Οι πρώιμες, ασυστηματοποίητες κατά κανόνα, διαθέσεις μας ωριμάζουν με μαθητείες και αποκαλύψεις. Η ροπή μου, γύρω στα είκοσι, να επενδύω με γλώσσα ακατέργαστες συγκινήσεις δεν ήταν εξαίρεση. Ό,τι έγραψα πριν να γνωρίσω ορισμένα πρόσωπα και έργα ήταν ερασιτεχνικό και μορφικά αφελές. Η κλίση χρειάστηκε να βρει τρόπους, να οδοιπορήσει πνευματικά. Η πρώτη έφεση νομίζει πως θα μιλήσει αυθόρμητα, εκτιμά την αθωότητά της, που όμως είναι άφωνος κόσμος.
Η περίφημη «Γενιά του ’70» ή «Γενιά της αμφισβήτησης» ήταν μια σειρά προσώπων που συνάντησα σε διαφορετικές συγκυρίες. Η πρώτη μου επαφή, νομίζω στη Δημοσιογραφική Σχολή (1966), υπήρξε ο Γιώργος Καραβασίλης (1948-2004), μεταφραστής από τα γαλλικά και ποιητής με Σολωμικές καταβολές. Μόλις πολιτογραφημένος Αθηναίος, άκουσα από κείνον για έννοιες και πρόσωπα που προϋπέθεταν μαθητεία: «Ο ποιητής του ενός βιβλίου», ο Καβαλκάντι, ο Πάουντ (που είπε ότι «δεν υπάρχει δημόσιος δρόμος για τις μούσες»), ο Αιγιοπελαγιτισμός απέναντι στη βαρύθυμη υπαρξιακή ποίηση. Ανακαλώ ακόμα και σήμερα τους μονολόγους του για τον Αλέξανδρο Μπάρα που «με πέντε σπουδαία ποιήματα καταφέρνει να φτιάξει τον ατμοσφαιρικό του κόσμο».
Στη δημοσιογραφική σχολή τού Μελά (Ακαδημίας και Σίνα) εμφανίστηκαν και άλλοι ενδιαφέροντες συνομήλικοι. Ο Νίκος Σ., λόγου χάριν, που μου έστελνε την ώρα ενός οικονομικού μαθήματος ραβασάκια με ποιήματα του Έλιοτ («Φληβάς ο Φοίνικας, δεκαπέντε μέρες πεθαμένος, λησμόνησε την κραυγή των γλάρων, το κέρδος και τη ζημιά…»). Πρότεινε διαρκώς σκασιαρχεία για παρουσιάσεις βιβλίων ή διαλέξεις. Μαζί του, σε μιαν υπόγεια γκαλερί της Καραγιώργη Σερβίας θυμάμαι τον Τσαρούχη να αφορίζει με σύντομα τσιτάτα, περιμένοντας την επιβεβαίωση του κοινού. «Δεν πγέπει να φοβόμαστε το εθνικό μας χάος. Όπως ξέγετε, ο κόσμος από το χάος πγοήλθε».
