Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Πάνος Σταθάτος

Πώς να διαβάζουμε τις δυστοπίες

Τεχνητή νοημοσύνη, προσομοίωση και συνωμοσία
στις Αδύνατες πόλεις του Νίκου Α. Μάντη

Νίκος Α. Μάντης, Αδύνατες πόλεις: Τα χρονικά της προσομοίωσης, Καστανιώτης, Αθήνα 2024.

Δύο μορφές δυστοπίας στη νεοελληνική λογοτεχνία

Τίποτα στην πρόσφατη παραγωγή της νεοελληνικής πεζογραφίας δεν μας έχει προετοιμάσει για τις Αδύνατες πόλεις (στο εξής ΑΠ) του Νίκου Μάντη. Η πρόσφατη τάση επιστροφής στη μικρή φόρμα φαίνεται να ανταποκρίνεται στην απίστευτη πολλαπλότητα της εποχής μας, όπου μια πληθώρα ερεθισμάτων διεκδικεί ταυτόχρονα την οικονομία της προσοχής μας, κάπως σαν τα εικαστικά έργα με τις ταυτόχρονες οθόνες του Nam June Paik. Σε μία τέτοια εποχή, τα μαξιμαλιστικά μεγα-μυθιστορήματα που φτάνουν τον ιλιγγιώδη αριθμό των 1000 σελίδων, σαν το Infinite Jest του David Foster Wallace ή τα μυθιστορήματα του Thomas Pynchon, σπανίζουν ολοένα και περισσότερο.

Όμως το βιβλίο του Μάντη μας πιάνει απροετοίμαστους και από ειδολογική άποψη. Βιβλία τέτοιας έκτασης τείνουν (στην Ελλάδα τουλάχιστον) να αποφεύγουν να ενταχθούν σε κάποια ειδολογική κατηγορία, αναμιγνύοντας πολλά και διαφορετικά είδη, περιπλοκοποιώντας και ακυρώνοντας εντέλει την ειδολογική κριτική. Αν ο τίτλος κλείνει το μάτι στις Αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο, εδώ η έκταση και το είδος καταλήγουν να εξαφανίσουν τον μακρινό τους πρόγονο. Η δομή και η σύνθεση των Αδύνατων πόλεων παραπέμπουν περισσότερο στο πολυεπίπεδο Cloud Atlas αν γραφόταν από έναν συγγραφέα όπως ο Neal Stephenson, ειδικά μετά την πρόσφατη στροφή του τελευταίου στην προβληματική της τεχνητής νοημοσύνης.

Ωστόσο οι Αδύνατες πόλεις είναι ανυπόκριτα μια δυστοπία επιστημονικής φαντασίας, και ο συγγραφέας δεν έχει καμία διάθεση να απολογηθεί γι’ αυτό. Πράγματι, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται το εξής φαινόμενο στη νεοελληνική δυστοπική πεζογραφία: παρότι οι πολλαπλές κρίσεις της εποχής (οικονομική, οικολογική, προσφυγική, υγειονομική) έχουν καταστήσει τη δυστοπία ένα όχημα κριτικής, οι συγγραφείς συνήθως διστάζουν να τοποθετήσουν τη δράση σε μία συγκεκριμένη χρονολογία στο μέλλον. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, πρόσφατα μυθιστορήματα όπως το Οι μεταμορφώσεις της της Αμάντας Μιχαλοπούλου, ή το Νώε του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, αλλά αυτό φτάνει τουλάχιστον μέχρι τα έργα του Μάκη Πανώριου. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουμε μπροστά μας ένα πιθανό ή απίθανο μέλλον, αλλά μια συμβολική προέκταση του παρόντος. Πρόκειται για μια αμφιταλάντευση ανάμεσα στον Όργουελ και τον Κάφκα; Μπορούμε άραγε να μιλήσουμε για δύο κατηγορίες δυστοπίας, μία οργουελική δυστοπία επιστημονικής φαντασίας και μια καφκική, συμβολική δυστοπία του φανταστικού; Η υπόθεση θα απαιτούσε περισσότερη διερεύνηση, αλλά είναι βέβαιο ότι το δεύτερο παρακλάδι βρίσκει πιο πρόσφορο έδαφος στις «μικρές λογοτεχνίες», παρά στην αντίστοιχη παραγωγή των αγγλοσαξονικών χωρών, όπου η ειδολογική ταξινόμηση παίζει έναν καθοριστικό εμπορευματικό ρόλο.[1]

Το βιβλίο του Μάντη εμπίπτει αναμφίβολα στην πρώτη κατηγορία, καθώς, όπως και στην προγενέστερη δυστοπία της Άγριας Ακρόπολης, ο συγγραφέας τοποθετεί τη δράση σε μια συγκεκριμένη χρονολογία, ενεργοποιώντας έτσι μία από τις ισχυρότερες λειτουργίες της επιστημονικής φαντασίας: το γεγονός ότι μας παροτρύνει να δούμε το παρόν με ιστορική ματιά. Όπως είχε επισημάνει ο Fredric Jameson, τα έργα επιστημονικής φαντασίας: «μετατρέπουν το ίδιο μας το παρόν στο καθοριστικό παρελθόν ενός πράγματος που πρόκειται να ακολουθήσει».[2] Εξού και η δυστοπία είναι το είδος που εκφράζει με τον πιο κρυστάλλινο τρόπο τη δομή της αίσθησης του καπιταλιστικού ρεαλισμού. Σήμερα η δυστοπία αντικατοπτρίζει την αδυναμία να φανταστούμε ένα ριζικά διαφορετικό μέλλον: όταν τα ουτοπικά όνειρα φαντάζουν ανέφικτα, μένουμε μόνο με τις προεκτάσεις ενός παρόντος που φέρει μέσα του τα στοιχεία ενός κατ’ ανάγκην εφιαλτικού μέλλοντος. Καθώς συναντάμε καθημερινά δυστοπικές αφηγήσεις και αφηγήματα, χωρίς να διαθέτουμε πάντα τα απαραίτητα εργαλεία για να τα κατανοήσουμε, παρακάτω θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω τέσσερις κατευθύνσεις, κάτι σαν έναν οδηγό για την ανάγνωση των δυστοπιών, με αφορμή τις πρόσφατες Αδύνατες πόλεις, ένα από τα πιο ξεχωριστά μυθιστορήματα της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας.

