Πειραματίστηκε για αρκετή ώρα, με τον ρυθμό της αναπνοής, με τη στάση του σώματος, ώσπου κατάφερε, της φάνηκε, ν’ αδειάσει, κι έτσι όπως βάδιζε στον χώρο, γυρνώντας διαδοχικά το βλέμμα, χωρίς να προτρέχει σκεπτόμενη το ένα και το άλλο, έτσι όπως το ποδοβολητό στο στήθος είχε αρχίσει να υποχωρεί, συνειδητοποίησε ότι είχε καταλήξει στα δύο άκρα της ίδιας σκέψης: όσο περνούσε η ώρα τόσο πιο καθαρά έβλεπε, κι όσο περνούσαν τα χρόνια τα μάτια της θα έχαναν την ικανότητα να αντικατοπτρίζουν με ευκρίνεια αυτό που θα κοίταζαν. Θολοί καθρέφτες. Συν θαμπά μαλλιά, ίνες τραχιού βαμβακιού.
Παραδόξως, εκεί εστίασε αρχικά, καθώς κοίταζε τα πορτρέτα στους τοίχους. Όλες ηλικιωμένες γυναίκες. Στις φορμαρισμένες κόμες, πάνω ψηλά στην αραιωμένη κορυφή. Ίσως επειδή οι γυναίκες αυτές της θύμιζαν τη γιαγιά της, ειδικά όσες φορούσαν κοκκινάδι και έντονο ρουζ στα μάγουλα. Ακόμα κάτι: το κάθε πορτρέτο αποτελούσε μέρος μιας μεγαλύτερης εικόνας από την οποία είχε αποκοπεί. Το μαρτυρούσαν οι παρυφές του κάδρου: μια φέτα από το εσωτερικό ενός σαλονιού, ο αγκώνας του διπλανού στο γιορτινό τραπέζι, η ομίχλη ενός τσιγάρου, μια θολή φιγούρα σαν πιρουέτα στο βάθος.
Υπήρχαν και οι άβαφες, οι αστόλιστες, οι επιμελώς ατημέλητες: το καρό πουκάμισο, μια τούφα λίγο ατίθαση. Μπροστά σε ένα κάδρο –εκείνη η χαρακτηριστική κλίση του κεφαλιού, κάπως γερτό και ανασηκωμένο ταυτόχρονα σαν ένα επίμονο κουδούνισμα στο αυτί που δεν έλεγε να σωπάσει–, της έκανε εντύπωση η ικανότητα του εγκεφάλου να ανασύρει από κάτι σχεδόν λησμονημένο, την ακολουθία μιας ολόκληρης εποχής: το τριμμένο μακό μπλουζάκι, τα ψηλά γυμνασμένα πόδια που όλες οι γυναίκες της οικογένειάς της ζήλευαν. Η σπορτίβ θεία Τασούλα, που ακόμη και στα νιάτα της, τότε που διοργάνωνε οικογενειακές πεζοπορίες στα μονοπάτια της φύσης του Τρόοδους και του Ακάμα, με ορειβατικά μποτάκια και σακίδιο στην πλάτη, ήξερες ότι θα άφηνε τον χρόνο να παρασύρει στο διάβα του τα πάντα, θεωρώντας κάθε προσπάθεια ανακοπής εκ προοιμίου μάταιη, για να καταλήξει κάπως πρώιμα με εκείνη την ολόλευκη κόμη, που στο φως του ήλιου σού φανέρωνε τα χρώματα της ίριδας.
Στεκόταν στη μέση της γκαλερί, χωρίς να είναι σίγουρη τι ακριβώς έβλεπε ή τι έπρεπε να δει. Τα πορτρέτα ήταν στοιχισμένα σε μια ευθεία, περίπου στο ύψος του βλέμματος, μια ακολουθία που κάλυπτε τους τοίχους τής ειδικά διαμορφωμένης αίθουσας, αφιερωμένης στο έργο μιας πασίγνωστης –όχι στην ίδια– εικαστικού. Αν και οι γνώσεις της περί τέχνης ήταν μάλλον περιορισμένες, μπορούσε να πει με σιγουριά ότι οι φωτογραφίες δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία. Το αντίθετο. Ήταν ερασιτεχνικά στιγμιότυπα, αποκομμένα από κάποιες ιδιωτικές στιγμές, κυρίως γιορτινές, τραβηγμένα –κατά πάσα πιθανότητα– από κάποιο μέλος της οικογένειας.
