«Νοσταλτζίκ τρε νοσταλτζίκ!» έλεγε το σύνθημα σε κάποιον δρόμο πέρσι το καλοκαίρι, ίσως γιατί έχει πλημμυρίσει ο κόσμος των διαθέσιμων εκφράσεων –λ.χ. το σινεμά, το instagram, το tumblr– με φωτογραφικές εικόνες καλοκαιριών μίας εποχής όπου όλα τα ενδεχόμενα ήταν ακόμα ανοιχτά: εικόνες από φωτογραφικά λευκώματα των δεκαετιών ’60-’80, από τόπους ταξιδιού στη Μεσόγειο και τους τροπικούς, και εξερευνητικές εικόνες και χάρτες από το national geographic και από ταξιδιωτικές εκδόσεις της ίδιας εποχής, που συλλέγονται αγωνιωδώς στα «equator institute», «amareazul» (o mar é azul), «areasvellas», για να αναφέρω μερικά. Μέσω των παραπάνω δημοφιλών ιστότοπων «μοιράζονται» οι πρώιμες αυτές επιθυμητικές ταξιδιωτικές εικόνες, που έχουν μετατραπεί εδώ και καιρό σε έναν κόσμο απολιθωμάτων· εικόνες που ποτέ δεν ζήσαμε ή που μόλις προλάβαμε στο μεταίχμιο της εξαφάνισής τους και κάπως τις θυμόμαστε αχνά να διαμορφώνουν τον φυσικό περίγυρο των παιδικών μας διακοπών, τον εικονοφαντασιακό περίγυρο των τότε διαθέσιμων περιοδικών, αλλά και της τηλεόρασης νωρίς τα απογεύματα, με τα χρωματικά κορεσμένα ντοκιμαντέρ του Ζακ Κουστώ στην ΕΡΤ2· εικόνες τόπων των οποίων τα χρώματα ξεθώριαζαν με την ίδια ταχύτητα που απομακρυνόταν το όποιο ενδεχόμενο φυσικής επίσκεψής τους· εικόνες σαν και εκείνη, όπου το μπεζ και το καφέ είναι στα καλύτερά τους· το μπλε-μαύρο της θάλασσας στο φόντο, επίσης –χρωματική παλέτα του 1964. Στο προσκήνιο ένας ξύλινος πάγκος από σανίδια και λαδομπογιά και πάνω του κεραμικά δοχεία αλμυρά. Πουκάμισα ρεβέρ, και η έγχρωμη εξερεύνηση να μου φαίνεται περισσότερο φωτογενής από ποτέ.
Αναφέρομαι επίσης σε μία σειρά από πρόσφατες κινηματογραφικές ταινίες που δημιούργησαν αίσθηση[1] και εκτυλίσσονται εντός του ευρύτερου μεσογειακού χώρου για τον οποίο συζητάμε, όπως επίσης και στην πρόσφατη επανανακάλυψη από τη νεότερη γενιά των φοιτητών μου των ταινιών του θέρους του Éric Rohmer των ʼ80s και ʼ90s, που κινηματογραφούν μία νεότητα που ταξιδεύει εύκολα δίχως πολλά-πολλά accessories, αλλά όλα επαρκώς καλαίσθητα, σε τόπους διακοπών που φιλοξενούσαν ακόμα αυτό που ο κοινωνιολόγος Παναγής Παναγιωτόπουλος είχε περιγράψει[2] ως «πρώην δημοκρατική παραλία»: εκείνη την πλατφόρμα όπου εκδηλωνόταν η «πάλαι ποτέ άνοδος και η άνθηση των μεσαίων στρωμάτων και του κοσμοπολιτισμού τους» με δραστηριότητες και συζητήσεις, μεφιγούρες και με πράξεις που ήταν σχεδόν εκτός κανόνα και με τα «συμπράγκαλα μιας μέρας να διακρίνονται αφημένα, ράθυμα στην άμμο». Εκείνη την παραλία ως πλατεία που διεκδικούν τα διάφορα «reclaim the beach» τα τελευταία καλοκαίρια, των οποίων το πολιτικό δυναμικό είχε καίρια αναδείξει ο πολιτικός επιστήμων Νικόλας Σεβαστάκης[3].
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εντατικοποίηση της τουριστικής σφαίρας, με τη μετατροπή της υπαίθρου σε ένα υβρίδιο φύσης και πολιτισμού, τοπίου-οικονομίας-πολιτικής, είναι εκ των συνιστωσών του ριζικού μετασχηματισμού που συντελείται στον τρόπο που κατοικείται η ύπαιθρος. Πρόκειται για την ανεξέλεγκτη διάχυση του τουριστικού φαινομένου που παράγει ένα αδιαφοροποίητο τερέν, ούτε απολύτως φυσικό ούτε απολύτως τεχνητό, αποτελούμενο από τουριστικές εγκαταστάσεις, διάσπαρτα οικοδομήματα, παλαιούς και νέους οικισμούς, υποδομές, αγροτικές καλλιέργειες, φυσικά κοινά, διεκδικούμενους χώρους και γραμμικά δίκτυα που τέμνουν το τερέν αυτό ορίζοντας τα διανύσματα της ροής κατοίκων, εργατικού δυναμικού, τουριστών, πόρων, προϊόντων και υπηρεσιών.
Πρόκειται για μία σειρά από μετασχηματισμούς που τα τελευταία χρόνια έχουν συζητηθεί εκτενώς σε μία σειρά από συνέδρια, ημερίδες, και εκδόσεις[4] και φυσικά στις δύο ελληνικές συμμετοχές στην πιο σημαντική διεθνή έκθεση αρχιτεκτονικής, αυτή της Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας: (i) «Το Αιγαίο μία Διάσπαρτη Πόλη» (2006) με επιμελητές τους Κ. Κοτζιά, Η. Κωνσταντόπουλο, Λ. Παπαδόπουλο και Κ. Φιλοξενίδου (όπου είχα την χαρά να συντάξω το τότε «Λεξικό του Υλοποιημένου Αρχιτεκτονικού Έργου στα Νησιά του Αιγαίου»)· και (ii) «Κιβωτός – Παλαιοί Σπόροι για Νέες Καλλιέργειες», (2010) με επιμελητές τους Φ. Γιαννίση και Ζ. Κοτιώνη.
Αυτή η τουριστική υπερ-εξάπλωση οδηγεί σε παροξυσμό ήδη υπάρχοντα φαινόμενα[5]:
1) την ανάπτυξη μονοθεματικών οικοσυστημάτων φιλοξενίας, κατανάλωσης και διασκέδασης για τον εισαγόμενο και εγχώριο τουρισμό μίας εσπεράντο αρχιτεκτονικής, στα οποία συνωστίζονται ξενοδοχειακές μονάδες και υπηρεσίες και ένα πλήθος παραθεριστικών «εξοχικών» κατοικιών όπου πραγματώνεται η συμβολική «έξοδος» από την πόλη κατά τις διακοπές και τα Σαββατοκύριακα.