Ο κύριος Γ. που γνωρίζω την ίδια εποχή, μεταφραστής ξένων επιφυλλίδων σε μιαν εφημερίδα, είναι θαμώνας του Λουμίδη. Όρθιος, με έναν εσπρέσο μπροστά του, δεν κουράζεται να μιλά. Μέχρι το μεσημέρι διατρέχει τη Σταδίου, ανάμεσα στην Εστία, τον Κάουφμαν και το Μπραζίλιαν. «Ο φόβος της ανωνυμίας, αυτός δημιουργεί την έφεση στη συγγραφή, μπορεί και να σας οδηγήσει σε έναν προνομιακό κόσμο. Θα μου επιτρέψετε να σας χαρίσω αυτό το βιβλίο. Ρίλκε: Γράμματα σε έναν νέο ποιητή. Μετάφρασις Πλωρίτη». Και μερικούς μήνες αργότερα: «Η αντίληψή μας είναι υλικό που χρειάζεται μορφή για να παρασταθεί. Διάβασα τις σημειώσεις που μου δώσατε. Προς το παρόν είναι προσχέδια. Ζητούν φόρμα». Έχει κάνει παρεμβάσεις με ξύλινο μολύβι σε ορισμένα σημεία. «[…] Στον ηλεκτρικό, γυρνώντας με την Β. απ’ το Φάληρο. Ο ρυθμικός γδούπος, ο εύελπις με τα σπυράκια, το νεαρό κορίτσι και ο κουλουράς με την κατανυκτική μιζέρια, βαθύτατα ωραίος και εξοντωμένος. Τα φθαρμένα του πέδιλα σημεία μαρτυρίου». «Σας αφορούν οι εικόνες περισσότερο απ’ τις ιδέες. Είναι δύο σχολές βλέμματος. Ανήκετε στην πρώτη». Η κόρη του, αρχιτέκτων, μου χαρίζει ένα βιβλίο Αισθητικής του καθηγητή της αρχιτεκτονικής Μιχελή. Χάνομαι στις ιδέες του. Δεν θυμάμαι πια τον τίτλο.
Η μνήμη μπορεί να με στείλει αμέσως στα χρόνια της δικτατορίας. 1971. Γράφω σύντομα ποιήματα, καβαφογενή, σε μια καθαρεύουσα που επιζητεί κομψότητα, ορισμένοι όμως βλέπουν ένα στοιχείο ειρωνείας, ίσως πόζας. Με ενδιαφέρει η καθαρεύουσα, μπορεί να είναι από μόνη της ύφος, κατεργασμένος κόσμος. Ο Στέφανος Μπεκατώρος (1946-2006), λίγο μεγαλύτερός μου, ποιητής και κριτικός σεφερικής σχολής, με ενθαρρύνει φιλικά. «Μ’ αυτό το ιδίωμα», λέει για την καθαρεύουσα, «η λέξη π ρ α γ μ ο π ο ι ε ί τ α ι (γίνεται πράγμα), αποκτά αυτόνομο βάρος ακόμα και έξω απ’ το νόημα».
Κάποτε τα ποιήματα που γράφω είναι μονόστιχα. Αποφασίζω μια δική μου έκδοση σε έναν παλιό τυπογράφο της οδού Γερανίου. Διαλέγουμε στοιχεία, σχήμα, διαστάσεις. Οι σελίδες φαίνονται άδειες με τους τρεις στίχους, καμιά φορά έναν. Τίτλος Λόγοι δύο. Το θαύμα συντελείται. Επιστρέφοντας (Σεπτέμβριος του 1973) από την Ισπανία με περιμένει μια κριτική του Γ.Π. Σαββίδη στο Βήμα. Τον σταματά ένας στίχος έξι λέξεων: «“Η καμπύλη εμμένει στις απόψεις σου». «Δεν θυμάμαι μετά το 1935 στα ελληνικά γράμματα στίχο με τόση αυτάρκεια», γράφει. Ο Αρανίτσης, λίγα χρόνια αργότερα, σχολιάζει τις καθαρευουσιάνικες μονοκονδυλιές εκείνης της συλλογής. «[…] Είχα την αίσθηση ότι πρόκειται για μια απ’ τις πιο ιδιότυπες λογοτεχνικές προσπάθειες της δεκαετίας, που την ευνοούσε το γεγονός ότι είναι αθόρυβη, δεν μπορούσα ωστόσο να καταλάβω ακριβώς αν επρόκειτο για ποιητή που το ταλέντο του τον οδηγούσε σε εκλεπτυσμένα παράδοξα ή για κάποιον που γνωρίζει αρκετά καλά τα λογοτεχνικά κόλπα, ώστε να δημιουργεί τις πολύ μικρές και κάπως ειρωνικές μορφές τελειότητας».