1. Η δυστοπία ως σύμπτωμα: Οι συνθήκες της δυνατότητας της δυστοπίας

Συνήθως η κατηγορία του είδους χρησιμοποιείται είτε ταξινομικά είτε δείχνοντας πώς ο εκάστοτε συγγραφέας μεταχειρίζεται τις συμβάσεις του είδους που επιλέγει. Εδώ θα ήθελα να αντιστρέψω το ερώτημα, ακολουθώντας μία προτροπή του Raymond Williams σχετικά με το πώς το είδος μεταχειρίζεται τον ίδιο τον συγγραφέα:

Όταν ακούω να μιλάνε για τη λογοτεχνία, περιγράφοντας ότι ο συγγραφέας έκανε το ένα ή το άλλο στη μορφή – πώς χειρίστηκε το διήγημα; – συχνά σκέφτομαι ότι πρέπει να αντιστρέψουμε το ερώτημα και να αναρωτηθούμε πώς το διήγημα χειρίστηκε τον συγγραφέα. Διότι όποιος έχει παρατηρήσει την ίδια την άσκησή του στο γράψιμο ανακαλύπτει εντέλει ότι υπάρχει ένα σημείο όπου, παρόλο που ο συγγραφέας είναι εκείνος που κρατά την πένα ή πιέζει τα πλήκτρα, αυτό που γράφεται, ενώ δεν διακρίνεται από τον ίδιο, δεν είναι μόνο αυτός ο ίδιος, και φυσικά αυτή η άλλη δύναμη είναι η λογοτεχνική φόρμα. Ελάχιστοι από εμάς θα μπορούσαμε να γράψουμε το οτιδήποτε, αν δεν υπήρχαν συγκεκριμένες φόρμες διαθέσιμες. Και τότε μπορεί να είμαστε τυχεροί, μπορεί να βρούμε τις φόρμες που τυγχάνει να ανταποκρίνονται στην εμπειρία μας.[3]

Ο Williams αναφέρεται εδώ στο γεγονός ότι οι λογοτεχνικές φόρμες ασκούν στους καλλιτέχνες μία πίεση, η οποία τους τραβά προς τις κατευθύνσεις που επιτάσσει η εκάστοτε φόρμα. Ως προς το θέμα μας, οι δυστοπίες τείνουν να μειώνουν την περιπλοκότητα του κόσμου, ανάγοντάς τον τελευταίο στο ένα βασικό πρόβλημα που θα γίνει κυρίαρχο στην μελλοντική κοινωνία, επιβάλλοντας τον μετασχηματισμό της. Αυτό σημαίνει ότι οι δυστοπίες έρχονται αντιμέτωπες με μία αυστηρή επιλογή που συνεπάγεται ένα κατεξοχήν ερμηνευτικό ζήτημα: ποιο είναι αυτό το κύριο πρόβλημα; Για παράδειγμα, ο υπερπληθυσμός υπήρξε κυρίαρχο θέμα των δυστοπιών του 20ού αιώνα, το οποίο σήμερα έχει μάλλον εκλείψει, ενώ το οικολογικό επανέρχεται ως κεντρική τάση στις οικο-δυστοπίες του 21ου αιώνα. Το βέβαιο είναι ότι οποιαδήποτε τέτοια επιλογή αποτελεί τη θεμελιώδη προϋπόθεση που καθιστά εφικτό τον δυστοπικό κόσμο.

 Οι Αδύνατες πόλεις φέρνουν στο προσκήνιο το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης, έρχονται λοιπόν κοντά σε μία παράδοση που ανάγεται τουλάχιστον στον William Gibson και το κυβερνοπάνκ. Πρόκειται για μια κοινωνία που ξεκινά με την παραδοχή ότι η πολιτική έχει εξοβελιστεί πλήρως: «καθώς οι εταιρείες είχαν εξοβελίσει τα κράτη από την οργάνωση και τη διοίκηση των κοινωνιών και οι τελευταίες εκλογές αντικαταστάθηκαν κι αυτές από επιλογή αρχόντων μέσω τεχνητής νοημοσύνης» (ΑΠ, 28-29). Έτσι, ο σφετερισμός της τεχνητής νοημοσύνης από τις πολυεθνικές συνδυάζεται με την πλήρη αποπολιτικοποίηση και την κυριαρχία της ιδεολογίας του καταναλωτισμού. Με αυτή την πρώτη ύλη, ο Μάντης επινοεί μία αξιοθαύμαστη μελλοντική κοινωνία όπου, αρκετά σύντομα, εν έτει 2068, η Ευρώπη έχει παρακμάσει μετά από μία σειρά πολέμων και οικολογικών καταστροφών, σε σημείο οι εκτάσεις της να έχουν μεταμορφωθεί σε θεματικά πάρκα τεχνητής νοημοσύνης, όπου οι πολίτες μπορούν να συνδεθούν και να δημιουργήσουν ένα άβαταρ προκειμένου να βιώσουν την εμπειρία να ζήσουν σε ένα ψηφιακό περιβάλλον που προσομοιώνει την Αμερική του μεσοπολέμου, την αρχαία Ρώμη, την αρχαία Ελλάδα και ούτω καθεξής.