2) τη συστηματική μετατροπή ζωντανών ή εγκαταλελειμμένων οικισμών, από πρώην ή νυν κατοίκους και απόγονους 2ης και 3ης γενιάς, σε «εστίες καταγωγής», όπου το παρελθόν επανέρχεται ως υπηρεσία και ως déjà vu· ως, δηλαδή, ένα συνονθύλευμα από ό,τι ενδεχομένως εξακολουθεί να διατηρείται από τις παραδόσεις του αγροτικούπολιτισμού, από «γενικές μνήμες» και «μνήμες από μνήμες»[6] που εκπηγάζουν από μια σειρά από οικείους μύθους περί γραφικότητας. Έτσι, οι περισσότεροι οικισμοί νιώθουν την ανάγκη να μετατραπούν σε «υπερ-χωριά» –π.χ. η Φολέγανδρος, να γίνει υπερ-Φολέγανδρος– με αποτέλεσμα η ταυτότητά τους να υπερ-απλουστεύεται στο logo μιας κάποιας τεχνητής αυθεντικότητας, χωρίς να γίνεται αντιληπτό από τους κατοίκους τους το ότι, όπου το παρελθόν αναβιώνεται με αυτόν τον εξω-ιστορικό τρόπο, το πραγματικό παρελθόν απομακρύνεται περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, σαν να το κοιτάς από τη λάθος μεριά ενός τηλεσκοπίου.
3) τέλος, την ανάπτυξη ενός φυσιολατρικού τουρισμού και αγροτουρισμού σε διακεκριμένα και προστατευόμενα τοπία που κρίνονται ως θελκτικά, τόσο λόγω της πραγματικής ιστορικής, αισθητικής και οικολογικής τους αξίας, όσο και σύμφωνα με μία στερεοτυπική και διάχυτη τοπιολατρία που αναζητά «αμόλυντα» τοπία. Πρόκειται για περιοχές που τίθενται πάντα υπό καθεστώς καθολικής προστασίας, που σημαίνει ότι παύεται κάθε παραγωγική δραστηριότητα πέραν των σπορ της φύσης.
Όσοι/ες από εμάς, τη δεκαετία του 1990 και του 2000 βρισκόμασταν κάπου μεταξύ των early 20ies και late 30ies μας, νομίζω θα συμφωνήσουμε ότι η συζήτηση για το πώς (δεν) είναι πια τα νησιά στην Ελλάδα έχει ενταθεί σε πρωτόγνωρο βαθμό τόσο στις παρέες όσο και στα κοινωνικά δίκτυα. Η διαπίστωση αυτή έχει το ενδιαφέρον της αλλά ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι στο σύνολό μας τα άτομα αυτά φαίνεται να υπήρξαμε μέλη της τότε μεσαίας τάξης, ή ακριβέστερα της ανώτερης μεσαίας τάξης, μιας και στην Ελλάδα χρησιμοποιούμε συχνά διασταλτικά τον όρο αυτό. Ως απόρροια των παραπάνω διαπιστώσεων άρχισα να αναρωτιέμαι το τι είναι αυτό που κατά βάθος επιθυμούμε ή σωστότερα, το τι είναι αυτό για το οποίο πενθούμε, επιθυμώντας το. Θα έλεγα λοιπόν ότι
1. επιθυμούμε (ή πενθούμε) μία εποχή, όπου το να ταξιδεύεις το καλοκαίρι στο Αιγαίο για έναν μήνα σε 3-4 νησιά, με σακίδιο στην πλάτη, στο κατάστρωμα από επιλογή, με 120,000 δραχμές ήταν ακόμα μία επιθυμία και δυνατότητα κυρίως της γενιάς μας και πολύ περισσότερο της τάξης μας και όχι ακόμα μία συλλογική επιθυμία ευρύτερων κοινωνικών και οικονομικών στρωμάτων –πέραν προφανώς των ατόμων για τα οποία τα νησιά αποτελούσαν τόπο καταγωγής.
2. Επιθυμούμε επίσης τα νησιά να είχαν παραμείνει εσαεί σε ένα μεταιχμιακό ακόμα στάδιο, το οποίο να περιέχει:
(i) προ-νεωτερικά στοιχεία, όσον αφορά στο ανθρωπογενές και στο φυσικό τοπίο, στα τοπικά προϊόντα διατροφής και στις επιλογές εστίασης, όπως και σε συγκεκριμένα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού όπως π.χ. τα πανηγύρια, η μουσική, τα αυθεντικά, ποιοτικά (και ακόμα φθηνά) arts and crafts κ.ά.·
(ii) νεωτερικά στοιχεία, όσον αφορά στις θαλάσσιες μεταφορές, στα δίκτυα και στις τηλεπικοινωνίες·
(iii) μετα-νεωτερικά στοιχεία όσον αφορά στις λοιπές επιλογές διασκέδασης, όπως και στην ανοχή στη διαφορετικότητα και στα ποικίλα στυλ ζωής και έκφρασης.
3. Ενδόμυχα επιθυμούμε το Αιγαίο να είχε παραμείνει εσαεί σε ένα μεταιχμιακό ακόμα στάδιο, στο οποίο θα μπορούμε να ζούμε μία δική μας ιδιότυπη «ροβινσωνιάδα», λίγο-πολύ όπως τη ζήσαμε τότε στην πρώτη μας νεότητα.
4. Επιθυμούμε, θα έλεγα ακόμη, οι κάτοικοι των νησιών αυτών να μην είχαν εμποτιστεί και αυτοί με τα σύγχρονα πρότυπα ζωής και τις τρέχουσες καταναλωτικές επιθυμίες των κυρίαρχων lifestyles ενός τάδε αυτοκινήτου, μίας δεινά σύγχρονης κατοικίας, ενός τρόπου διασκέδασης, αλλά να υιοθετούν για τους εαυτούς τους μία σχεδόν μεταφυσική ευγενή-άγρια απλότητα και ολιγάρκεια, προκειμένου να μη διασαλευτεί το context της δικής μας περιπέτειας.
5. Επιθυμούμε τέλος –δίχως ίσως να το καταλαβαίνουμε– μία συνθήκη όπου τα νησιά αυτά, προκειμένου να μην κατακλύζονται από τουρίστες, να είναι οικονομικά ασύμφορα για το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας αλλά όχι για εμάς. Γιατί πώς αλλιώς θα μειωθούν οι αριθμοί των επισκεπτών που πλέον μοιράζονται μέσες-άκρες παρόμοιες επιθυμίες με μας;
Οδηγούμουν στο συμπέρασμα ότι ίσως αυτό που βαθιά επιθυμούμε και το ονομάζουμε it‘s the end of the summer as we knew it, είναι παράγωγο μίας στάσης που περιγράφεται επικριτικά με τον όρο «exceptionalism»: δηλαδή, το να έχουμε μόνο εμείς την επιθυμία και τη δυνατότητα να ταξιδεύουμε σε «ημι-untouched» νησιωτικούς τόπους, οι οποίοι έχουν μείνει έξω από την ιστορία ή σωστότερα κάπου εκεί στα late ʼ80s early ʼ90s· να συναντούμε εκεί μόνο ανθρώπους σαν και εμάς· και ως «άλλους» να συναντούμε μόνο εκείνους τους ευγενείς-άγριους νησιώτες, που θα μοιάζουν πάντα με την αξιαγάπητη γιαγιά ή παππού, που αρέσκονται να κινηματογραφούν οι πρόσφατες διαφημίσεις μπύρας, πάντα έτοιμοι να μαγειρέψουν μόνο για εμάς, να μας κεράσουν καφέ και να μας προσκαλέσουν, μόνο εμάς και τους φίλους μας, σε εκείνο το μυστικό πανηγύρι…
Αλλά μετά σκέφτηκα ότι δεν πρέπει να είμαι τόσο αυστηρός με τον εαυτό μου και με τους ανθρώπους που επιθυμώ και πενθώ παρόμοια πράγματα, αλλά να μας δω με συμπάθεια γιατί η στιγμή αυτή, «που ο κόμπος έφτασε στο χτένι», μπορεί να αποδειχτεί η κατάλληλη για να δούμε πώς μπορούμε να ανακαλύψουμε εκ νέου το τι σημαίνει νησιωτικότητα και τι καλοκαίρι.