Αισθάνθηκε μια ακαθόριστη δυσφορία. Αναρωτήθηκε αν ο εκνευρισμός της είχε να κάνει με εκείνη την πομπή νεκρικών πορτρέτων – γιατί αυτό ήταν το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί, ότι ήταν το είδος των πορτρέτων που επιλέγουν οι συγγενείς για να συνοδεύσουν το νεκρό σώμα στην εξόδιο ακολουθία–, ή με το γεγονός ότι δεν ήθελε καν να βρίσκεται εκεί, χωρίς σχέδια για το υπόλοιπο της μέρας.
Ένα νεαρό ζευγάρι στεκόταν απορροφημένο στο ίδιο σημείο για τόση πολλή ώρα και με τόση φυσικότητα, που έκανε δυο βήματα προς τα πίσω για να εξακριβώσει τι κοιτούσαν.
Είχε αποφασίσει να περάσει το πρωινό της στο κέντρο της πόλης, βέβαιη πως δεν θα περνούσαν ούτε και αυτό το Σάββατο μαζί, οπότε δεν είχε νόημα να κάθεται στο σπίτι και να περιμένει. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να περάσει το πρωινό της στο γυμναστήριο, αυτό που ήταν μόνο πέντε λεπτά με το αυτοκίνητο από το διαμέρισμά της και δεν έκλεινε ποτέ. Μπορούσες να γυμναστείς μπροστά από τους φωτεινούς καθρέφτες και τη μουσική στη διαπασών ακόμη και στις τρεις το πρωί παραμονές Πρωτοχρονιάς, και παρότι η ίδια δεν επέλεγε ποτέ την αίθουσα με τα μηχανήματα αλλά κάποιο από τα λιγότερο φωτεινά δωμάτια για να παρακολουθήσει κάποιο μάθημα ενδυνάμωσης στηριζόμενη αποκλειστικά στο βάρος του ίδιου του σώματός της, είχε διαπιστώσει πως, με το που περνούσε την είσοδο χαιρετώντας ανθρώπους των οποίων δεν ήξερε καν το όνομα και ούτε θα επιδίωκε ποτέ να μάθει, ένιωθε μια αίσθηση ανακούφισης. Εξάλλου, σε περίπτωση που της έστελνε μήνυμα την τελευταία στιγμή, καταρρίπτοντας για ακόμη μια φορά κάθε της βεβαιότητα όπως έκανε εδώ και χρόνια, το κέντρο της πόλης ήταν το πιο βολικό μέρος για να αποφύγουν περιττές καθυστερήσεις.
Ήταν ήδη περασμένες τρεις, και δεν είχε δώσει κάποιο σημάδι ζωής.
Για κάποιο λόγο δεν έφυγε.
Δεν το είχε συζητήσει ποτέ με κανέναν, ούτε καν με τις αδερφές της, σίγουρα όχι με τις αδερφές της. Ήταν μια φωτογραφία που είχε τραβήξει η ίδια, όταν η μητέρα της ήταν ακόμα σχετικά νέα και εκείνη μεταπτυχιακή φοιτήτρια στην Αθήνα. Πρώτη φορά ταξίδευε μόνη της. Έτσι αναπάντεχα, από τη μια μέρα στην άλλη, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα. Ώσπου οι πέντε μέρες έγιναν δέκα και εντέλει δεκαπέντε, γιατί μια χαρά τα βγάζει πέρα ο πατέρα σου και μόνος του κι ας αναλάβει επιτέλους και εκείνος να φροντίσει τις δίδυμες, που πήγαιναν λύκειο, και τη μικρή που ήταν ακόμη στο δημοτικό, να δει κι αυτός τι πάει να πει να κάθεσαι σπίτι. Ένα πρωί –κόντευε σχεδόν μεσημέρι όταν ξύπνησε, γιατί είχε ξημερωθεί να διαβάζει– βρήκε τη μητέρα της καθισμένη δίπλα από το περβάζι με τα ξύλινα παραθυρόφυλλα ανοιχτά και τη μεγάλη λεωφόρο στο φόντο. Είχε κάνει το μπάνιο της, οι μπούκλες στα σγουρά της μαλλιά ήταν ακόμη βρεγμένες, φορούσε ένα πρόχειρο φούτερ που είχε πάρει από