Όμως η πρώτη ύλη της πραγματικότητας είναι πάντα-ήδη-διαβασμένη, αναμετριέται δηλαδή με τις ελεύθερα αιωρούμενες αντιλήψεις επί του θέματος. Σήμερα η τεχνητή νοημοσύνη αναπτύσσεται ταχύτατα, κάτι που συνοδεύεται από φόβους ότι θα χαθούν θέσεις εργασίας, μέχρι ότι το AI θα χρησιμοποιείται ως όργανο εξαπάτησης, παραπληροφόρησης και προπαγάνδας.[4] Από την άλλη, όσο βέβαιο είναι ότι θα παραμερίσει ορισμένα είδη εργασίας, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι θα δημιουργήσει καινούργιες. Παράλληλα, όσο μπορεί να δημιουργήσει καινούργιες μορφές εργασίας, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι υπάρχει μια πληθώρα εργασιών που δεν θα καταφέρει να αντικαταστήσει, ενώ θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση του ωραρίου (το διακύβευμα της 4ωρης εργασίας), καθώς και σε καλύτερες συνθήκες εργασίας. Τα αφηγήματα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, που εκτείνονται από την τεχνοφοβία ως τον τεχνο-ντετερμινισμό, είναι κατ’ ανάγκην ιδεολογικά και το ζητούμενο έγκειται στην πολιτική χρήση των τεχνολογικών καινοτομιών.

Παρότι λοιπόν στο μυθιστόρημα η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται ως μέσο χειραγώγησης, υπάρχουν κάποιες σκόρπιες αναφορές στο ότι αυτή η μελλοντική κοινωνία έχει πετύχει μία ακόμα τεράστια καινοτομία, δηλαδή το ενιαίο βασικό εισόδημα. Αντί όμως αυτό να απελευθερώσει από τον εξαναγκασμό της εργασίας, οδήγησε τελικά σε μία γενικευμένη απώλεια νοήματος και σε αφόρητη ανία, στην «κοινωνική μάστιγα» των άεργων της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΠ, σελ. 33). Γιατί όμως πρέπει να υποθέσουμε ότι ο περισσότερος ελεύθερος χρόνος θα οδηγούσε τους ανθρώπους αποκλειστικά στην παθητικοποίηση, στο υπαρξιακό κενό, στην αεργία ή στην αποχαύνωση σε βιντεοπαιχνίδια επαυξημένης πραγματικότητας; Αν μη τι άλλο, η πιλοτική εφαρμογή του βασικού εισοδήματος έδειξε το ακριβώς αντίθετο: στην περιοχή Madhya Pradesh της Ινδίας, το οφέλη ήταν πολλαπλά, από καλύτερη διατροφή, εκπαίδευση και ποιότητα ζωής, μέχρι την άμβλυνση των έμφυλων ανισοτήτων (καθώς οι γυναίκες μιας έντονα πατριαρχικής κοινωνίας μπόρεσαν να απεμπλακούν από την εξάρτησή τους από το εισόδημα των συζύγων τους).[5]

Ωστόσο, σε μια κοινωνία της κόπωσης, η οποία διέπεται από την «ηθική της εργασίας»,[6] τα μελλοντικά οράματα τείνουν να εκφράζουν ότι μια κοινωνία χωρίς τον καταναγκασμό της εργασίας μπορεί να καταλήξει δυστοπική. Για να επιστρέψουμε στον Jameson, ο οποίος είχε προχωρήσει στην εξής παρατήρηση αναφορικά με την επιστημονική φαντασία: η ουσία δεν έγκειται στην όποια «προφητική» της διάσταση, αλλά «στην αποστολή της να εκθέσει και να δραματοποιήσει την ανικανότητά μας να φανταστούμε το μέλλον […], την ατροφία της ουτοπικής φαντασίας».[7] Συνεπώς, οι δυστοπίες μπορούν να θεωρηθούν συμπτώματα αυτού που δεν μπορούμε να φανταστούμε. Μία πρώτη συμπτωματική τους ανάγνωση θα μπορούσε να αναδείξει όσα παραλείπονται ή τους δρόμους που δεν ακολουθεί η δυστοπία, όντας υποχρεωμένη να είναι στενά προσδεμένη στις υπάρχουσες συνθήκες και τις κυρίαρχες αντιλήψεις για την αμετάβλητη φύση των κοινωνικών φαινομένων.

2. Η δυστοπία ως κριτική: Προσομοίωση και τεχνολογικές προτεραιότητες

Σε αυτή την προκαταρκτική ανάγνωση των πολιτικών προϋποθέσεων κάθε δυστοπίας ελλοχεύει πάντα ένας κίνδυνος: με δεδομένο τον κατ’ ανάγκην πολιτικό χαρακτήρα της δυστοπίας, τέτοιου είδους αναλύσεις κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν τη λογοτεχνία ως θεωρία, παραμερίζοντας τα λογοτεχνικά χαρακτηριστικά και την αφηγηματική υπόσταση του κειμένου. Η μόνη λύση σε αυτό το πρόβλημα είναι η υπενθύμιση ότι το λογοτεχνικό κείμενο επιτελεί κριτική ως λογοτεχνία, μεταφράζοντας την όποια κριτική των «εξω-κειμενικών» στοιχείων σε πλοκή, υφολογικά γνωρίσματα και αφηγηματικές τεχνικές, με την ανάλυση των οποίων οφείλει να συμπληρωθεί κάθε κριτική της δυστοπίας.