Αυτά κάπως σκεφτόμουνα, γιατί τελικά το καλοκαίρι που επιθυμούμε είναι πλέον άπιαστο και υπό μία έννοια ευτυχώς. Όμως, η συνειδητοποίηση αυτή σίγουρα δεν σώζει τα νησιά μας από τον υπερ-τουρισμό. Όπως επίσης δεν τα σώζει και το να πιστεύουμε ότι μπορούν να μεταφερθούν με κάποιο μαγικό τρόπο πίσω στα ʼ90s ή ακόμα στα ʼ60s ή στα ʼ30s…
Καλές οι διαπιστώσεις. Το θέμα είναι τώρα τι κάνουμε
Καταρχάς, μπορούμε ως αρχιτέκτονες να αποφύγουμε εκείνο το «Rewind»της άγονης γραμμής της Νοσταλγίας, που αναζητά εναγωνίως «τις ενέσεις κάποιου μυθικού παρελθόντος»[7] όπου το πριν συνδέεται, λίγο-πολύ αυθαίρετα, με μία ειδυλλιακή εποχή αρκαδικής αθωότητας και πληρότητας σε αλώβητα βιο-οικοσυστήματα· και να αποφασίσουμε ότι δεν θα επαναλάβουμε στα σχεδιαστήριά μας τους λυρισμούς και τις «ωδές των ποιητών στην αγροτιά και τα χοϊκά αισθήματα που γεννά η μητρίδια γη»[8].
Εξίσου να αποφύγουμε τη φούρια του «Fast Forward»τηςΜελλοντολογίας, που αρέσκεται να μιλά μόνο για ένα «εύφορο» και «κυκλικό» μέλλον και για «βιώσιμη ανάπτυξη», όπουη επιζητούμενη ισορροπία μεταξύ τεχνητού και φυσικού περιβάλλοντος επιτυγχάνεται μέσα από νέες smart τεχνολογικές εφευρέσεις και νέες βιοπολιτικές στρατηγικές διαχείρισης του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων. Η Αστυπάλαια π.χ. είναι ένα τέτοιο στοίχημα.
Ως εναλλακτική, να επιλέξουμε ευθύς-εξαρχής να στραφούμε στο παρόν ως σημείο αναφοράς και να αναζητήσουμε τον δρόμο όχι μιας αναβίωσης του παρελθόντος ή μίας προβολής προς το μέλλον, αλλά μίας αναβλάστησης του παρόντος –υιοθετώ τον εύφορο όρο «αναβλάστηση» [renouveau] από τον ιστορικό και κριτικό τέχνης Jan Clair[9]· μίας αναβλάστησης που στέκεται με κριτικό τρόπο απέναντι στα κελεύσματα του κοινού αισθήματος, στις προ-κατ επιλογές και στις πακτωμένες του αδράνειες και η οποία επιχειρεί να αποσπάσει από τη μνήμη, από το πολιτιστικό παρελθόν αλλά και από το μέλλον, εκείνο που θα μπορούσε να δράσει δημιουργικά στο παρόν, δοκιμάζοντας, έστω και υπό το βάρος των περιορισμών του παρόντος, εναλλακτικές αρχιτεκτονικές προτάσεις.
Ο Clair καθιστά σαφές ότι με τον όρο αναβλάστηση δεν εννοεί μία «απλοϊκή επανάπαυση σε κάποια αποθέματα σχημάτων, ιδεών και συγκινήσεων, και σε μια κληρονομιά φυλαγμένη στην άκρη, από την οποία αρκεί μόνο να αντλήσει κανείς για να γίνει αυτομάτως κάτοχός της», αλλά προτείνει μία διαδικασία που παραμένει «πάντα ρευστή, πάντα αβέβαιη και πάντα ανανεωνόμενη από το κομμάτι εκείνο, το εξωτερικό για μας, που έχουμε πάψει να είμαστε ή που ποτέ δεν υπήρξαμε».
Μία ανάλογη κατά τη γνώμη μου στάση και εξίσου γόνιμη με αυτή της αναβλάστησης, είναι αυτή της «φιλαπόδημης εντοπιότητας» που εισάγει ο αρχιτέκτων Γιώργος Τζιρτζιλάκης στο κεφάλαιο «Εντοπιότητα: Οι Τρεις Έλληνες Ποιητές που δεν ήξεραν Ελληνικά» στο βιβλίο του Υπο-νεωτερικότητα και εργασία του πένθους. Ο νεολογισμός του περιγράφει ένα είδος εντοπιότητας:
«…που δεν είναι ποτέ καθαρά τοπικό, ούτε τοπικιστικό, ούτε εγκλωβίζεται υποχρεωτικά σε ερωτήματα ταυτότητας. Κι αυτό επειδή δεν υφίσταται σαν κάτι αμετάβλητο, αλλά σαν μία μεταβαλλόμενη πολλαπλότητα σχέσεων, που διαταράσσεται απανωτά από διάκενα και καταστάσεις μετάβασης ή μετάφρασης… [που είναι δηλαδή] περισσότερο τρόπος παρά τόπος, συνείδηση και όχι μόνο γεωγραφία.»[10]
Ας συγκρατήσουμε αυτές τις σκέψεις καθώς θα αναζητούμε τους όρους μίας εντόπιας αναβλάστησης, που θα επιτρέψουν στην αρχιτεκτονική, όπως σημειώνει ο αρχιτέκτων Λόης Παπαδόπουλος, να επινοήσει νέες μορφές «αξιοδότησης της υπαίθρου», ανανεώνοντας στα μάτια της κοινωνίας την «αρμοδιότητά» της[11] περί του να σκέφτεται, να συζητά, να εικάζει, και να σχεδιάζει για την ύπαιθρο, ιδωμένη όχι μόνο ως φυσικό χώρο αλλά και ως κατασκευή, όχι μόνο ως πραγματικό τόπο αλλά και ως αναπαράσταση, όχι μόνο ως γεωγραφικό περίγυρο αλλά και ως νοητική συνθήκη. Κι αυτό γιατί το «τι κάνουμε;» είναι μία πάρα μία πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί αποκλειστικά στα χέρια του τουριστικού κόσμου, στους ειδικούς της ανάπτυξης και αμιγώς στους τοπικούς πληθυσμούς· αφορά ένα διευρυμένο πεδίο στο οποίο συναντώνται η αρχιτεκτονική, η πολεοδομία, η οικονομία, η γεωγραφία, η ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία και φυσικά και η τέχνη.
Είναι σίγουρο ότι αν εξακολουθήσουμε να ακολουθούμε το τρέχον μοντέλο μεγέθυνσης του τουριστικού τομέα και της οικοδομικής δραστηριότητας που αυτό συνεπάγεται, τα αποτελέσματα θα είναι μη αναστρέψιμα. Πώς μπορεί η αρχιτεκτονική να βοηθήσει τις τοπικές κοινότητες να προχωρήσουν σε μία αλλαγή παραδείγματος και στη δύσκολη μετάβαση που θα συνεπάγεται η υιοθέτηση ενός εναλλακτικού αναπτυξιακού μοντέλου; Ο περιορισμός αριθμών, πυκνότητας και συχνότητας επισκεπτών, η στροφή από τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού σε μία ποικιλία βιώσιμων οικονομικών δραστηριοτήτων (που προφανώς θα περιλαμβάνουν και τον τουρισμό), προϋποθέτει μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, αντισταθμιστικά οφέλη και δημόσιο διάλογο δίχως αφελείς αναχρονιστικούς ρομαντισμούς, δίχως όμως και απόλυτη προσχώρηση στην τουριστική ευκολία. Ο ρόλος της αρχιτεκτονικής σε μία τέτοια διαδικασία αναβλάστησης οφείλει να είναι καταλυτικός.
