Μαρία Λουκά

Σαπφώ

Ω, μαύρη μέρα ανέτειλε πάνω από της Λευκάδας τις βουνοκορφές και τους γκρεμούς! Πού είναι ο Σκαμανδρώνυμος, πού η Κλεΐς, γονείς καλοί και στοργικοί, πού είναι να σε διαφεντέψουν;

Φωνάξετε τ’ αδέλφια της, τον Λάριχο, τον Χάραξο και τον Ευρύγιο να τη σηκώσουν απαλά και να την απιθώσουνε στης μάνας της την αγκαλιά.

Αυτή μόνη μπορεί να της ξεπλύνει τις πληγές, να της αλείψει το κορμί με αρώματα και λάδι, να της χτενίσει τα μαλλιά τα μεταξένια.

Και αφού όλ’ αυτά γινούν κατά την τάξη κι αφού την ακουμπήσουνε στο στρώμα της για τελευταία φορά, θα ʼρθουμε οι φίλες της, συντρόφισσες στου τραγουδιού και στων φιλιών τη γλύκα, να της παρασταθούμε και να την ξενυχτήσουμε.

Ω, βλέμματα! Ω, αγγίγματα! Ω αγκαλιάσματα γεμάτα ηδυπάθεια, πού πήγατε; Πού είσαι σώμα μικρό, μελαχρινό, πού πας και μας αφήνεις; Τι ήθελες, τι γύρευες, στις μύτες σαν ζαρκάδι; Τι γύρευες που ανέβαινες στ’ ακρόβραχα σαν την μαινάδα; Πώς το ʼκανες και πήδησες από τα ύψη στο κενό;

Ποια είν’ η Λευκάδα; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί, όπου έμελλε να δεις το τελευταίο φως του ήλιου; Άξιζε να χάσεις τη ζωή σου για τα πλάνα μάτια του Φάωνα, για ψεύτικα φιλιά, ψεύτικους όρκους; Αυτού που λένε πως του έδωσε φαρμακερή ομορφιά η ίδια η Αφροδίτη;

– Ω, Αφροδίτη Δέσποινα! Ποικιλόθρονη, αθάνατη Αφροδίτη!

Εσύ της έδειξες τη στράτα του γκρεμού, εσύ και το παράδειγμά σου την καθοδηγούσε. Έχουν να πουν πως κι εσύ πήδησες και γκρεμίστηκες απ’ της Λευκάδας τις κορφές, σαν έχασες τον λατρευτό σου Άδωνι.

– Ω, πώς δεν τη λυπήθηκες την όμορφη κυρά μας; Πώς ξέχασες τα όμορφα τραγούδια που σου ταίριαζε κι όμορφα τα κεντούσε; Ύμνους, τραγούδια ερωτικά, τραγούδια επιθαλάμια του γάμου. Λόγια σού χάριζε γεμάτα ερωτισμό και λυρισμό. Πώς ξόμπλιαζε τους στίχους!

Κανένας δεν σε έφτανε, κυρά μου, ποιητής, κανένας άντρας. Την έχθρα τους, τον φθόνο νιώθοντας, τους απέφευγες. Ήθελες μόνο εμάς, κορίτσια τρυφερά και άγουρα, κοντά σου. Να μας μαθαίνεις μουσική, τη λύρα σου, την βάρβιτο, των στίχων την πλοκή, των τρόπων των καλών την ομορφιά και τη μαγεία.

Μα κι έτσι οι άντρες δεν ησύχαζαν, ήθελαν να μας βλέπουν φιμωμένες, χωρίς φωνή, χωρίς ψυχή, αόρατες, χωρίς δικαίωμα κανένα. Εκείνοι στους αγώνες, εκείνοι στα γυμνάσια και στις παλαίστρες. Εκείνοι και στην αγορά, στους λόγους και στην ψήφο. Όλα δικά τους. Και οι χαρές του έρωτα κι αυτές δικές τους. Για μας η λάτρα του σπιτιού, για μας το γεννοβόλημα, για μας κι η έγνοια των παιδιών και το μεγάλωμα. 

Μα όλ’ αυτά τα άλλαξες εσύ! Κι εμείς μαζί σου, στη σχολή των στίχων και της μουσικής, μαθαίναμε να υψώνουμε τ’ ανάστημα. Ανακαλύπταμε τη δύναμη της τέχνης, την ομορφιά του σώματος, το άγγιγμα, το σκίρτημα, του έρωτα τη μέθη. Ανακαλύπταμε πως έχουμε φωνή, δύναμη, επιλογή. Ξέραμε πια πως όλα τούτα δεν είναι μόνο των αντρών, πως όλα τούτα είναι και δικά μας.

Ποικιλόθρον’ αθάνατ’ Αφροδίτα

(…)

Σύμμαχος έσσο

Ποικιλόθρονη αθάνατη Αφροδίτη

(…)

Σύμμαχος γίνε

Όλα ξεκίνησαν στην Ερεσό της Λέσβου. Εκεί είδες πρώτη φορά το φως της μέρας. Δυο αιώνες είδες, έναν να βγαίνει, άλλον να μπαίνει. Έβδομος κι έκτος αιώνες προ Χριστού οι αιώνες σου. Στα χρόνια σου έζησε κι ο Πιττακός κι ο ποιητής Αλκαίος. Μικράν και μέλαιναν σε περιγράφει ο Φιλόσοφος Μάξιμος απ’ την Τύρο, που έζησε χρόνια πολλά μετά την εποχή σου. Όντας αριστοκράτισσα, έναν πλούσιο παντρεύτηκες, από την Άνδρο, τον Κερκύλα κι απέκτησες μια κόρη, την Κλεΐδα.