Είναι λοιπόν σαφές ότι η θεματική της τεχνητής νοημοσύνης δίνει στο μυθιστόρημα τη δυνατότητα να ενσωματώσει πολλαπλά είδη. Έτσι, ο χώρος της Εϊντζελτάουν διαμορφώνεται κατ’ εικόνα και κατά (προσ)ομοίωση των στιλιζαρισμένων σκηνικών φιλμ νουάρ και το πρώτο μέρος που διαδραματίζεται εκεί έχει την πλοκή ενός νουάρ αστυνομικού, ενώ το βιντεοπαιχνίδι Βυζανμπούλ στο δεύτερο μέρος παραπέμπει στη λογοτεχνία του φανταστικού με μάγους και σπαθιά (το λεγόμενο sword and sorcery). Πολλώ δε μάλλον, το μυθιστόρημα αντλεί από ένα ανεξάντλητο ρεπερτόριο κινηματογραφικών αναφορών: πέρα από τα σάιμποργκ του Blade Runner, ακόμα και η σκηνή ενός οργίου παραπέμπει ευθέως στα Μάτια ερμητικά κλειστά, ενώ η διαγραφή της μνήμης του πραγματικού κόσμου στην οποία πρέπει να υποβληθούν οι πολίτες προκειμένου να ενταχθούν στην προσομοίωση ανακαλεί την Αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού.

Ο Jean Baudrillard χρησιμοποίησε τον όρο «προσομοίωση» για να αναφερθεί σε απομιμήσεις που φαντάζουν πιο ρεαλιστικές από το ίδιο το πραγματικό.[8] Και πράγματι, ο χώρος της Εϊντζελτάουν ειναι φτιαγμένος έτσι ώστε να αποβάλλει την Ιστορία: η αναβίωση μιας εποχής που δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά, το παστίς ενός στιλ εποχής που παραπέμπει στη φαντασίωση μιας ειδυλλιακής χρυσής περιόδου, μια στρατηγική που εξακολουθεί να κυριαρχεί σήμερα στο αμερικανικό φαντασιακό τώρα που το Hollywood βιώνει τη μεγαλύτερη κρίση του και επιστρέφει νοσταλγικά στο ένδοξο παρελθόν του, με ταινίες όπως το Once upon a time in Hollywood του Ταραντίνο ή την τριλογία τρόμου X, Pearl και Maxxxine του Ti West.

Πράγματι,αν σήμερα μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι ζούμε σε μια κοινωνία τεχνολογικών θαυμάτων, οφείλει να συμπληρώσει τη θέση του λέγοντας ότι έχουμε ως κοινωνία εγκαταλείψει τα μεγαλόπνοα τεχνολογικά πρότζεκτ, όπως η εξερεύνηση του διαστήματος, έχοντας απλώς καταφέρει να τα προσομοιώνουμε. Μάλιστα, ο David Graeber έχει υποστηρίξει ότι ολόκληρη η συζήτηση περί μεταμοντερνισμού μπορεί να διαβαστεί σαν ένας παρατεταμένος στοχασμός πάνω στην απογοητευτική συνειδητοποίηση ότι οι τεχνολογικές αλλαγές που περιμέναμε στις αρχές του 20ού αιώνα δεν συνέβησαν ποτέ.[9] Όταν ο κόσμος γύρω μας δεν μοιάζει καθόλου με όσα ονειρευόταν η επιστημονική φαντασία πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο,το μόνο που απομένει είναι τα προηγμένα τεχνικά εφέ και οι αναπαραστάσεις στην ποπ κουλτούρα και τα βιντεοπαιχνίδια. Ο Μάντης εκφράζει αυτή την μετατόπιση των προτεραιοτήτων με όρους κλίμακας:

Ποιος να το έλεγε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας δεν θα ήταν η επέκταση, η μεγέθυνση, η γιγάντωση, όπως θα το ήθελαν κάποιοι μύθοι, αλλά το ακριβώς αντίθετο: ότι το απόγειο της εξέλιξης θα αντιστοιχούσε στην ικανότητα της ανθρωπότητας να χωρέσει ολόκληρη μέσα σε μια χούφτα […] [ό]τι το μεγαλείο θα διέψευδε την ίδια του την ετυμολογία και πια θα ταυτιζόταν με τη μικρότητα, με τη σμίκρυνση, με τη συμπύκνωση της ανθρώπινης διάνοιας μέχρι της οπτικής εξαφάνισής της. (ΑΠ, σελ. 328)

Όχι διαστημικά ταξίδια, ιπτάμενα αυτοκίνητα και θόλοι στον Άρη, αλλά smartphone, ιοί και μικροτσίπ. Οι Αδύνατες πόλεις διαχωρίζονται από το κοινό μοτίβο πολλών έργων επιστημονικής φαντασίας, στον βαθμό που το ζήτημα δεν είναι ο φόβος ότι θα αποκτήσουν συνείδηση οι μηχανές, αλλά το πώς θα μπορούσε να αποθηκευτεί και να μεταγγιστεί η ανθρώπινη συνείδηση ανεξάρτητα από τη σωματική της σύναψη, κάτι που αποδίδεται στο μότο του φανταστικού κόσμου: «Η σάρκα είναι επουσιώδης» (ΑΠ, σελ. 334).[10] Αυτό δημιουργεί μια επιπλέον δυνατότητα αναφορικά με το χτίσιμο των χαρακτήρων: μπορεί οι κεντρικοί χαρακτήρες να είναι τρεις, αλλά η δυνατότητα να μεταφερθεί η συνείδηση επιτρέπει το σκόρπισμά τους σε δυνητικά απεριόριστες περσόνες, οι αφηγήσεις των οποίων συγκροτούν το παλίμψηστο των μερών που διανοίγονται ασταμάτητα στο μυθιστόρημα. Οι χαρακτήρες περνούν συνεχώς από τον πραγματικό κόσμο στις προσομοιώσεις των θεματικών πάρκων και από εκεί στο ολόγραμμα ενός βιντεοπαιχνιδιού, σαν να μεταπηδούν από το ένα όνειρο στο άλλο σε ένα επιστημονικοφανταστικό Inception.