Ας προσπαθήσουμε να εικάσουμε τρεις συνιστώσες αυτής της διαδικασίας αναβλάστησης:
1. Εditing: Σε ένα καθεστώς υπερ-έντασης του τουριστικού φαινομένου, η διαδικασία αναβλάστησης, ίσως πρέπει να συμπεριλαμβάνει, τουλάχιστον σε μία πρώτη φάση, ή σωστότερα ως αφετηρία του σχεδιασμού, τον προσεκτικό σχεδιασμό ενός πάρα πολύ στοχευμένου editing στο ανθρωπογενές περιβάλλον που να αφορά σε όλες τις κλίμακες του σχεδιασμού. Με δεδομένο ότι δεν είναι δυνατόν οι «υπάρχουσες πολιτισμικές και αισθητικές στάσεις και συμπεριφορές να φέρουν την αυτοαναίρεσή τους»[12], το editing που προτείνεται εδώ δεν υποστηρίζει μία στάση ακύρωσης του κτίζειν, κατά την οποία ό,τι έχει διαφύγει από το angst της «αξιοποίησης» αφήνεται στην ησυχία του στο διηνεκές. Το προτεινόμενον editing πρέπει να εννοηθεί ως μία δημιουργική διαδικασία διόρθωσης, επιμέλειας, αλλαγής, παραλλαγής, επεξεργασίας, και στην ύστατή του μορφή ως αφαίρεση, που αντιμετωπίζει κάπως τις «ανορθογραφίες»[13] στο Τοπίο. Ιδού μία πρόκληση για εμάς τους αρχιτέκτονες: να «ακινητήσουμε» στιγμιαία τη φούρια της σύνθεσης, και πριν να ξεκινήσουμε να προτείνουμε το νέο που θα έρθει να προστεθεί, να εκκινούμε πάντα από μία διαδικασία δημιουργικής αφαίρεσης ως σημαντική συνιστώσα της διαδικασίας αναβλάστησης.
2. Τοπίο: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το φυσικό περιβάλλον πρέπει να καταστεί απόλυτη προτεραιότητα, κοινός παρανομαστής, πολιτικό και συλλογικό πολιτιστικό πρόταγμα. Όμως, το γεγονός ότι κάποια φυσικά και ιστορικά τοπία πρέπει να διαφυλάσσονται και να συντηρούνται όταν χρειάζεται, δεν οδηγεί απαραίτητα στην απουσία κτισμάτων και δραστηριοτήτων εντός τους. Υπάρχουν άλλωστε εξαιρετικά παραδείγματα π.χ. στις Σκανδιναβικές χώρες και στην Ιαπωνία, όπου η συνύπαρξη φυσικού και ανθρωπογενούς τοπίου παράγει μία νέα ευαισθησία.
Είναι σημαντικό ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός να μην αντιμετωπίζει το οικοτοπίο ως ένα πεδίο «εναπομείνασας παρθενικότητας»[14] αλλά να αναπτύσσει μία διαλεκτική με τους νόμους του τοπίου και του κλίματος, ιδωμένους πάντα ως ένα πλαίσιο αναφοράς[15]. Αυτή προϋποθέτει την εις βάθος μελέτη της υπάρχουσας τοπιογραφίας και της μνήμης που τη συνοδεύει· της βλάστησης και των περιβαλλοντικών συνθηκών· του ισοζυγίου ανθρωπογενούς-φυσικού περιβάλλοντος· των ανώνυμων διαμορφώσεων που δημιουργούν την αίσθηση ότι είναι φυσικές προεκτάσεις του εδάφους· και της κλίμακας, του ρυθμού και της πυκνότητας των υπαρχόντων πραγμάτων. Η μελέτη αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να αποφασιστεί η χωροθέτηση του νέου κτίσματος σε σχέση με το οργανωμένο «φυσικό» περιβάλλον και με ό,τι θα παραμείνει αδιαμόρφωτο· η αλληλοδιείσδυση του «έξω» και του «έσω» και οι μεταξύ τους μεταβάσεις, μέσω ημιυπαίθριων χώρων που θα αναδεικνύουν τη σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο· η κίνηση και οι στάσεις που θα προσφέρουν στο βλέμμα θέματα και προοπτικές, έτσι ώστε το τοπίο να καθίσταται ο καθοριστικός παράγοντας της αρχιτεκτονικής σύνθεσης και το υλοποιημένο αρχιτεκτονικό έργο να έρχεται να προσθέσει εξωτερικά στο τοπίο και εσωτερικά να ολοκληρώνεται από αυτό.
Κι αν μία στάση σαν και αυτή, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να εκκινεί από μία εξιδανίκευση του φυσικού τοπίου, αντίστοιχη με αυτήν της Γενιάς του ʼ30 και των επιγόνων της στην αρχιτεκτονική, ας διευκρινιστεί ότι το τοπίο για το οποίο μιλάμε εδώ, και κυρίως η στάση μας απέναντί του, δεν αφορά μόνο στα όμορφα ήσυχα (τον ήλιο, το έδαφος, τη βλάστηση, τις θέες), αλλά και σε όλο το εύρος των αντιφατικών ως προς τα παραστατά και τα παθήματά τους «ornaments»[16] του σύγχρονού μας λαϊκού πολιτισμού, με τα οποία ο αρχιτέκτονας καλείται να συνδιαλλαγεί δημιουργικά και να συμπεριλάβει στον σχεδιασμό του, ως ζωντανά στοιχεία του ίδιου αυτού τοπίου. Η αναγνώριση όλων αυτών των ποιοτήτων προϋποθέτει, από την μεριά της αρχιτεκτονικής, την ανάπτυξη μίας ιδιαίτερης λεπτότητας για την οποία, ο στενός διάλογος με το πεδίο των κόσμου των σύγχρονων εκφράσεων (εικαστικές τέχνες, land-art, φωτογραφία, κινηματογράφος, pop-κουλτούρα κ.λπ.) αποδεικνύεται πάντα εξαιρετικά εύφορος. Για παράδειγμα, στο αυτοβιογραφικό της φιλμ The Beaches of Agnes (2008), η Agnès Varda κάποια στιγμή αναρωτιέται μπροστά στον φακό: «Don’t you think that people are formed by the landscape they grow up in?».
