Σταύρος Χριστοδούλου

Σαν νεκρή ζώνη

«Γιατί, ρε…» ψέλλισε. Δίχως ερωτηματικό. Ούτε τελεία. Αλλά σαν να γραπώθηκε εκείνο το ρε από μια απελπισία και τεντώθηκε τόσο, που κόντεψε να σπάσει. Μάγκωσε όμως. Κοκάλωσε η λέξη στο λαρύγγι του. Κι έγινε ένας πηχτός κόμπος, ένα παχύρευστο κουβάρι από ανείπωτα συναισθήματα. Απέχθειας κυρίως. Μπορεί και μίσους, πρόλαβα να σκεφτώ, καθώς τα χέρια του μου έσφιγγαν τον λαιμό.

Κι έπειτα, ξαφνικά, χάθηκα. Σωριάστηκα μαλακά, σαν πούπουλο, στις πέτρινες πλάκες. Έτσι δεν έβλεπα πια τις φουσκωμένες φλέβες του, το κατακόκκινο πρόσωπό του, τα τραχιά χέρια του. Ώσπου ένιωσα έναν σφάχτη να με συνεφέρνει. «Γιατί, ρε…» επαναλάμβανε. Και βάραγε.

Με βάραγε αλύπητα. Με χέρια και πόδια. Με γροθιές και κλοτσιές. Κι έπειτα με ό,τι μπορούσε να με πονέσει, ακόμα κι αν δεν μ’ ακουμπούσε. Δόντια, μάτια, στομάχι – αν ήταν δυνατό, τον είχα ικανό να βγάλει τη χολή του και να τη στάξει στάλα στάλα στο στόμα μου ώσπου να με πνίξει. Για να μην υπάρχω. Για να μην του θυμίζω πως υπήρξα καν.

«Σταμάτα, Κωστή… Εν πλάσμα…», ψιθύρισε η μάνα. Η μάνα μας. Είχε κρύψει το κεφάλι της μέσα στην ποδιά της. Μια λουλουδάτη ποδιά από μουσαμά, αγορασμένη στη Χώρα, με λευκά και κόκκινα ανθάκια που επέπλεαν σε ένα ποτάμι δακρύων. «Εν πλάσμα…», επανέλαβε αχνά.

«Εξίκκιν», είπε αυτός. Κι έφτυσε χάμω.

Με είπαν πολλά, αδελφέ. Με είπανε πούστη, τοιούτο, τραβέλι. Με είπαν παττάλικο, κουνιστό, ξεφωνημένη. Και κίναιδο και γαμημένο και νούμερο. Ακόμα και παρτάλι με είπε κάποτε ένας τύπος με χαλασμένα δόντια που έζεχνε το χνότο του αλκοόλ και τσιγαριστό κρεμμύδι. Μόλις τέλειωσε με είπε έτσι. Με είπαν πολλά. Κι εγώ τα κατάπινα όλα, γιατί από νωρίς κατάλαβα πως τα πιο πολλά ήταν λέξεις-σαϊτιές για να σκοτώσουν τη συνενοχή τους. Αλλά το εξίκκι πόνεσε. Λειψός. Ατελής. Σαν να μου έλειπε ένα χέρι, ένα μάτι, μισό πνευμόνι. Αυτό πόνεσε πιο πολύ κι απ’ τις κλοτσιές σου που σακάτεψαν τα πλευρά μου, αδελφέ.

«Το αδέρφιν του Κωστή…» είπε, αρκετά δυνατά ώστε ν’ ακουστεί σ’ όλον τον καφενέ. Να φτάσει η φωνή του και στου Κωστή τ’ αυτιά. Και συμπλήρωσε τη φράση του με μια επαναλαμβανόμενη κίνηση του μεσαίου δαχτύλου.

Ήταν ο γνωστός νταής του χωριού. Ζευγαρωμένος, με γυναίκα και με τέσσερα παιδιά. Όταν έπινε, τους σάπιζε όλους στο ξύλο. Κι όταν δεν έπινε, πάλι τρόμος και φόβος ήτανε. Κανείς όμως δεν έβγαζε κιχ μπροστά του. Έτσι, καθόταν στον καφενέ, κύριος, και κόμπαζε επειδή «βάτεψε» το αρσενικοθήλυκο. Και οι άλλοι γέλαγαν περιφρονητικά, γιατί βατεύω πάει να πει πως δεν κουρσεύω άνθρωπο αλλά ζώο.

