Χρίστος Χατζήπαπας

Προδότες όλοι σας!

Στη Δέσποινα Νικολάου

Διευκρινιστικά: «Προδότες κι εσείς και οι δικοί μας απάνω!» ήταν η ακριβής φράση της. Ήρθε ψες και με βρήκε. Μετά από σαράντα έξι χρόνια. Είχα προηγουμένως ακούσει στις ειδήσεις εκείνο το συνταρακτικό: «Κανείς δεν βρίσκεται στη ζωή να παραλάβει τα οστά του ήρωα Ελλαδίτη, που ταυτοποιήθηκε μέσα από εξέταση DNA».

Πρέπει να ήταν εκείνη, δεν μου γελά. Έστω και μέσα από το όνειρο. Πριν από πολλά χρόνια είχε έρθει σπίτι μας. Μετά από μια πορεία γυναικών για την ανεύρεση της τύχης των αγνοουμένων. Την έφερε η γυναίκα μου που είχε λάβει κι η ίδια μέρος. Είχε κι αυτή αγνοούμενο. Ένα ανιψάκι της που μόλις είχε καταταγεί. Θυμάμαι ακόμη το γλυκόλαλο τραγούδι του «ήταν πρωί τ’ Αυγούστου», που δεν τον πρόλαβε, τον πρόλαβαν οι βόμβες του Τούρκου Ιούλη.

Δύσκολα την καταλάβαινες, ήταν πολύ μπερδεμένη. Απόρησα για την απρόσμενη παρουσία της στο σπίτι μας. Η γυναίκα μου από αυτό είχε πιαστεί και την κουβάλησε σπίτι. Από το ακατανόητό της. Στη διάρκεια της πορείας, αντί να καταφέρεται κατά του Τούρκου εισβολέα, όπως οι σπαρακτικές κραυγές, αυτή ψεύδιζε συνεχώς μέσα από τα δόντια: «Προδότες κι εσείς και οι δικοί μας απάνω. Όλοι». Ήταν δίπλα της, αυτήκοος μάρτυρας, και ταράχτηκε. Σε ηλικία, λίγο πιο μεγάλη από εμάς. Μπορεί σαράντα κάτι. Νέα γυναίκα, χωρίς παιδί πια. Κι ο άντρας της φευγάτος, είχε αποδημήσει γρήγορα μετά τον χαμό του παιδιού τους, με πληροφόρησε η γυναίκα μου. Πιθανόν να της το ομολόγησε στον δρόμο προς το σπίτι, παρόλο που τις λέξεις τις έβγαζες με το τσιγκέλι από το στόμα της. Φθαρμένες. Μισές. Θα πρέπει να ήταν ωραία κάποτε, πριν ο καημός κι η παραφροσύνη τής ρημάξουν την ομορφιά.

Δοκίμασα να αποσπάσω μια ερμηνεία από το απόκρυφο σύνθημά της. «Προδότες κι εσείς όλοι και οι δικοί μας, απάνω», επανέλαβε. Ποιους να εννοούσε; Εμείς σε τι της φταίξαμε, ομοιοπαθείς της, στο κάτω κάτω. Δίστασε λίγο κι ύστερα ξανοίχτηκε. Μονολεκτικά. «Η δική σας ΕΟΚΑ Β΄ κι η Χούντα απάνω, όλοι σας προδότες!». Μας έβαζε όλους στο ίδιο τσουβάλι. Κατάλαβα πως δεν θα κατορθώναμε να τα βρούμε.

Η γυναίκα μου στενοχωριόταν που μας την κουβάλησε στο σπίτι. Μετά από το φαγητό, η ξένη μας μόλις που το άγγιξε, της έκανα ερωτηματικό νεύμα τι δέον γενέσθαι με δαύτην. Εν τέλει την κάλεσε στο αμάξι, να την πάει στις δικές της, που την γνωρίζανε σίγουρα καλύτερα, μην την αφήσουν πίσω. Θα αναχωρούσαν την επομένη για την Αθήνα.

Μου έκανε ένα νεύμα ευχαριστίας, σαν κάθισε στο αυτοκίνητο. Την χαιρέτισα κι εγώ από το τζάμι κολλώντας την παλάμη μου στο μισάνοικτο γυαλί. Αναμένοντας το δικό της. Αχνογέλασε. Μηχανικά και απούσα.

Το βράδυ ήρθε πάλι και με βρήκε. Στον ύπνο μου. Ήταν μετά τις ειδήσεις, μισό σχεδόν αιώνα από τη γνωριμία μας: «Κανείς δεν βρίσκεται στη ζωή να παραλάβει τα οστά του». Το θύμισα στη γυναίκα μου. Και της ίδιας το μυαλό είχε τρέξει μεμιάς σ’ εκείνη την αξιοθρήνητη γυναίκα.

«Θα κοιμηθεί εν ειρήνη στον «Τύμβο της Μακεδονίτισσας, όπως τόσοι άλλοι εκείνου του προδομένου πολέμου», είπα, υιοθετώντας οιονεί τα λόγια της. Απέφυγα ακόμη και στον ύπνο τη φράση «στ’ αζήτητα!» Ντροπή. Ήταν πολύ νωρίς, μόλις που ξημέρωνε. Κι άκουγα την ίδια φράση από το δικό μου στόμα. Στην αρχή δεν καταλάβαινα, μα μόλις σηκώθηκα, συνειδητοποίησα τον εφιάλτη μου. Που με συνόδεψε και στον ξύπνιο τις ακόλουθες μέρες.

Το χαπάκι λειτούργησε κατευναστικά. Όπως όλοι, όσοι είχαν αντανακλαστικά θανάτου εκείνου του μαύρου Ιούλη…

Κύλιση στην κορυφή