3. Παράδοση:Στην εξαιρετικά χρήσιμη για το θέμα που συζητάμε σήμερα, μικρή έκδοση του 1982, με τίτλο Αρχιτεκτονική και Παράδοση – Η Παράδοση σε Σύγχρονες Ιδεολογικές, Επιστημονικές και Αρχιτεκτονικές Πρακτικές, που βρέθηκε σχετικά πρόσφατα στα χέρια μου με επεισοδιακό τρόπο, η αρχαιολόγος και κοινωνική ανθρωπολόγος Νόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου, συζητώντας για τη μορφή και το περιεχόμενο της παράδοσης και τη λειτουργία του όρου, εκκινεί από τη διαπίστωση ότι ο όρος παράδοση «είναι τόσο ευρύχωρος, ώστε το περιεχόμενό του μπορεί να είναι εύπλαστο… ανάλογα με το ποιος τον ορίζει, ποιος τον χρησιμοποιεί και πώς…», πράγμα που σημαίνει –κι αυτό πρέπει να μας προβληματίσει στο πλαίσιο της σημερινής μας συζήτησης– ότι η παράδοση είναι «πάντοτε κάτι περισσότερο από ένα αδρανές κομμάτι του παρελθόντος». Αυτό που εμφανίζεται ως «το σημαντικό παρελθόν» αποτελεί σύμφωνα με τη συγγραφέα μία «επιλεκτική (=επιλεγμένη) παράδοση: μία συνθεμένη εικόνα του παρελθόντος, μία εικόνα που διαμορφώνει το παρόν από το οποίο έχει η ίδια διαμορφωθεί…»[17]. Πρόκειται για μία υπογράμμιση η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μία δημιουργική εγρήγορση.
Εισερχόμενοι στην κινδυνώδη στενωπό της παράδοσης, είναι σημαντικό καταρχάς να διαχωρίσουμε την επιβίωση της παράδοσηςαπό την αναβίωση της. Στην πρώτη περίπτωση, ορισμένα στοιχεία του ιστορικού παρελθόντος επιζούν στο παρόν με οργανικό και πολλές φορές ασυνείδητο τρόπο, επιδρώντας δημιουργικά σε αυτό. Στη δεύτερη περίπτωση, αυτή της αναβίωσης, στοιχεία που έχουν απομακρυνθεί από την άμεση ιστορική μνήμη και τη ζωντανή πραγματικότητα επανέρχονται στο παρόν ως αποτέλεσμα συνειδητών επιδιώξεων στενότερων κοινωνικών κύκλων[18].
Το γεγονός ότι παρατηρείται μία έντονη τάση αναβίωσης στοιχείων του παρελθόντος στην επιδίωξη μίας κάποιας «γραφικότητας» είναι φαινόμενο που θα πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαιτέρως, κι αυτό γιατί σε ό,τι αφορά στις κοινωνικές διεργασίες που διαμορφώνουν τον λαϊκό πολιτισμό, η τάση για αναβίωση, για να θυμηθούμε τον ιστορικό Σπύρο Ασδραχά, στην πλάστιγγα μεταξύ «βίαιων αποσυνθετικών συνεπειών» και «διαδικασίας αρμονικών προσμείξεων»[19] βαραίνει σαφώς προς την πλευρά των πρώτων.
Μεταξύ των δύο, ας επιλέξουμε λοιπόν, τη γεμάτη αντιφάσεις διαδικασία της επιβίωσης της παράδοσης για να εξετάσουμε παρακάτω το πώς αυτή μπορεί να είναι γόνιμη για τη σύγχρονη αρχιτεκτονική, ξεκινώντας από το εξής ερώτημα:Τι εξακολουθεί να μας κληροδοτεί το παρελθόν της λαϊκής αρχιτεκτονικής; Ένας αρχιτέκτονας θα απαντούσε άμεσα τα εξής: (i) μορφολογικά στοιχεία, (ii) διατάξεις χώρων, (iii) τεχνολογίες και τεχνοτροπίες κατασκευής και υλικοτήτων (iv) σχέσεις κτισμένου και τοπίου, και (v) αποθησαυρισμένα λειτουργικο-αισθητικά αντικείμενα. Όσον αφορά στα στοιχεία αυτά, οι περισσότεροι αρχιτέκτονες θα συμφωνούσαν ότι δεν μπορούν να οριστούν εκ των προτέρων γενικοί και ενιαίοι κανόνες για το αν, το ποια και το πώς τα παραπάνω στοιχεία κατά τη διάρκεια της αρχιτεκτονικής σύνθεσης θα υιοθετηθούν και θα χρησιμοποιηθούν ως έχουν ή θα μεταπλαστούν, λειτουργώντας πια υπαινικτικά σε σχέση με τα πρότυπα με τα οποία συνομιλούν.
Σε κάθε περίπτωση, όταν μιλάμε για τον σχεδιασμό νέων αρχιτεκτονικών έργων, το κρίσιμο στοιχείο είναι να αποφευχθεί η συντηρητική εκείνη τάση της επιστροφής στις ρίζες που τις περισσότερες φορές καταλήγει στο να δημιουργεί αρχιτεκτονικές σκηνογραφίες, όπου είδη του παρελθόντος αναδεικνύονται μέσα από αισθητικές του παρόντος, προκειμένου να αποτελέσουν νέες προτάσεις για εξωτική κατανάλωση. Ποια θα ήταν μία αντιπρόταση στην κατεύθυνση της αναβλάστησης; Να υιοθετηθεί μία αντιφατική στάση απέναντι στην παράδοση κατά την οποία θα επιχειρείται, με όρους του σήμερα προφανώς, κάτι ανάλογο με αυτό που επιχείρησε, αν θέλουμε να μεταφερθούμε σε ένα άλλο δημιουργικό πεδίο, ο σκηνοθέτης Νίκος Παπατάκης στο φιλμ του Οι Βοσκοί (1967), όπου εντός ενός χαρακτηριστικού μεσογειακού τοπίου και των στοιχείων που το απαρτίζουν, απογυμνώνονται τόσο οι πολιτιστικοί κώδικες που αναφέρονται στην παράδοση του τόπου, όσο και τα νέα στοιχεία που έχουν εισβάλει σε αυτόν, έτσι ώστε να αναζητηθούν οι όροι μίας νέας σύνθεσης[20].
Όσον αφορά στο οικείο πεδίο της αρχιτεκτονικής, υπάρχουν και σήμερα, νεότερα αρχιτεκτονικά γραφεία[21] και σχετικές με την αρχιτεκτονική δραστήριες πρωτοβουλίες[22] που μοιράζονται αυτήν την «παράξενη αγωνία» που ισορροπεί μεταξύ συνέχειας και ασυνέχειας σε σχέση με ό,τι επιβιώνει. Πρόκειται για δημιουργικές πρακτικές που μελετούν την αντιφατική εντόπια πραγματικότητα, δημιουργώντας αρχιτεκτονικά έργα που μας αφορούν, δίχως να προσφεύγουν σε ανούσιες αισθητικές γυμναστικές· για γραφεία που διερευνούν τους όρους συγκρότησης μίας πεποιημένης αρχιτεκτονικής συνθετικής «γραφής», η οποία δεν συμπεριλαμβάνει τα «λήμματα» ενός λαϊκού/παραδοσιακού τεκτονικού λεξιλογίου δίχως να τα έχει μεταβολίσει επαρκώς, ούτε προσχωρεί σε εκείνη την διαδεδομένη στο ευρύ κοινό –και στην τάξη των ημιμαθών διαμεσολαβητών του lifestyle– αρχιτεκτονική εσπεράντο, στην οποία συνυπάρχουν μοντέρνα και κυκλαδίτικα χαρακτηριστικά (μα τι ταιριαστός συνδυασμός!). Η πεποιημένη αρχιτεκτονική τους «γραφή» είναι το παράγωγο μίας διαφορετικής επεξεργασίας εκείνων των στοιχείων που εξακολουθεί να μας κληροδοτεί το παρελθόν. Δεν δέχονται, με άλλα λόγια, την παράδοση ως μία «απαραβίαστη κληρονομιά» αλλά επιλέγουν «να την οργανώνουν τα ίδια» προκειμένου να την ξεπεράσουν και να «εισχωρήσουν δημιουργικά στο μέλλον»[23]. Δίχως να εξιδανικεύουν τα στοιχεία της τοπικής οικοδομικής τεχνογνωσίας και της ανώνυμης χειροτεχνικής κληρονομιάς, τα μελετούν σε βάθος, αλλά και λοξά, και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, και την ίδια στιγμή επιμένουν με εμφατικό τρόπο στην κατεξοχήν αρμοδιότητα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής να συζητά και να σχεδιάζει δομημένο χώρο. Και είναι αυτός ο κριτικός αναστοχασμός στο σε τι συνίσταται κάθε φορά το εδώ και τώρα, που καθιστά το έργο τους, κατά τη γνώμη μου, πραγματικά σύγχρονο[24].
