Μελανία Δαμιανού

Σαν χάρτινο παιχνίδι

Όταν ήμουν παιδάκι δεν μου έφταναν οι ιστορίες που μου διάβαζαν οι μεγάλοι κι όλο ζητούσα περισσότερες. Όμως εκείνοι βαριόντουσαν ή είχαν άλλες δουλειές να κάνουν κι έτσι καθόμουν και παρατηρούσα με τις ώρες τα μυστηριώδη σημάδια στις σελίδες των βιβλίων κι αδημονούσα να μάθω τί σήμαιναν. Τότε άρχισα να «γράφω»… Γέμιζα ό,τι χαρτιά έβρισκα  με μια αυτοσχέδια κυματοειδή γραφή κι όταν με ρωτούσαν τί είχα γράψει άρχιζα να αφηγούμαι μια ιστορία που θα ήθελα να διάβαζα. Δίπλωνα μετά τα «γραμμένα» χαρτιά κι έφτιαχνα βαρκούλες, βεντάλιες και σαϊτες.

Κάπως έτσι ξεκίνησε η γραφή για μένα. Σαν χάρτινο παιχνίδι -και σαν ανάγκη να μάθω και να καταλάβω το νόημα των λέξεων.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έγραφα για χρόνια αλλά σπανίως αποκάλυπτα τα κείμενά μου γιατί ένιωθα άβολα. Με τον καιρό κατάλαβα ότι γράφοντας απευθύνεσαι σε κάποιον,  ακόμα κι αν δεν το(ν) ξέρεις.  Αποφάσισα να πάω σε ομάδες γραφής για να βρεθώ και να γράψω ανάμεσα στους άλλους, να αναγκαστώ να εκτεθώ χωρίς να μπορώ να κρυφτώ. Ηταν μία δοκιμασία που αποδείχτηκε σημαντική και πολύτιμη. Εκεί ήταν που συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να αντικαταστήσω το ρήμα «εκτίθεμαι» με το «μοιράζομαι». Κι έτσι τα πράγματα μπήκαν σιγά-σιγά στη θέση τους.

Όταν ολοκλήρωσα τη γραφή της Λιτανείας του χρόνου τόλμησα να δείξω το χειρόγραφο στην συγγραφέα Ελενα Μαρούτσου. Τόσο η εμπιστοσύνη όσο  και η ένθερμη και γενναιόδωρη υποστήριξή της συνέβαλαν καθοριστικά στο να συνεχίσω να γράφω, πράγμα για το οποίο την ευγνωμονώ.

Ο  χώρος όπου ζώ είναι  χτισμένος με τα βιβλία των συγγραφέων που αγαπώ. Αισθάνομαι καθημερινά την ευεργετική τους παρουσία. Συγκατοικώ και επηρεάζομαι από τόσους συγγραφείς που δεν χωράνε σ’ αυτό το μικρό κείμενο. Μερικά ονόματα από την αρχή της λίστας: Εμιλυ Ντίκινσον, Αρθούρος Ρεμπώ, Μπρούνο Σούλτς, Ζέμπαλντ, Φραντς Κάφκα, Βιρτζίνια Γούλφ, Ντον Ντελίλο, Πιέρ Μισόν, Φλωμπέρ, Γκάιτο Γκαζντάνοβ… Από βιβλία θα  αναφέρω τρία από εκείνα που μ’ έχουν σημαδέψει: Τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Διονύσιου Σολωμού, το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λώρενς Ντάρελ και τους Αδελφούς Καραμαζώφ του Ντοστογιέβσκι – έργα αξεπέραστης δύναμης και ομορφιάς.