Ένα μεσημέρι (1973;) δίνω το βιβλίο μου στον κύριο Γ. Έχει πια ένα κινητικό πρόβλημα και κρατά μπαστούνι. «Να προσέξεις τον αισθητισμό», λέει μετά από λίγες μέρες, ενώ η παρέα του με ηθοποιούς του Εθνικού βαριέται εμφανώς. Αυτή η γραφή (Εμπειρίκος, κρυμμένος Καβάφης, Αλέξανδρος Μάτσας) έχει βάλει όρια στο αφήγημά της» (ίσως δεν είπε «αφήγημα», είναι μεταγενέστερη μπαναλιτέ το «αφήγημα»).
Δεν έχω μιλήσει για τα πρόσωπα που συναναστράφηκα στο ξεκίνημα. Βραδινές συντροφιές. Ταβερνεία γύρω απ’ το Κολωνάκι. Πόσος χρόνος και τι σπατάλη σε σχέση με τις σημερινές διαθέσεις. Η ποιήτρια Ολυμπία Καράγιωργα, η Ησαΐα με τις εμμονές της και τον κόσμο της, ο Μαγιακοφσκικός Λευτέρης Κανέλλης, άδικα αγνοημένος. Στο «Όκιο», κάτω απ’ τον Λυκαβηττό, συναντήσεις με τον Καββαδία (μια ιστορία που κάποτε πρέπει να την πω). Ο Γιάννης Κοντός που δεν θυμάμαι την αρχή της γνωριμίας μας, αλλά με γοήτευαν από τότε τα ποιήματά του, έγχρωμα, κινητικά, με ένα υποδόριο Σαχτουρικό παράλογο. Ο Βασίλης Στεριάδης, ποιητής «με επιρροές από τα κόμικς», είπαν. Θυμάμαι να με παρατηρεί για κάτι που ισχυριζόμουν: «Αυτά που θαυμάζεις θα τα βλέπεις σε μερικά χρόνια και θα γελάς». Είχε δίκιο. Ο Ίσαρης, χρόνια μπροστά από μας με το εκλεπτυσμένο του πνεύμα, ο Σιώτης πριν την Αμερική, ο πεπαιδευμένος Καλοκύρης, ο Πούλιος (με έναν λόγο προφητικό και κάποτε καταρρακτώδη). Κι ακόμα ο ευφάνταστος Υφαντής, ο Μπράβος με την υποβλητική αυτοχθονία, ο Ξεξάκης, ο Πατίλης, η Χατζηδάκι, ο Πρατικάκης, ο «πειραματικός» μέχρι το τέλος Μήτρας, ο Τραϊανός, που γνωρίζω στη Θεσσαλονίκη (εκείνη την εποχή μετέφραζε Παβέζε από τα αγγλικά). Αυτοκτονεί στα 36 του χρόνια στην καμπίνα του αυτοκινήτου του, αναπνέοντας, όπως η Αν Σέξτον, τα καυσαέρια. Ο Μαρκόπουλος, η Στριγγάρη, η Μαστοράκη, η Δαλακούρα, η Χριστοδούλου, ο στοχαστικός Βιστωνίτης, που έχει μαθητεύσει και ξέρει σε βάθος τους Θεσσαλονικείς, η Λαϊνά, η Παμπούδη, ο δαιμόνιος Βαρβέρης που, σαν τον ταχυδακτυλουργό στον Μάριο και τον Μάγο του Μαν, μπορούσε να σε «αδειάσει» κομψά και να του πεις επιπλέον ευχαριστώ. Μιλώ για όσους πλησίασα. Σε συμφραζόμενα μεταγενέστερων χρόνων, γνώρισα την Κυρτζάκη, τον Γιάννη Ευσταθιάδη, τον Λιοντάκη, τον Γιάννη Κακουλίδη, τον Τηλέμαχο Χυτήρη.