«Popularization»: ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα
Είναι θετικό και αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στον εβδομαδιαίο τύπο, τα τελευταία χρόνια, διεξάγεται μία εξαιρετικά γόνιμη δημόσια συζήτηση, με τη συμμετοχή και αρχιτεκτόνων, γύρω από τις πολυ-επίπεδες επιδράσεις στο δομημένο και στο φυσικό περιβάλλον που αναπτύσσεται το τουριστικό φαινόμενο. Μπορούμε να αναφερθούμε ενδεικτικά, μεταξύ άλλων σε δύο άρθρα αρχιτεκτόνων και μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας: (i) της Ίριδας Λυκουριώτη με τίτλο «Γιατί χρειαζόμαστε τη “νησιωτικοποίηση”»[25] σχετικά με τις «πρακτικές, την τεχνογνωσία και τους πολιτισμoύς» που ανέπτυξαν οι νησιωτικοί τόποι για την «αναπαραγωγή των πεπερασμένων πόρων τους», και (ii) του Πάνου Δραγώνα[26] για τη μη-βιωσιμότητα του τουριστικού μοντέλου που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια, το οποίο παράγει «αλλοιώσεις με ταχείς ρυθμούς» που δεν είναι αναστρέψιμες, «όσο ευφάνταστους χώρους κι αν προτείνει η τρέχουσα αρχιτεκτονική». Η αρθρογραφία αυτή μεταφέρει στο πεδίο της δημόσιας συζήτησης τη συνεχή και πλούσια έρευνα πάνω στα ζητήματα αυτά που πραγματοποιείται εντός των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων (και σε συνεργασία με αυτά), με πληθώρα προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μαθημάτων, εργαστηρίων σχεδιασμού και πτυχιακών εργασιών, διαλέξεων, ημερίδων, συνεδρίων, και σχετικών εκδόσεων σε όλες τις σχολές και στα ιδρύματα Αρχιτεκτονικής[27]. Η δημόσια συζήτηση με τη συμμετοχή αρχιτεκτόνων, είναι εξαιρετικά σημαντική, αναδεικνύει στο ευρύ κοινό τον ρόλο που μπορεί να παίξει η αρχιτεκτονική ως μία πλούσια μορφή στοχασμού σχετικά με το τι είναι σημαντικό και τι είναι κρίσιμο σε σχέση με αυτά τα επείγοντα ζητήματα.
Εξετάζοντας όμως άλλες μορφές εν δυνάμει ανάδειξης και επικοινωνίας της αρχιτεκτονικής στο ευρύ κοινό, όπως τα ετήσια εγχώρια βραβεία αρχιτεκτονικής, τις εγχώριες εκθέσεις αρχιτεκτονικής, τον ειδικό αρχιτεκτονικό τύπο, τις εξειδικευμένες ιστοσελίδες και τις διαλέξεις αρχιτεκτόνων, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι παραμένουν τις περισσότερες φορές στοχευμένες στο ειδικό κοινό των αρχιτεκτόνων. Εδώ, θα μπορούσε να υπάρξει μία πιο έντονη προσπάθεια να προσελκύσουν τα γεγονότα και τα έντυπα αυτά το γενικό κοινό διεγείροντας τις καταστάσεις της προσοχής, του στοχασμού και του συναισθήματος, και δημιουργώντας μία νέα αντιληπτική, γνωσιακή και αισθητική περιεκτικότητα, που ενισχύει και αναδεικνύει τη σημασία της αρχιτεκτονικής. Τα δε επιμελημένα αρχιτεκτονικά ένθετα που συνοδεύουν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες τον Κυριακάτικο Τύπο, όπως επίσης και ο life-style ηλεκτρονικός τύπος με αρχιτεκτονικό περιεχόμενο, και φυσικά οι δημόσιες παρουσιάσεις αρχιτεκτόνων που απευθύνονται σε πιο γενικό κοινό έχουν αρκετό δρόμο να διανύσουν για να λειτουργούν προς την κατεύθυνση μίας αναβλάστησης.
Όσον αφορά τώρα στο υλοποιημένο αρχιτεκτονικό έργο στην Ελλάδα που αφορά στους τόπους για τους οποίους συζητάμε εδώ, είναι γνωστό ότι περιορίζεται, ως επί το πλείστον, στον σχεδιασμό ιδιωτικών παραθεριστικών κατοικιών και ιδιωτικών δομών φιλοξενίας, ενώ σπανίζουν παραδειγματικά κτήρια και υποδομές δημόσιου χαρακτήρα, κοινόχρηστοι δημόσιοι χώροι (οργανωμένες πλαζ, παραλιακά μέτωπα, λιμενικές εγκαταστάσεις κοινού, κεντρικοί πεζόδρομοι, αναψυκτήρια, πλατείες, κήποι, μικροί αθλητικοί χώροι, υπαίθριοι χώροι στάθμευσης κ.ά.). Ο λόγος είναι ότι έργα σαν και αυτά που να είναι προϊόντα αρχιτεκτονικού σχεδιασμού δεν υφίστανται. Ένα σημαντικό αντίβαρο, για εξισορρόπηση αυτού του φαινομένου, μπορεί και πρέπει να είναι η προκήρυξη αρχιτεκτονικών διαγωνισμών, κι αυτό γιατί οι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί, πέρα από τεκμήρια ουσιαστικής μέριμνας των δημοτικών, περιφερειακών και εθνικών αρχών για την παραγωγή του αρχιτεκτονημένου περιβάλλοντος, αποτελούν τις κατεξοχήν πλατφόρμες παραγωγής αρχιτεκτονικής σκέψης, έρευνας και διαλόγου πάνω στο πώς σχεδιάζουμε και κυρίως στο πώς διαμορφώνουμε καταστάσεις πολιτισμού σε τόπους σαν κι αυτούς. Με τους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς ιδεών συγκροτείται ένα αποθετήριο ιδεών που, όταν παρουσιάζεται και συζητείται με τις τοπικές κοινότητες, αποτελεί ένα επιδραστικό μέσο αγωγής και ενεργοποίησης των κοινωνιών, προκειμένου να οραματιστούν, μαζί με τους αρχιτέκτονες, ένα διαφορετικό μέλλον για τους οικισμούς τους, δίχως να αναπαράγουν αυτό που ήδη γνωρίζουν.
Για παράδειγμα, ένα γνώρισμα των θρυλικών ξενοδοχείων «Ξενία», που δεν είναι ίσως τόσο γνωστό στο ευρύ κοινό, αλλά είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον για τη συζήτησή μας, είναι ότι όλα τα Ξενία ήταν σχεδιασμένα έτσι ώστε οι κοινόχρηστοι χώροι τους να μπορούν να φιλοξενήσουν περισσότερο κόσμο από τη δυναμικότητα των δωματίων τους. Έτσι οι κοινόχρηστοι χώροι τους, για το ευρύ κοινό που τα επισκέπτονταν,λειτουργούσαν ως παραδειγματικές «πλατείες» –το συμπλήρωμα της δημοκρατικής πλαζ της ανόδου των μεσαίων στρωμάτων και του κοσμοπολιτισμού τους, που αναφερθήκαμε στην αρχή του κειμένου. Λειτουργούσαν δηλαδή ως εμβληματικές μορφές πολιτιστικής σημασίας και σχεδιαστικής αρτιότητας.Ιδού ένα στοιχείο που αξίζει να μελετήσει κανείς στην κατεύθυνση μίας πιθανής αναβλάστησης.