Ωστόσο, παρά τις τεχνολογικές εξελίξεις, το δεύτερο μέρος έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι ο κόσμος παραμένει άνισος, κατεστραμμένος από τους πολέμους, γεμάτος φτώχεια και εξαθλίωση: «κάτω από τη μαλακισμένη του επιφάνεια, ο κόσμος μας στο βάθος παραμένει μεσαιωνικός» (ΑΠ, σελ. 434). Από τον τρούλο της Αγίας Σοφίας μιας μισοβυθισμένης Ιστανμπούλ, το ανθρωμπότ Ορχάν εκφράζει αυτή τη λογική της άνισης ανάπτυξης τόσο του χώρου όσο και των κατακερματισμένων ταυτοτήτων, η οποία ανταποκρίνεται και στη δόμηση του μυθιστορήματος:

Η Ιστανμπούλ είναι ένα παλίμψηστο, ένα μέρος χωρίς μια κυρίαρχη ιστορία, αλλά πολλές παράλληλες. Νομίζω ότι ένας προάγγελος της μοίρας ολόκληρου του πλανήτη, αυτού του σκορπίσματος, αυτής της διάχυσης των ταυτοτήτων, δίχως κανένα κέντρο ή σημείο αναφοράς. Και τώρα, όχι μονάχα οι χώρες και οι πόλεις, αλλά ακόμα και εμείς οι άνθρωποι έχουμε γίνει επίσης ένα πεδίο μάχης από διάφορες ταυτότητες, ιστορίες, στρώσεις, που έρχονται και φεύγουν, αφήνοντάς μας εξαντλημένους και κούφιους… ακριβώς όπως την πόλη της Ιστανμπούλ». (ΑΠ, σελ. 437)

Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι αυτή η δυνατότητα μεταφοράς της συνείδησης σε άλλα σώματα, η οποία δημιουργεί την ευκαιρία μιας δεύτερης ζωής, εκφράζεται με ένα κράμα θρησκευτικού και τεχνολογικού λεξιλογίου, ως «μετεμψύχωση», και «επαναπρογραμματισμός». Είναι ενδεικτικό ότι ο Jameson χρησιμοποιεί την τελευταία λέξη μεταφορικά, για να περιγράψει τη λογική της πολιτιστικής επανάστασης, για να δείξει δηλαδή ότι οι συστημικές αλλαγές στον τρόπο παραγωγής συνοδεύονται πάντα από την παραγωγή της αντίστοιχης υποκειμενικότητας, τον «επαναπρογραμματισμό» των υποκειμένων για να ζήσουν σε μια νέα κοινωνία.[11] Ωστόσο, αυτός ο επαναπρογραμματισμός, ο οποίος για τον Jameson και για τον μαρξισμό αποτελεί μια συστημική διαδικασία χωρίς υποκείμενο, οφείλει στο μυθιστόρημα να υποκειμενοποιηθεί, όπως θα δούμε ευθύς αμέσως.

3. Η δυστοπία ως αφήγηση: Συνωμοσία και ολότητα

Η Patricia McManus ξεκινά μία από τις σημαντικότερες πρόσφατες μελέτες για τη δυστοπία σημειώνοντας ότι αυτό που διακρίνει τη δυστοπία από άλλα είδη δεν είναι απλώς η θεματική της καταπίεσης και του πόνου, αλλά ότι οι δυστοπίες εστιάζουν «στην οργάνωση της καταπίεσης και του πόνου».[12] Υπάρχει ένας νέος κοινωνικός σχηματισμός, μια νέα κοινωνική διευθέτηση, κάτι το οποίο παράγει και οργανώνει τη δυστυχία των υποκειμένων. Ένας από τους λόγους που το έργο του Κάφκα έχει υπάρξει έμπνευση για μια σειρά δυστοπιών έγκειται ακριβώς στον απρόσωπο χαρακτήρα του συστήματος που αναπαρίσταται: το σύστημα βρίσκεται κρυμμένο πίσω από τα πολυδαίδαλα δίκτυα της γραφειοκρατίας, σε βαθμό που το υποκείμενο αδυνατεί να εντοπίσει τους διώκτες του, διότι πολύ απλά οι μηχανισμοί έχουν αποκτήσει ένα είδος αυτοδύναμης εξουσίας που επενεργούν πάνω του. Η μεγάλη διαφορά βέβαια είναι ότι ο Κάφκα δεν προβάλλει αυτή την κατάσταση σε κάποιο φαντασιακό μέλλον του υπάρχοντος συστήματος, αλλά αντιθέτως μεταφράζει την υπαρξιακή εμπειρία του παρόντος σε συστημικούς όρους.

Όμως οι δυστοπίες έχουν πάντα μια άρρηκτη σχέση με το παρόν της συγγραφής τους, το οποίο θα βρεθεί στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα του μυθοπλαστικού μέλλοντος. Πράγματι, στις Αδύνατες πόλεις υπάρχει μπόλικη από την παράνοια της πανδημίας, η οποία αποτέλεσε το πλαίσιο που περιέβαλλε τον Μάντη όταν έγραφε το μυθιστόρημα, όπως παραδέχεται στις Ευχαριστίες. Έτσι, στις σελίδες του μυθιστορήματοςπαρελαύνει μία σειρά λέξεων που κατέληξαν να επεκτείνουν το σημασιολογικό τους περιεχόμενο, διαμορφώνοντας ένα είδος λεξικού-όρων της πανδημίας, όπως τα τσιπάκια, τα εμβόλια ή η επιτήρηση. Όλα οδηγούν στη λογική της συνωμοσίας και συνυφαίνονται με άλλες θεωρίες (όπως οι υπόγειες πόλεις των σαυρανθρώπων) που διασπείρονται στο μυθιστόρημα. Στην πραγματικότητα, όσοι αντιτίθενται στη νέα κοινωνία, οι επονομαζόμενοι Σαρκιστές, θα χαρακτηριστούν ως συνωμοσιολόγοι, θυμίζοντας ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας η κατηγορία του «ψεκασμένου» χρησιμοποιήθηκε από τον κυβερνητικό λόγο για να υποδείξει τον ανθρωπότυπο κόντρα στον οποίο έπρεπε να προσκρούσει οποιαδήποτε κριτική ασκούνταν στις κυβερνητικές αποφάσεις, ακόμα και αν η κριτική αυτή δεν αμφισβητούσε την ύπαρξη της πανδημίας αλλά τις κυβερνητικές προτεραιότητες.