Από ετούτη την προσβολή θόλωσε ο Κωστής. Ένιωσε να κοχλάζει η ντροπή στο κεφάλι του κι έτσι, ξαναμμένος όπως ήταν, βγήκε βιαστικά από τον καφενέ. Όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού μας, το μόνο που πρόλαβα να δω ήταν τα μάτια του που λαμπάδιαζαν. Γιατί αμέσως μετά με γράπωσε με τις σκληρές παλάμες του και μου έσφιγγε τον λαιμό με δύναμη, σαν να ’θελε να με αποτελειώσει. «Γιατί, ρε…»

Πολλές φορές συλλογίστηκα τι θα συνέβαινε αν απαντούσα έστω και μία φορά σ’ εκείνο το γιατί. Αν θα άλλαζε κάτι. Αν η ζωή μου θα έπιανε άλλη στροφή κι όχι τον δρόμο που με οδήγησε στη Χώρα. Δεκάξι χρόνων. Άγουρος. Δίχως πυξίδα στους πολύβουους δρόμους μέσα στα τείχη. Ανάμεσα σε σπίθες που προμήνυαν τη μεγάλη φωτιά που θα μας κατάκαιγε όλους.

Δεν καταλάβαινα από τούτα τα πάθη – και δεν ήθελα κιόλας να μάθω. Εμένα, άλλωστε, Τουρκάλα μού έδωσε ένα κομμάτι ψωμί και μ’ έμαθε τις πρώτες βελονιές. Την τέχνη που μου εξασφάλισε μια κάμαρη και ένα πιάτο φαΐ τα χρόνια της μεγάλης φτώχειας. Ώσπου ξέσπασε το κακό και μια χαρακιά αυλάκωσε τα σπλάχνα της πόλης. Εμείς απ’ εδώ. Αυτοί απ’ εκεί. Κι ανάμεσά μας μια λεπτή γραμμή, τόσο εύθραυστη, που έμελλε ωστόσο να γίνει βαθύ χαντάκι∙ και να χάσκει εμπρός μας σαν ανοιχτός τάφος.

Ο χρόνος έφερε σκόνη που έγινε χώμα, που έγινε γη, που έγινε ένα τοπίο νεκρό… Μονάχα ξερόχορτα, τσουκνίδες και πένθιμα ασφοδίλια. Και δέντρα ολόκληρα που φύτρωσαν πάνω στη χαλασμένη άσφαλτο.

«Εκεί να πας. Σύρριζα στην πράσινη γραμμή. Εκεί όπου φυτρώνουν τα ζιζάνια», μου είπε μια γριά πουτάνα και στράβωσε το στόμα της – μισό χαμόγελο∙ και τ’ άλλο μισό, σκέτη πίκρα.

Και πήγα. Και έζησα. Αυτή τη ζωή που μου ’λαχε. Ζωή που την έσκιαζε ο φόβος.

Πλάσμα της νύχτας υπήρξα πάντα. Ακόμα και τότε, που με έτρεφε η γύρη της νιότης, δεν έστρεφα το πρόσωπό μου στον ήλιο.

Σαν σβήσει η μέρα, σκεφτόμουν, τίποτα δεν με βαραίνει. Ούτε λόγια, ούτε βλέμματα, ούτε ρούχα. Τίποτα. Σαν σβήσει η μέρα, αφαιρώ όλα τα πέπλα και μένω μονάχα εγώ. Ένα σώμα γυμνό. Ανώνυμο και άφιλο. Για να είμαι εκείνο που ποθούσα πάντα… Αλκμήνη, Ανδρομάχη, Αριάδνη, Αρσινόη, Άλκηστις, Αλκυόνη… Το Α που διαρκεί όσο μια νύχτα.

Γιατί; Ρωτάς ακόμα γιατί, αδελφέ; Γιατί όταν ανοίγω το παράθυρο δεν βλέπω ένα σπίτι ζωντανό, ένα τραπέζι, ένα πιάτο ζεστό φαΐ. Δεν βλέπω χέρια να ενώνονται, ούτε ψυχές που αγαπιούνται. Αντικρίζω μονάχα έναν ερειπιώνα να προβάλλει μπροστά στα μάτια μου. Κάποια μέτρα γης, που απλώνονται μέσα μου σαν νεκρή ζώνη.

Λευκωσία, Νοέμβριος 2025

Κύλιση στην κορυφή