Το όφελος των λίθων
Φαίνεται σαν να βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από αυτό που είχε προβλέψει ο Sigfried Kracauer ήδη από το 1927, ότι δηλαδή θα φτάσει μία στιγμή που όλοι οι γεωγραφικοί τόποι θα έχουν πια φωτογραφηθεί. Το αρχιπέλαγος του Αιγαίου, έστω και αναστενάζοντας όπως εκείνο το «Αχ Βαχ!» χαραγμένο στο σπίτι του Ροδάκη, εξακολουθεί, για πόσο ακόμη άγνωστο, να λειτουργεί ως προορισμός για εκείνους που αναζητούν την ουτοπία στο όριο μεταξύ της γεωγραφίας και του ονείρου. Εξακολουθεί να αποτελεί για εμάς τους επισκέπτες του τον τόπο μίας μετατόπισης. Ίσως κάτι τέτοιο να εννοούσαν οι André Breton, René Char και Paul Éluard, όταν στην ποιητική συλλογή τους «Aργά / Έργα» γράφουν τα εξής:
…Δεσποινίς,
Μην τινάζετε έτσι τα μαλλιά σας,
γιατί ο ταξιδιώτης του βορρά…
μπορεί να στραφεί ξανά προς το νότο…
προς όφελος των λίθων.
Το όφελος των λίθων λέω να αναζητήσω και εγώ αυτό το καλοκαίρι πασχίζοντας να εντοπίσω έναν όμορφο, απλό, μονόχωρο, ελάχιστο οικίσκο διακοπών –με μόνο τα βασικά: 15 τ.μ. συν/πλην, με ωραίο δάπεδο για να περπατώ ξυπόλυτος (που σημαίνει όχι πλακάκι εκτός αν είναι απλή teracotta, πράγμα σπάνιο), ένα καλό στρώμα και δροσερά σεντόνια, έναν ελάχιστο πάγκο κουζίνας (αν βρίσκεται έξω ακόμα καλύτερα), ένα τραπέζι και 2 ωραία καθίσματα (όχι καφενείου), ένα όμορφο φωτιστικό, ένα στρατηγικά τοποθετημένο μπετονόκαρφο για να κρεμάω το πουκάμισο ή την πετσέτα μου και να ανεμίζουν σημαιοτρόπως, ένα σημείο να ακουμπάω βιβλία, προσεγμένες αλλά απλές λοιπές υλικότητες και λεπτομέρειες κατασκευής και ένα φυτό που θα προσέχω. Με ωραία σκιά, για τον ημιυπαίθριο καλοκαιρινό βίο, και δύο καλά τοποθετημένα ανοίγματα για να δροσίζομαι όταν ξαπλώνω. Ιδανικά θα βρίσκεται δίπλα σε μία παραλία. Αν όχι, τότε θα βρίσκεται κάπου στην ύπαιθρο περιτριγυρισμένο από ένα (ημι-)άγριο τοπίο που είναι χαρακτηριστικό του τόπου του. Και στα extras: (i) μία μικροσκοπική καντίνα με λίγα τραπέζια, με ωραία ψάρια και κρασί εκεί δίπλα· (ii) ένα citroën méhari για βόλτες· και (iii) ένα μικρό dinghy με πανί για όταν βγάζει μπουκαδούρα το απόγευμα…
Κάτι ανάλογο –δίχως τα extras– είχε περιγράψει η Σουζάνα Αντωνακάκη στο «Μνήμες Καλοκαιριού»[28] όταν παρέθεσε από την Ιλιάδα εκείνο το «θάλαμον και δώμα και αυλήν», που κάπως τα συνοψίζει όλα…
⸙⸙⸙
[Ο Απόστολος Καλφόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΑΠΘ.]
[1] Π.χ. η πρόσφατη επιτυχία της ταινίας «Aftersun» της Ch. Wells που διαδραματίζεται στην αιγαιακή Τουρκία στα ʼ90s, και το φιλμ Winona του Α. Βούλγαρη.
[2] Στην Athens Voice (12/7/2018): https://www.athensvoice.gr/epikairotita/politiki-oikonomia/459091/proin-dimokratiki-paralia/?fbclid=IwAR0-ak4KXb4ts-EJNhdQtM9GEqFcT8i_uqdfopJ7g8kRI07VqvbnqjUYxRA
[3] Στη Lifo (4/8/2023): https://www.lifo.gr/stiles/optiki-gonia/i-politiki-ithiki-tis-petsetas-kinimata-se-symmahia-me-ton-nomo
[4] Ενδεικτικά: 1. «Ωραίο, φριχτό κι απέριττο τοπίον!» – Αναγνώσεις και προοπτικές του τοπίου στην Ελλάδα, επ. Κ. Μανωλίδης, ΤΑΜ ΠΘ, Νησίδες, 2003 / 2. Η Διεκδίκηση της Υπαίθρου – Φύση και Κοινωνικές Πρακτικές στη Σύγχρονη Ελλάδα, επ. Κ. Μανωλίδης, Θ. Καναρέλης, ΤΑΜ ΠΘ, Ινδίκτος, 2009 / 3. Αρχιτεκτονική Τοπίου +20, Τόμοι 1 & 2, επ. Μ. Α. Τζημοπούλου, εκδόσεις ΑΠΘ, 2023 / 4. Αρχιτεκτονική Τοπίου, Τόμοι 1 & 2, επ. Μ. Α. Τζημοπούλου, εκδόσεις ΑΠΘ, 2006 / 5. ΕΔΩ! ΤΟΠΟΣ-ΤΟΠΙΟ-ΧΩΡΟΣ-ΧΡΟΝΟΣ: Καλλιτεχνικές Πρακτικές και Ερμηνευτικές Προσεγγίσεις, επ. Θ. Ζαφειρόπουλος, Εκδόσεις Τζιόλα, Αθήνα 2024.
[5] Για τα οποία συζητούσαμε εκτενώς με την αρχιτέκτονα-εικαστικό Μ. Κριαρά και τους αρχιτέκτονες Γ. Καράμπαμπα και Κ. Στεφανίδη κατά τη διάρκεια της συνεργασίας μας ως «SuKu», στο πλαίσιο των συμμετοχών μας σε συναφείς διαγωνισμούς.
[6] R. Koolhaas, «Generic City» στο SMLXL, Rizzoli Press, New York 1998, σ. 1257.
[7] Χρ. Βακαλόπουλος, Η ονειρική υφή της Πραγματικότητας – Κείμενα για την επικοινωνία, για τον πολιτισμό, επ. Κώστας Λιβιεράτος, Εκδόσεις Εστία, δεύτερη έκδοση, 2024, σ. 288.
[8] Α. Ελεφάντης, Δια Γυμνού Οφθαλμού, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 1998, σ. 135.