Μαζί με άλλους έφυγες για λίγο από το νησί και έζησες στη Σικελία, όταν στη Λέσβο ξέσπασαν ταραχές ανάμεσα σε αριστοκρατικούς και δημοκρατικούς και επικράτησε η τυραννία. Κάποτε η τυραννία τέλειωσε και μαζί της πήρε τέλος κι η εξορία. Ήταν τα χρόνια του Πιττακού του Μυτιληναίου.

Μάζεψες τότε γύρω σου κορίτσια νέα και όμορφα της αριστοκρατίας, όχι μόνο απ’ τη Λέσβο μα κι απ’ τη Μικρασία. Έκανες Ωδείο και δίδασκες τις τέχνες, τη μουσική, την ποίηση, τον χορό, υπηρετώντας την Αφροδίτη και τις Μούσες. Κι άλλες γυναίκες ασχολούνταν τότε με τις τέχνες, ίδρυαν ωδεία, υπηρετούσαν με την ποίηση την Κύπριδα Αφροδίτη, μα πρώτη εσύ, μόνη εσύ έδεσες τ’ όνομά σου για πάντα με τον έρωτα που λέγεται της Λέσβου.

Όσα είπαν για τον ομορφονιό τον Φάωνα πως σε ξελόγιασε και σε ξεγέλασε και πως στην τελική σε τρέλανε, ώστε να κάνεις τη θανάσιμη βουτιά από της Λευκάδας τα γκρεμνά, ήταν μάλλον απάτης όνειρο, παρερμηνεία κάποιου σου ποιήματος, όπου εξυμνούσες την ομορφιά του Φάωνα, ακόλουθου της Αφροδίτης.

Πόσο φοβήθηκαν οι άνθρωποι τη φύση σου! Για αιώνες άντρες στρέβλωναν τ’ αληθινό σου φυσικό ή νόμιζαν πως το στρέβλωναν, γυρεύοντας να το ισιώσουν. Τύλιγαν έτσι την αλήθεια με μυστήριο και το μυστήριο με την αλήθεια, τα πράγματα μη ονομάζοντας με τ’ όνομά τους.

Αιώνες ύστερα, εφάνη πως το πράγμα ξεκαθάρισε, γυναίκα είπε για γυναίκα, εσέ, πως τα έργα σου όχι τον ετερόφυλο μα τον ομόφυλο έρωτα γιορτάζουν. Μα πες μου, αλήθεια τώρα, ποιος νοιάζεται γι’ αυτά; Σαν να είχε ποτέ φύλο η ομορφιά, η τέχνη, η μουσική, η ποίηση.

Από τα χρόνια σου σε είπανε σοφή, ηδυμελή, δέκατη Μούσα, Όμηρο θηλυκό, θαυμαστόν τέρας, τιμή Λεσβίων γυναικών, καύχημα των Λεσβίων. Τώρα, στον κάτω κόσμο θα ακούνε τα τραγούδια σου, με ιερή σιγή και θαυμασμό, σαν είπε κι ο Οράτιος στη δεύτερη ωδή του.

Σε θαύμασαν και σ’ αναγνώρισαν, σαν λυρική ποιήτρια, οι άνθρωποι, πριν και μετά τον θάνατό σου. Έκοψαν νόμισμα οι συμπατριώτες σου με τη μορφή σου. Σου έστησαν αγάλματα και ένα κενοτάφιο στις Συρακούσες.
Ύστερα πάλι σε δυσφήμιζαν για τις ερωτικές σου προτιμήσεις. Αιώνες ύστερα, στις μέρες μας, μελετητές εικάζουν πως δεν ευσταθούν οι φήμες και πως παρεξηγήθηκε η αγάπη κι η αφοσίωση της τρυφερής καρδιάς σου.

Σ’ όλα τα χρόνια, τότε και ύστερα και τώρα, σε χρόνους αυστηρούς και άτεγκτους, κι αν λογοκρίθηκες από τους Χριστιανούς σ’ Ανατολή και Δύση, κι αν κάηκαν στην πυρά τα έργα σου, πολλά χαθήκανε μα έμεινε η μαγιά, σπαράγματα αρκετά, ν’ αποτυπώνουν το μεγαλείο σου. Κι εσύ δεν έφυγες ποτέ από το προσκήνιο, έγινες θέατρο, μουσική, τραγούδι. Τεχνίτες σε ζωντάνεψαν σε αγγεία, ζωγράφοι σε παράστησαν σε πίνακες. Σε ύμνησαν κατοπινοί ποιητές, σου αφιέρωσαν ποιήματα. Δώσανε τ’ όνομά σου οι άνθρωποι σε πλοία, σε αστεροειδείς, στις κόρες τους.

Τέτοιο πλάσμα ευαίσθητο και θαρρετό συνάμα δεν μας παρουσιάζει συχνά η ζωή. Ένα μικροκαμωμένο, βαθυμελάχρινο κορίτσι, ένα «μαυροτσούκαλο» όπως θα λέγαμε σήμερα που, ωστόσο, έδειξε ότι είναι σε θέση να υποτάξει ένα τριαντάφυλλο, να ερμηνεύσει ένα κύμα ή ένα αηδόνι και να πει ένα «σ’ αγαπώ» για να συγκινηθεί η υφήλιος, γράφει για σέ ένας πολύ πολύ κατοπινός ομότεχνός σου, συντοπίτης, ξάδελφος, ο Οδυσσέας Ελύτης.

Σαπφώ, τραγούδησες τον έρωτα και τους θεούς!

Σαπφώ, Σαπφώ, ύψωσες την Ελλάδα με τα έργα σου!

Σαπφώ, Σαπφώ, Σαπφώ, φωνάζω στους αιώνες τ’ όνομά σου!

Κύλιση στην κορυφή