τη ντουλάπα της, γιατί είχε ξεμείνει, και καθόταν εκεί με ένα φλιτζάνι καφέ και ένα τσιγάρο στο χέρι, λες κι αυτό ήταν το σπίτι της· τα πολύχρωμα post-it στα βιβλία ήταν οι σημειώσεις της, τα πήλινα γλαστράκια με τους ανθισμένους κάκτους στον πάγκο ήταν δικής της επιλογής και η κόρη της μια περαστική. Δεν θυμόταν να είχε αμφισβητήσει ποτέ την αφοσίωση της μητέρας της. Κι ας είχε ακούσει αμέτρητες φορές πως την είχε γεννήσει πριν κλείσει τα εικοσιένα, πως είχε μετανιώσει που δεν είχε σπουδάσει και το μόνο της προσόν ήταν το απολυτήριο του σχολείου, πως δεν είχε καταφέρει να ταξιδέψει πιο μακριά από την Αθήνα. Ακόμη κάτι που γνώριζε, έστω κι αν δεν την είχε ακούσει να το ομολογεί ποτέ, ήταν ότι δεν είχε ερωτευτεί τον πατέρα της, κι αν δεν είχε λυγίσει μπροστά στην επιμονή του δικού της πατέρα –ο οποίος είχε θιχτεί ανεπανόρθωτα όταν ένας καλοθελητής τον ενημέρωσε πως η κόρη του είχε θεαθεί ανάρμοστη ώρα στο αυτοκίνητο του γιου ενός συγχωριανού τους– να τα τελειώσουν πριν κλείσει ο μήνας, δεν θα τον παντρευόταν ποτέ. Δεν θυμόταν να την είχε απασχολήσει ποτέ η ζωή της μητέρας της. Ίσως γιατί έδινε την εντύπωση πως όλη της η ζωή ήταν η οικογένειά της. Κι όμως, εκείνο το πρωί, έτσι όπως καθόταν μπροστά από το ανοιχτό παράθυρο, με εκείνη την ονειροπόλα λάμψη στο βλέμμα, ήταν βέβαιη πως η μητέρα της θα τα έδινε όλα στη στιγμή για μια δεύτερη ευκαιρία.
Οι αδερφές της, φυσικά, θα αντιδρούσαν. Δεν θα το δέχονταν ποτέ.
Μα ήταν ακόμη πολύ νέα. Αν και πολύ πιο κοντά σήμερα στην ηλικία της μητέρας τότε, παρά της κόρης φοιτήτριας, ήταν στ’ αλήθεια πολύ νέα για τέτοιες σκέψεις. Αυτό αναλογίστηκε, αφού σαν αστραπή είχε ήδη προλάβει να σκεφτεί πως η ίδια δεν θα επέτρεπε ποτέ να επιλέξουν οι άλλοι γι’ αυτήν. Ακόμη και αυτό θα ήθελε να το ελέγξει, να το προγραμματίσει στην εντέλεια. Και χρειάστηκε να καταπνίξει ένα αυθόρμητο γέλιο στη σκέψη ότι από τώρα και στο εξής τα νεκροταφεία θα γέμιζαν με σέλφι. Μια τελική σημείωση για τους μελετητές του μέλλοντος για το πόσο απορροφημένοι υπήρξαν οι άνθρωποι της δικής της εποχής με τον εαυτούλη τους. Έψαξε τριγύρω για μια άδεια γωνιά, έβγαλε το κινητό από την τσάντα και στάθηκε μπροστά από τον λευκό τοίχο.
Όσο περνούσε η ώρα, τόσο καλύτερα έβλεπε, ναι. Ακόμη και η στάση του σώματός της είχε αλλάξει, λες κι άθελά της είχε πάρει τη θέση του ζευγαριού – εξαφανισμένο εδώ και ώρα. Δεν υπήρχε όμως κανένα ίχνος μίμησης, ούτε καν προσπάθειας, μόνο μια αίσθηση πως κάτι μέσα της είχε ξεθυμάνει, όπως εκείνη η σκισμένη τέντα κάτω από το σπίτι της, όταν κοπάζει ο άνεμος· αυτός που σε όλη της τη ζωή την έσπρωχνε να κάνει το ένα, να κάνει το άλλο, να κάνει τα αδύνατα δυνατά, να μην επαναλάβει τα λάθη τής μητέρας της.
Ήπιε δυο γουλιές νερό από το παγούρι που κουβαλούσε στην τσάντα της κι άρχισε να απομακρύνεται.
Δεκέμβριος, 2025