[9] J. Clair, Σκέψεις για την Κατάσταση των Εικαστικών Τεχνών – Κριτική της Μοντερνικότητας, μετ. Α. Παπαθανασοπούλου, Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 1999, σ.106
[10] Γ. Τζιρτζιλάκης, Υπο-νεωτερικότητα και εργασία του πένθους. Η επήρεια της κρίσης στη σύγχρονη ελληνική κουλτούρα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014, σ. 50.
[11] Λ. Παπαδόπουλος, «Εδώ ας Σταθώ. Κι ας δω κ’εγώ την Φύσι Λίγο» σελ.161-177, στο Η Διεκδίκηση της Υπαίθρου – Φύση και Κοινωνικές Πρακτικές στη Σύγχρονη Ελλάδα, (βλ. παραπάνω στην υποσημ. αρ.4] σ. 165 και σ. 177.
[12] Βλ. υποσημ. αρ. 8, σ. 169.
[13] Στο «Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά» [Εκδ. Ίκαρος 1990, σελ.13-19] ο Οδυσσέας Ελύτης σημειώνει: «Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να ʼχω ζήσει σε καμιά καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν.»
[14] Τζ. Τραγανού, «Η ιδεολογική επιστράτευση του τοπίου: προοπτικές ανάγνωσης του “ελληνικού τοπίου” και παραλληλισμοί με την περίπτωση της Ιαπωνίας», από το «ωραίο, φριχτό κι απέριτο τοπίον!» – αναγνώσεις και προοπτικές του τοπίου στην Ελλάδα (βλ. παραπάνω στην υποσημ. αρ.4), σ.105
[15] Επειδή το άρθρο αυτό δεν αφορά μόνο την εσωτερική συζήτηση που διεξάγεται μεταξύ των αρχιτεκτόνων, ίσως έχει σημασία στο σημείο αυτό, να παραβάλουμε ως stimulus, την καταχώρηση του αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη στο ημερολόγιό του (στις 20/6/1948), η οποία έχει αναχθεί σε διαχρονικό αρχιτεκτονικό «mantra», που συμπυκνώνει μία στάση απέναντι στο μεσογειακό τοπίο:
«…Και για να γεννιέται, λοιπόν, το κάθε αρχιτεκτονικό έργο, μέσα από έναν τοπιακό χώρο και σύμφωνα με τη συγκεκριμένη κλιματολογική πραγματικότητα. Που στην Ελλάδα είναι τόσο φιλόξενη και φιλική, όταν το κάθε σπίτι θα μπορούσε να είναι μονάχα ένα ΥΠΟΣΤΕΓΟ και χωρίς κανένανε, σχεδόν, τοίχο από κάτω του. Κι όπως “ο βίος εν Ελλάδι είναι υπαίθριος” που έλεγε και ο Περικλής Γιαννόπουλος. Που το είχε …πιάσει το πρόβλημα»
Α. Κωνσταντινίδης, Η Αρχιτεκτονική της Αρχιτεκτονικής – Hμερολογιακά Σημειώματα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2011, σ. 83.
[16] βλ. Sigfried Kracauer, Τhe Mass Ornament: Weimar Essays, Harvard University Press, Ca. Mass., London 1995.
[17] Ν. Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Η Παράδοση της «παράδοσης» από τον καθημερινό στον επιστημονικό λόγο» στο Αρχιτεκτονική και Παράδοση – Η Παράδοση σε Σύγχρονες Ιδεολογικές, Επιστημονικές και Αρχιτεκτονικές Πρακτικές, επ. Γ. Χατζηγώγας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Εκδόσεις Ατλαντίδα, 1982.
[18] Έχει ίσως ενδιαφέρον στο σημείο αυτό, με τη μορφή παρένθεσης, να καταγράψουμε το συνεχές, με κυματοειδείς εξάρσεις ενδιαφέρον, που δείχνει εδώ και περίπου έναν αιώνα η αρχιτεκτονική κοινότητα, για το Σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα: 1. N. Magouliotis, «Self-doubting intellectuals and primitive alter-egos – The life and times of Zorba and Rodakis in the island of Aegina, Greece», CARTHA, 2017, 06 / 2. Τ. Παπαϊωάννου, Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, 2019, στη διαδικτυακή πλαφόρμα Archetype.gr / 3. O. Nicolai, Rodakis, Spector Books, Leipsig, 2008 / 4. Kl. Vrieslander – Τζ. Καΐμη, Το Σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, Ακρίτας, Αθήνα, 1997 / 5. Kl. Vrieslander, Το Σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, Ακρίτας, Αθήνα, 1934.
[19] Σπ. Ασδραχάς, περιοδικό Αντί, τχ. 40/1976, όπως παρατίθεται στην ενότητα 1. στο Δια Γυμνού Οφθαλμού, (βλ. υποσημ. αρ.8), σ. 14.
[20] Μία ανάλογη διερεύνηση, τολμώ να πω, είχε επιχειρηθεί στην έκθεση «Το Όμορφο δεν είναι παρά η Αρχή του Τρομερού» στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το 2009-2010, σε επιμέλεια του γράφοντος.
[21] Ξεκινώντας από τους ηλικιακά νεότερους: Ι. Βλαχάκη | Κ. Ζβε | DeMachinas | Αποστολόπουλο & Τασούλη | Β. Μ. Πλαβού | Loopo Studio | Υ2Κ | · στους: Παπαλαμπρόπουλο & Συριοπούλου | Α. Νικολοβγένη | Θ. Μάνη | faturacollaborative | Tcp architects | P,SO | hiboux | Α. Φωτάκη | Μαρία Κριαρά· και τέλος στους: OOAK | Ι. Βολάκη | Point Supreme | AREA | Deca.
[22] λ.χ. Kyklada Press, Archipelago Network, cycladic_identity (M.C.A.).
[23] Χρ. Βακαλόπουλος, βλ. παραπάνω υποσημ. αρ. 7, σ. 284.
[24] G. Αgamben, «What is the Contemporary?» σ. 10-19 στο Nudities, Stanford University Press, Stanford CA, 2010.
[25] Τα Νέα (20/08/2022): https://www.tanea.gr/print/2022/08/20/lifearts/giati-xreiazomaste-lfti-nisiotikopoiisi/
[26] Καθημερινή (22/08/2022): https://www.kathimerini.gr/society/562005982/arthro-toy-p-dragona-stin-k-epikratise-i-architektoniki-tis-apolaysis/
[27] Μπορούμε ενδεικτικά να αναφερθούμε στα Μ.Π.Σ.: 1. «Μεσογειακά Μέλλοντα» (Π. Πατρών) / 2. «Τουρισμός, Πολιτισμός και Μεσογειακός Χώρος: Σύγχρονες σχεδιαστικές προσεγγίσεις» και 3. «Προστασία, Αποκατάσταση και Ανάδειξη Ιστορικών Κτηρίων και Συνόλων» (Π. Κρήτης) / 4. «Προστασίας Μνημείων – Συντήρηση και Αποκατάσταση Ιστορικών Κτιριών και Συνόλων» (ΕΜΠ) / 5. «Προστασία Συντήρηση και Αποκατάσταση Μνημείων Πολιτισμού», 6. «Αρχιτεκτονική Τοπίου», 7. «Τουρισμός και Τοπική Ανάπτυξη» (ΑΠΘ). Επιπρόσθετα: 1. Δράσεις του Κ.Α.Μ. στα Χανιά από το 2002 / 2. «Doma Summer Schools» στο «Ξενία» της Ανδρίτσαινας.
[28] Σ. Αντωνακάκη, «Μνήμες Καλοκαιριού», στο Κατώφλια -100+7 Χωρογραφήματα, Futura, 2010, σ. 243.