Είναι η εποχή που τα περιοδικά της λογοτεχνίας, κατεστημένα ή βραχύβια, έχουν κύρος. Ένα μέρος απ’ αυτήν την εντύπωση οφείλεται σίγουρα και στην εκτός των τειχών θέση μας. Ο Καραβασίλης, μέσα στη δικτατορία, μου γνωρίζει τον εκδότη και βιβλιοπώλη Βαγγέλη Λάζο («Δωδώνη») για τον οποίο μεταφράζει στη θεατρική σειρά. Στο βιβλιοπωλείο του θα εργαστεί για χρόνια προετοιμάζοντας την ωριμότητά του ο Μιχάλης Γκανάς. Ο Μιχάλης Κατσαρός, με λόγο σαν χρησμό, εκφωνεί δημοσίως τις αλήθειες του. Περίπατοι από το Ζάππειο μέχρι το κέντρο και αντίστροφα. Υπάρχει στο πρωτόλειο βιβλίο μου Με εισιτήριο επιστροφής ένα περιστατικό, καθώς γευματίζουμε στο Μοναστηράκι. «[…] Κουβεντιάζει σε αλαμπουρνέζικα (δήθεν ιαπωνικά) με δύο Ιάπωνες του διπλανού τραπεζιού και συγχρόνως μεταφράζει σε μένα ό,τι λένε στα «αραβικά». «Η γλώσσα κάποτε», δηλώνει, ήταν για όλους κοινή. Σαν ένα ρόδι πριν σπάσει και σκορπιστούν οι σπόροι. Ο ποιητής γνωρίζει την πρώτη αρχή».
Γνωριμία και συναντήσεις με τους Γ.Π. Σαββίδη, Ηλ. Πετρόπουλο (η σχέση περπάτησε μερικά χρόνια και τέλειωσε αδόξως), Κ. Στεργιόπουλο, Άρη Δικταίο, Νάσο Δετζώρτζη, Δ. Δούκαρη. Ο κύριος Γ. του Λουμίδη (+1979) ήταν ο μόνος «δάσκαλος», καθώς το ξανασκέπτομαι. Υπάρχουν ακόμα στη μνήμη μου φράσεις του. «Θυμήσου την Τύχη της Μαρούλας, του Κορομηλά, το κύρος που έχουν στο στόμα εκείνου του μάγειρα οι λέξεις “μπρίκια”, “κατσαρόλες”. Να προκύπτει πάντα η έννοια του πολύτιμου και για τα δικά σου σύνεργα».
Η σχέση μου με το σινεμά –όχι συστηματική, αλλά επίμονη–, επιβεβαίωσε τη σημασία της εικόνας, κυρίως στη λειτουργία του συνειρμού. Αν υπάρχει η διάκριση του γλωσσοκεντρικού και του αφηγηματικού ποιητή, στον δεύτερο η συνειρμική εικόνα (ένα είδος μεταφορικότητας) φωτίζει αναπάντεχες συνάφειες. Με ενδιέφερε από πολύ νωρίς η σκηνική εμπειρία του κόσμου. Περισσότερο απ’ όσο οι ιδέες γι’ αυτόν. Συναντώ μετά από δεκαετίες μια σημείωση εκείνων των χρόνων στο νεανικό Με εισιτήριο επιστροφής. Περιγράφω μέσω της εικόνας, δηλαδή πλαγίως, έναν χωρισμό: «[…] Έχει φύγει. Η σχέση των αντικειμένων στις εταζέρες του μπάνιου μεταβάλλεται μετά την εξαφάνιση των καλλυντικών της. Τα μπουκαλάκια και τα μικρά βάζα που απουσίασαν άλλαξαν άρδην το πνεύμα του χώρου». Σε λίγους μήνες από τώρα που γράφω θα εκδοθεί ένα βιβλίο μου, όπου η εικόνα –ίσως πιο ώριμα σ’ αυτή την ηλικία αλλά το ίδιο επίμονα–, έχει μεγάλη συνεισφορά στη σύνθεση.
