιαστικά τις ενοχές μου και σημείωσα τα ονόματα. Θυμάμαι να το ξανακάνω, σχετικά πρόσφατα, αυτό, διαβάζοντας το Θυμάσαι τι είναι ποίηση; της Μαρίας Λαϊνά, ένα βιβλίο με «ιστορίες ποδηλασίας» και όχι ποιήματα. Παρούσα και στο Μαντείο η Λαϊνά, για να επανέλθω (βλ. σ. 45 και 88).
[5] Το εμφανώς εκτενέστερο είναι το προτελευταίο, που διαιρείται σε δώδεκα μέρη και εκτείνεται σε δεκαεννιά σελίδες. Ο τίτλος του είναι «Εωσφόρος».
[6] «Ως είθισται, μισούσα τον πατέρα μου/ ανυποψίαστος πως κανείς δεν μένει αλώβητος» (84), διαβάζουμε στο ποίημα. Βλ. όμως και παρακάτω στο βιβλίο: «Τη στιγμή ακριβώς που του είπα/ πως τον πατέρα μου τον φώναζαν Στάθη/ αν και κάπως αλλιώς τον είχαν βαφτίσει» (183).
[7] Συμφωνούμε εξάλλου πως «η σχέση του υποκειμένου του ποιήματος με τον άνθρωπο ο οποίος το γράφει είναι ούτως ή άλλως προβληματική (35).
[8] Πρβλ., π.χ., τα ποιήματα «Lovembrace» και «Ορόσημα». Και ανάτρεξε ύστερα, αν θέλεις, στο «Appalling Heart» της Elsa von Freytag-Loringhoven και στο «Καλοκαίρι κύματα μνήμης» της Μάτσης Χατζηλαζάρου.
[9] Οι στίχοι της αντλούνται από τις συλλογές The Seven Ages (2001) και A Village Life (2009), αντίστοιχα.
[10] Βλ. σ. 22 «περί συγγένειας γλωσσικής και υφολογικής» και «περί ταύτισης τόσο στο επίπεδο της θεματολογίας όσο και στο επίπεδο της ποιητικής πραγμάτευσης του κάθε θέματος». Βλ. επίσης σ. 30-31: «ο μάντης/ποιητής καταλαμβάνεται τρόπον τινά, από κάποια οντότητα η οποία δίνει στους ακροατές του πρόσβαση στις γνώσεις που η οντότητα αυτή εκ φύσεως κατέχει». Θα μπορούσα όμως να συνεχίσω ρωτώντας: Ενσωματώνει; Αντανακλά;
[11] Βλ. και σ. 162: «Βγήκε από τη φωτογραφία/ όπως ο βρικόλακας από τον τάφο». Οι φωτογραφίες και οι καθρέφτες είναι αντικείμενα πολλαπλών εμφανίσεων και χρήσεων στο Μαντείο.
[12] Κατερίνα Γώγου, Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε: Ποιήματα 1978-2002, Αθήνα, Καστανιώτη 2013, σ. 36 και 11, αντίστοιχα.
[13] Γώγου, Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε, σ. 158 και 30, αντίστοιχα.
[14] Η Γώγου μνημονεύει την κόρη της, Μυρτώ, και στις δύο συλλογές που αναφέρω παραπάνω. Βλ. Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε, σ. 21, 39, 163.
[15] Βλ. και σ. 104: «Μπορεί να ψεύδονται τα παλίμψηστα,/ μπορεί να μην εκλείσθη η θύρα».
[16] Βλ., π.χ., τη σ. 53 της «Προσωπολατρίας» μαζί με την 19 της «Ιδιοπροσωπίας». Ή ακολούθησε τα χνάρια της Μαρίας Σερβάκη, που θα σε βγάλουν και στις σ. 33-34 και 135.
[17] Είχα λόγο να θυμηθώ τον Καβάφη, βλ. όμως και σ. 140: «Ανίκανος να εξηγήσω/ ή και να καταλάβω ακόμη/ όχι πώς πέρασε ο χρόνος/ αλλά πώς έφτασα ως εδώ».