Η κύρια δυσκολία για την έκδοση της Λιτανείας προήλθε από εμένα την ίδια καθώς δίσταζα και ανέβαλλα για καιρό το να προτείνω το βιβλίο μου στους εκδοτικούς οίκους. Όταν βρήκα το κουράγιο να το κάνω, ένιωσα ένα παράξενο είδος ηρεμίας. Το βιβλίο είχε επιτέλους φύγει από μένα κι ας πήγαινε όπου ήθελε. Την  μέρα που έμαθα ότι η Λιτανεία θα εκδιδόταν από τις εκδόσεις Κίχλη – τις οποίες  εκτιμούσα ιδιαίτερα και ως φανατική αναγνώστρια – ένιωσα μια από τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής μου. Αυτή η χαρά κρατάει ακόμα.

Δεν περίμενα κάτι άλλο από την έκδοση του βιβλίου μου πέρα από το να καταφέρει να συναντήσει τους αναγνώστες στους οποίους απευθύνεται. Σίγουρα δεν είναι εύκολη αυτή η συνάντηση από τη στιγμή που κάθε καινούργιο βιβλίο κολυμπάει σε ένα πέλαγος άλλων βιβλίων και  οι αναγνώστες πολλές φορές χάνονται μέσα σ’ αυτή τη πληθώρα τίτλων και περιεχομένων. Παρ’όλα αυτά πιστεύω ότι ένα  ειλικρινές βιβλίο αργά ή γρήγορα βρίσκει τον δρόμο του – δύσβατο ή όχι δεν έχει σημασία.

Από εκεί και πέρα κάθε ανάγνωση και κάθε ερμηνεία της Λιτανείας είναι δώρα για μένα – μου φανερώνουν μια άλλη θέαση του κόσμου που αναδύεται μέσα από το βιβλίο κι αυτή είναι ίσως μία από  τις σημαντικότερες ανακαλύψεις που έκανα  γράφοντας: ότι οι αναγνώστες όχι μόνο εμπλουτίζουν με την εμπειρία τους μια μυθοπλασία αλλά και την πολλαπλασιάζουν – κάτι που είναι πραγματικά συναρπαστικό.

Αυτό που χρειάζεται ένα βιβλίο στην αρχή τουλάχιστον της πορείας του είναι να γίνει ορατό στους αναγνώστες που τυχόν ενδιαφέρονται. Το πώς θα γίνει αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητες. Είναι μυστηριώδη αντικείμενα τα βιβλία, δεν υπάρχουν συνταγές επιτυχίας και αποδοχής, απλώς προτείνονται – και μετά κανείς δεν ξέρει τί ακριβώς θα συμβεί ούτε και έχει νόημα να περιμένει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Πολλά εξαρτώνται από το είδος του βιβλίου, την συμβολή του συγγραφέα στην προώθηση του έργου του, την προβολή από τον εκδότη  αλλά και από τυχαίες και απρόβλεπτες συγκυρίες. Οσο για μένα, παρατηρώ την αινιγματική διαδικασία και συνεχίζω.

Νομίζω ότι οι κριτικές παρουσιάσεις των βιβλίων μπορεί να είναι σημαντικές για τη πορεία ενός βιβλίου έως και ανεκτίμητες – τόσο για τους συγγραφείς όσο και για τους αναγνώστες – φτάνει να είναι καλοπροαίρετες και να προέρχονται από ανθρώπους που αγαπούν βαθιά τα  βιβλία και τα προσεγγίζουν με ευαισθησία και γνώση. Εξάλλου κάθε ανάγνωση είναι αναπόφευκτα υποκειμενική, διεκδικεί πάντα την ελευθερία να ερμηνεύει ένα σύμπαν φτιαγμένο από λέξεις σύμφωνα με τα προσωπικά αξιολογικά κριτήρια και ανάγκες ενός αναγνώστη. Χάρις σ αυτήν ακριβώς την ελευθερία κι η ίδια η γραφή εξακολουθεί να υπάρχει και ν’ανθίζει.

Αυτόν τον καιρό γράφω μια σειρά αφηγήσεων που περιστρέφονται γύρω από δύο κυρίως άξονες: τη μνήμη και τη σαγήνη της περιπλάνησης. Ίσως πίσω από τη σαγήνη αυτή  να κρύβεται η νοσταλγία για ένα μακρινό ταξίδι.

Κύλιση στην κορυφή