Σε μια συνέντευξη στο Διαβάζω, ενδεχομένως πριν το ’90, έλεγα πως όλοι εκείνοι οι ποιητές που δεν θυμάμαι ακριβώς ποιος τους στέγασε σε ομάδα («γενιά του ’70») δεν είχαν κοινά γνωρίσματα. Η «Αμφισβήτηση», γενικευτικός όρος, υπάρχει (ή υποβόσκει) σε κάθε εποχή. Στα δικά μας πράγματα, ο χαρακτήρας της μου φαινόταν κάπως αυθαίρετος, γιατί υποτίθεται ότι αμφισβητούσε κάτι που δεν είχαμε: την αστική παράδοση. Μόλις αποκτούσε τηλεόραση και αυτοκίνητο –και με τι θυσίες–, η ελληνική οικογένεια. Συνέχιζα: «Η αντίληψη ότι τώρα η ποιητική γραφή επιχειρεί να είναι πιο άμεση και ουσιαστική, ότι ξηλώνει αξίες, ότι ταυτίζεται με τα πράγματα της εποχής και εμπλουτίζεται από τον καθημερινό λόγο (επιστήμη, τεχνολογία, διαφήμιση) ήταν ίσως χαρακτηριστικό δυο τριών προσώπων. Και βέβαια δεν καταλάβαινα την αντίληψη ότι τη φωνή των ποιητών “προσδιορίζουν επιρροές από τον Μάη του ’68 και τη διάσπαση του Κ.Κ”». Συμπερασματικά, δύσκολα θα αναγνώριζα μια ταυτότητα στη «γενιά». Βρίσκουμε σ’ αυτήν πράγματα με τα οποία επικοινωνούμε, ή όχι, αλλά δεν υπάρχουν κοινές τάσεις, κοινή κουλτούρα και μύθος. Η Αμφισβήτηση ήταν ετικέτα για μια ομάδα καλών και καλύτερων, παραγωγικών στην πορεία ή όχι, ποιητικών φωνών.
Υπήρξα ο πιο ολιγογράφος, ίσως μονοθεματικός (η σχέση του υποκειμένου με τον χρόνο). Πιστεύω όμως ότι συνδιαλέχθηκα με την ποίηση μέσω των πεζογραφικών βιβλίων μου. «Η ποίηση είναι εγκατασπαρμένη σε όλη το μήκος της πεζογραφίας του ως ενδιάθετη στάση και υπόγειο κλίμα. Σαν ένας αφανής λόγος που δίνει αίφνης στο ακριβές περίγραμμα των πραγμάτων μια υπερβατική λειτουργία.» (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου για τις Τέσσερις εποχές, 2011). Αν, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να εμφανίσω μια ταυτότητα, μπορώ να παραπέμψω πάλι στον ίδιο κριτικό που ορίζει τον χρόνο και τη μνήμη ως κύρια θεματολογία μου: «…Αν ένα από τα βασικά θέματα της ποίησης (ίσως το ουσιωδέστερο) είναι ο χ ρ ό ν ο ς, τότε τα ποιήματα ορίζονται ως προσπάθειες (εξαρχής, βέβαια, ατελέσφορες) να επιβραδύνουν την αμετάκλητη πορεία ή και να τον ακινητήσουν με την δια της ποιήσεως, μνημείωσή του. Γιατί η διάρκεια και η συνέχεια του χρόνου συλλαμβάνονται με τη μνήμη και αποτιμώνται με την ποίηση. Ο ποιητής που μιλάει για το χρόνο μιλάει δια της μνήμης. Και με δεδομένο ότι η ανθρώπινη μνήμη είναι επιλεκτική, η μνήμη του ποιητή λειτουργεί προς την κατεύθυνση της προσπάθειας να ανευρεθούν στο αλωμένο από τον χρόνο παρελθόν και στο παρόν (που είναι μέλλουσα μνήμη) στιγμές όπου, θαρρείς, ο χρόνος αίρεται. Θα έλεγα ότι η ποίηση επιχειρεί την υπεξαίρεση από το χρόνο κάποιων στιγμών του».