Όπως περιγράφεται από τις πρώτες σελίδες, τα θεματικά πάρκα είναι αποτέλεσμα της επιχειρηματικής δραστηριότητας δύο μεγιστάνων CEO και της μεθοδευμένης προσπάθειάς τους να προγραμματίσουν τις συνειδήσεις των υποκειμένων. Μάλιστα, η όλη αντίσταση στις διευθετήσεις των θεματικών πάρκων προκύπτει από αυτού του είδους την εταιρική διάσπαση: ο ένας CEO θα διαφωνήσει με τις αντιλήψεις του συνεργάτη του και θα ηγηθεί στον αγώνα ενάντια στα σχέδιά του. Με δεδομένο ότι στον πολυεθνικό καπιταλισμό οι εταιρείες αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη εξουσία εις βάρος των κυβερνήσεων, οι εκκεντρικοί CEO (τύποι σαν τον Ίλον Μασκ και τον Μαρκ Ζούκεμπεργκ) γίνονται οι ηρωικές φιγούρες των φαντασιωτικών αφηγήσεων. Η βαθύτερη λογική της συνωμοσίας ενσωματώνεται στην ανάπτυξη της πλοκής, καθώς μας προσφέρονται σταδιακά ολοένα και περισσότερες πληροφορίες που μας οδηγούν όλο και πιο ψηλά στην ιεραρχία, όλο και πιο βαθιά στον ψυχισμό των δύο αυτών χαρακτήρων, τα προσωπικά τραύματα των οποίων αποτελούν το κίνητρο της μετατροπής ενός ολόκληρου πλανήτη σε ένα απέραντο θεματικό πάρκο.

Η συνωμοσία αποτελεί κεντρικό θέμα της μυθιστοριογραφίας του Μάντη, όπου μπορούμε να εντοπίσουμε ψήγματά της στην Άγρια Ακρόπολη και στο Πέτρα, ψαλίδι, χαρτί. Το αποκορύφωμα βρίσκεται φυσικά στους Τυφλούς, ίσως το κατεξοχήν μυθιστόρημα της λογοτεχνίας της κρίσης, στο οποίο καταγράφεται με εξαιρετική μαεστρία η συνωμοσιολογία που τείνει να ανθίζει σε χαλεπούς καιρούς, και από την οποία τρέφεται ο λαϊκισμός των ακροδεξιών μορφωμάτων ειδικά του λεγόμενου ύστερου φασισμού.[13]

Θεωρώ ότι η συνωμοσία συνδέεται με ένα θεμελιώδες ζήτημα της πεζογραφίας του Μάντη, που δεν είναι άλλο από την αναπαράσταση της ολότητας. Πέρα από το να ενσωματώνουν τη συνωμοσία στην αφήγηση, οι Αδύνατες πόλεις καταφέρνουν να αναδείξουν την αφηγηματικότητα της συνωμοσίας.[14] Η συνωμοσία σηματοδοτεί την προσπάθεια να βγάλουμε άκρη στον περίπλοκο κόσμο μας συνδέοντας τις τελείες, επιστρέφοντας σε έναν κόσμο με ευδιάκριτους δρώντες, όπου οι διαχωριστικές γραμμές ήταν πιο ξεκάθαρες. Υπό αυτή την έννοια, η λογική της συνωμοσίας μοιάζει να είναι το απώτερο όριο, ο κατεξοχήν πειρασμός των μυθιστορημάτων που αναλαμβάνουν την αποστολή να χαρτογραφήσουν την ολότητα. Αυτός ο πειρασμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος στη δυστοπία: συχνά οι δυνάμεις που διαμορφώνουν την κοινωνία μεταγράφονται αλληγορικά ως χαρακτήρες, και έτσι τα μελλοντικά προβλήματα διαλύονται σε μηχανορραφίες και προσωπικές συγκρούσεις, οι αντιθέσεις της κοινωνίας συμπυκνώνονται στη διαπροσωπική διαμάχη ενίστορων χαρακτήρων. Αυτό ακριβώς κάνει και η συνωμοσιολογία: προσπερνά τις συστημικές αντιφάσεις των κοινωνικών φαινομένων (γιατί η τεχνολογία διοχετεύεται εκεί και όχι αλλού; γιατί υπάρχει ανισότητα;), ανάγοντάς τες σε μεθοδευμένες προσπάθειες ορισμένων κακόβουλων χαρακτήρων με ατομικά κίνητρα και επιδιώξεις, οι οποίοι δεν θα διστάσουν να διαλύσουν έναν ολόκληρο πλανήτη για μια προσωπική τους αντιπαλότητα. Η συνωμοσία είναι η απόπειρα να αναπαραστήσουμε τον κόσμο σαν μια ολότητα με νόημα: μέσα της κρύβεται μια επιθυμία για πλοκή, η οποία ανθεί σε κοινωνίες σαν τη δική μας, όπου τα υποκείμενα αισθάνονται αποκλεισμένα από τις αποφάσεις που τους επιβάλλονται από τα πάνω, στις οποίες αναμένεται απλώς να υποταχθούν, χωρίς να αναδύεται κάποιος καθαρός χώρος συλλογικής αντίστασης.

***

Ας επιστρέψουμε για μια τελευταία φορά στον Jameson. Στο βιβλίο του για τον ρεαλισμό και συγκεκριμένα στο άρθρο για το αν μπορεί ακόμα να γραφτεί ιστορικό μυθιστόρημα σήμερα που η ιστορία έχει πέσει σε ανυποληψία, ο Jameson κάνει την εξής παρατήρηση:

Θέλω να ισχυριστώ, όσο εξωφρενικό κι αν ακούγεται, ότι το ιστορικό μυθιστόρημα του μέλλοντος (που είναι σαν να λέμε του δικού μας παρόντος) θα είναι κατ’ ανάγκην επιστημονικοφανταστικό (Science-Fictional), στον βαθμό που θα πρέπει να συμπεριλάβει ερωτήματα για τη μοίρα του κοινωνικού μας συστήματος, το οποίο έχει γίνει δεύτερη φύση. Το να διαβάσουμε το παρόν ως ιστορία, όπως πολλοί μας έχουν προτρέψει να κάνουμε, θα συνεπάγεται την υιοθέτηση κάποιου είδους επιστημονικοφανταστικής προοπτικής.[15]

Είναι η επιστημονική φαντασία ο ρεαλισμός του αιώνα μας, όπως υποστήριξε πρόσφατα ο Kim Stanley Robinson;[16] Σίγουρα πάντως σήμερα το είδος αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία ως εργαλείο για την αναπαράσταση του κόσμου, όπως δείχνει άλλωστε και το γεγονός ότι τα τελευταία δύο βραβεία Booker δόθηκαν σε μυθιστορήματα του είδους: στο δυστοπικό Το τραγούδι του προφήτη του Paul Lynch (2023) και στο επιστημονικής φαντασίας Orbital (2024) της Samantha Harvey (θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ακόμα και Τα εφτά φεγγάρια του Μάαλι Αλμέιντα του Shehan Karunatilaka [2022] ανήκουν στην ευρύτερη κατηγορία-ομπρέλα της λογοτεχνίας του φανταστικού).

Οι Αδύνατες πόλεις είναι το επιστημονικοφανταστικό έπος της εποχής μας και το παραπάνω κείμενο καταπιάνεται με ορισμένα μόνο από τα ζητήματα που ανοίγονται από αυτό το μυθιστόρημα, που τολμά το ακατόρθωτο: να πιάσει τον σφυγμό της εποχής, να αναπαραστήσει τον κόσμο ως ολότητα. Αυτή ήταν κάποτε μία από τις αποστολές του ρεαλισμού, ο οποίος τώρα μοιάζει να υποχωρεί και να δίνει τη θέση του στην επιστημονική φαντασία, διαπιστώνοντας ότι το αντικείμενο της αναπαράστασης γίνεται τόσο πελώριο, πολυδαίδαλο και τρομακτικό, όπου δεν έχουμε αναπτύξει ακόμα τα αντιληπτικά όργανα για να το προσλάβουμε. Από την άλλη, έχει ήδη καταστεί φανερό ότι ο ρεαλισμός διατηρεί μια θεμελιώδη σχέση με τη δυστοπία: οποιαδήποτε νηφάλια παρατήρηση του κόσμου γύρω μας συνηγορεί ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν προς το χειρότερο. Ίσως μάλιστα αυτή η ρεαλιστική κλίση να είναι που ωθεί τον Μάντη στη δυστοπία, σαν ένα είδος γνωσιολογικής αρχής της πραγματικότητας που δεν του επιτρέπει να ξεδιπλώσει τις αφηγηματικές του ικανότητες στη συγκρότηση ενός ουτοπικού κόσμου.

Όμως αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι το αντίθετο της δυστοπίας είναι η ουτοπία. Η αντίθεση της ουτοπίας είναι η αντι-ουτοπία, ο ισχυρισμός ότι οποιαδήποτε απόπειρα αλλαγής είναι εγγενώς καταδικασμένη σε εκτροπή κι αποτυχία. Κι αυτό διότι οι δυστοπίες διατηρούν ανοιχτούς τους θύλακες της ελπίδας, αφήνουν πάντα ανοιχτό το παράθυρο στην αλλαγή. Εκεί έγκειται η τελευταία πρόταση για την ανάγνωση της δυστοπίας, την οποία οι παραπάνω σελίδες προτίμησαν να αφήσουν ανοιχτή: πρόκειται για την ανάγνωση της ουτοπίας που κρύβεται μέσα στη δυστοπία, των ιχνών του καλύτερου μέλλοντος, των ανοιχτών υποθέσεων. Δεν υπάρχει καλύτερος θεωρητικός αυτής της τέταρτης ουτοπικής ανάγνωσης, την οποία θα αποκαλούσα «ανάγνωση της δυστοπίας ως ουτοπίας», από τον Ίταλο Καλβίνο των Αόρατων (αυτή τη φορά) πόλεων, ο οποίοςακυρώνει το μέλλον με την ίδια κίνηση με την οποία το διατηρεί ακράδαντα ζωντανό:

«Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον· αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. Δύο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχθούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να καταλήξουν να μην τη βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μάθηση: να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο».[17]


[1] Παραπέμπω επίσης στην ταξινόμηση των δυστοπιών από τον Αντώνη Μπαλασόπουλο, η οποία διαθέτει πλούσια βιβλιογραφία και είναι πάντα χρήσιμη σαν έναυσμα της ειδολογικής κριτικής: Αντώνης Μπαλασόπουλος, «Αντι-ουτοπία και δυστοπία: Για να ξανασκεφτούμε το τοπίο», στο: Vasilis Vlastaras (επιμ.), Utopia Project Archive, 2006-2010, Athens School of Fine Arts, 2011, σελ. 393-402.

[2] Fredric Jameson, Archaeologies of the future. The Desire Called Utopia and Other Science Fictions, Verso, 2005, σελ. 288.

[3] Raymond Williams, Resources of Hope: Culture, Democracy, Socialism, επιμ.: Roblin Gable, Verso, 1989, σελ. 86. Αντλώ το παράθεμα από το πολύ ενδιαφέρον άρθρο της Patricia McManus για την ειδολογική κριτική: «Parsing the Personal», New Left Review, τχ 132, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2021, σελ. 107-124.

[4] Βλ. το ενδιαφέρον δημοσιογραφικό ρεπορτάζ της Τζένης Τσιροπούλου: «Από τις φωτογραφίες στις Δημοκρατίες: Το ΑΙ δεν είναι sci-fi. Είναι εδώ και μας αφορά», The Press Project, 30 Μαρτίου 2024: https://thepressproject.gr/apo-tis-fotografies-stis-dimokraties-i-ai-den-einai-sci-fi-einai-edo-kai-mas-afora/

[5] Για μια συνολική αποτίμηση της πιλοτικής εφαρμογής βλ.: Sarath Davala, Renana Jhabvala, Soumya Kapoor Mehta και Guy Standing, Basic Income: A Transformative Policy for India, Bloomsbury, 2015. Για το βασικό εισόδημα γενικά βλ.: Guy Standing, Βασικό εισόδημα: Πώς θα το επιτύχουμε, μτφρ.: Αργύρης Παπασυριόπουλος, Παπασωτηρίου, Αθήνα, 2021, καθώς και το τελευταίο κεφάλαιο στο David Graeber, Bullshit Jobs: Μια θεωρία, μτφρ.: Χρήστος Πάλλας, Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα, 2023, σελ. 304-320.

[6] Σε αυτή την κατεύθυνση, βλ.: Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Η εργασία, ο καταναλωτισμός και οι νεόπτωχοι, μτφρ.: Κωνσταντίνος Δ. Γεωρμάς, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2004, Μπιούνγκ Τσουλ Χαν, Η κοινωνία της κόπωσης, μτφρ.: Ανδρέας Κράουζε, Όπερα, Αθήνα, 2015, και Kathi Weeks, The Problem with Work: Feminism, Marxism, Antiwork Politics, and Postwork Imaginaries, Duke University Press, 2011.

[7] Jameson, Archaeologies of the Future, ό.π., σελ. 288-289.

[8] Jean Baudrillard, Ομοιώματα και προσομοίωση, μτφρ.: Στέφανος Ρέγκας, Πλέθρον, Αθήνα, 2019, σελ. 27-84.

[9] Βλ. David Graeber, «Τα ιπτάμενα αυτοκίνητα και η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» στο Η ουτοπία των κανόνων. Για την τεχνολογία, την ηλιθιότητα και τις κρυφές χαρές της γραφειοκρατίας, μτφρ.: Πάνος Σταθάτος, Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα 2024, σελ. 131-175.

[10] Είναι ενδεικτικό ότι η Katherine Hayles ξεκινάει το βιβλίο της για το μετα-ανθρώπινο, γραμμένο το «μακρινό» 1999, με την υπόθεση ότι σε μερικά χρόνια θα μπορούμε να κάνουμε «download» την ανθρώπινη συζήτηση σε έναν υπολογιστή: Katherine N. Hayles, How We Became Posthuman: Virtual Bodies in Cybernetics, Literature and Informatics, Chicago University Press, 1999.

[11] Βλ. σύντομα: Fredric Jameson, Μια αμερικανική ουτοπία: Δυαδική εξουσία και καθολικός στρατός, επιμ.: Slavoj Zizek, μτφρ.: Γιώργος Καράμπελας, Angelus Novus, Αθήνα, 2019, σελ. 53-54.

[12] Patricia McManus, Critical Theory and Dystopia, Manchester University Press, 2022, σελ. 1.

[13] Για την έννοια του ύστερου φασισμού βλ. Alberto Toscano, Late Fascism: Race Capitalism and the Politics of Crisis, Verso, 2023. Για μια ενδιαφέρουσα σύνδεση της ακροδεξιάς με τις θεωρίες συνωμοσίας βλ.: Δημήτρης Λένης, Θεωρίες συνωμοσίας, Ιστορία, Θεωρία και Πρακτική. Μια εισαγωγή, Τόπος, Αθήνα, 2023.

[14] Βλ. και το άρθρο: Svetlana Boym «Conspiracy Theories and Literary Ethics: Umberto Eco, Danilo Kis and the Protocols of Zion», Comparative Literature, τόμ. 5, 2, άνοιξη 1999, σελ. 97-122. Χρήσιμο είναι και το κεφάλαιο του Jameson για τις ταινίες συνωμοσίας: «Totality as Conspiracy» στο Fredric Jameson, The Geopolitical Aesthetic. Cinema and Space in the World System, Indiana University Press, 1992, σελ. 9-84.

[15] Fredric Jameson, The Antinomies of Realism, Verso, 2013, σελ. 298.

[16] Kim Stanley Robinson «Science Fiction: The Realism of the 21st century», συνέντευξη με τον Richard Lea, The Guardian, 7 Αυγούστου 2015: https://www.theguardian.com/books/2015/aug/07/science-fiction-realism-kim-stanley-robinson-alistair-reynolds-ann-leckie-interview

[17] Ίταλο Καλβίνο, Οι αόρατες πόλεις, μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης, Καστανιώτης, Αθήνα, 2004, σελ. 198. Για μία ακόμα πρόταση αυτής της ουτοπικής μεθόδου, βλ. Fredric Jameson «Utopia as Replication», στο Valences of the Dialectic, Verso, 2009, σελ. 410-434.

Κύλιση στην κορυφή