40 χρόνια: Από την κιμωλία στον μαρκαδόρο
και τη γραφίδα του διαδραστικού πίνακα

Έρχομαι από έναν άλλο αιώνα. Έπιασα την κιμωλία το 1984 μ.Χ., λίγο μετά τους περσικούς πολέμους, όπως λέω συχνά κάνοντας χιούμορ. Από την κιμωλία στον μαρκαδόρο και από τον μαρκαδόρο στη γραφίδα του διαδραστικού πίνακα η ζωή μου πέρασε χωρίς να το καταλάβω και ήρθε η στιγμή της αφυπηρέτησης. Και πέρασε δημιουργικά. Με τα χρόνια διαπίστωσα πως είχα ακολουθήσει το καλύτερο επάγγελμα του κόσμου, αν κατακτήσεις, βέβαια, την τέχνη του δασκάλου, γιατί κατά βάθος δεν σου την μαθαίνει κανείς.

Κι όμως. Η εικόνα που ζωγραφίζουν τα ΜΜΕ, αλλά και οι συνάδελφοι, δεν είναι αυτή. Και δεν έχουν άδικο. Γιατί η κοινωνία φορτώνει τα δικά της αδιέξοδα στο σχολείο, συνθλίβοντας το Λύκειο κάτω από τον οδοστρωτήρα των πανελλαδικών, οι οποίες στην πράξη είναι ένας διαγωνισμός για την εισαγωγή στα ΑΕΙ. Για δεκαετίες σε μια αναιμική οικονομία οι γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί και καθηγητές ήταν τα μόνα επαγγέλματα στην αγορά εργασίας. Πάνω σε αυτά προστίθενται οι πλάνες και ο λαϊκισμός για την κατάργηση της παραπαιδείας, αφού όσο υπάρχουν χιλιάδες υποψήφιοι για λίγες θέσεις θα υπάρχει η παραπαιδεία.

Η στρέβλωση των πανελλαδικών ακυρώνει τον ρόλο του Λυκείου. Τα αναλυτικά προγράμματα και τα βιβλία των Μαθηματικών π.χ. των τελευταίων σαράντα ετών είναι έξω από το πνεύμα, το οποίο πρέπει να υπηρετεί η δημόσια εκπαίδευση. Πρόκειται για μια ασκησιολογία αποκομμένη από την πραγματική ζωή και προσανατολισμένη στις πανελλαδικές εξετάσεις. Δεν αναπτύσσουν την κριτική σκέψη και δεν ανταποκρίνονται στα προβλήματα της καθημερινής ζωής. Αυτό φαίνεται καθαρά από τα αποτελέσματα των Ελλήνων μαθητών στις εξετάσεις της PISA, οι οποίες, αντίθετα, εστιάζουν στην αφομοίωση βασικών γνώσεων και στον τρόπο σκέψης.

Τα ελληνικά αναλυτικά προγράμματα, που αποτελούν εξαίρεση στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, απαιτούν π.χ. στα Μαθηματικά λιγότερα πράγματα, κυρίως υπολογισμούς και ασκήσεις, αλλά σε ακραίο βαθμό δυσκολίας και απομονωμένα από τις εφαρμογές τους. Αρκετά χρόνια πριν, το τέταρτο θέμα δεν μπορούσαν να το λύσουν ούτε οι μαθηματικοί και οι φροντιστές. Αντίθετα, Γαλλία, Γερμανία και Αγγλία προετοιμάζουν τους μαθητές με μια πιο σφαιρική μαθηματική παιδεία (Ανάλυση, Άλγεβρα, Στατιστική), προτάσσοντας τη μοντελοποίηση πραγματικών προβλημάτων, τη χρήση τεχνολογίας και την ισορροπία μεταξύ των κλάδων, διατηρώντας τη δυσκολία σε ορθολογικά επίπεδα. Ποιος μπορεί να μας απαντήσει, γιατί οι Έλληνες μαθητές δεν διδάσκονται σήμερα πίνακες και Γραμμική Άλγεβρα, που είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της Τεχνητής Νοημοσύνης και της Πληροφορικής, καθώς τα δεδομένα και οι υπολογισμοί οργανώνονται σε δομές πινάκων;

Το ίδιο συμβαίνει στα Λογοτεχνικά Κείμενα. Αποσπασματικότητα και υπερφόρτωση. Δεν είναι δυνατόν να βλέπω στον πίνακα της Β΄ Γυμνασίου ολόκληρη την αφηγηματολογία του Gérard Genette. Πριν από τις αφηγηματολογίες ή τα γραμματολογικά στοιχεία ο μαθητής πρέπει να αγαπήσει αυτό που διδάσκουμε. Να το συνδέσει με δικά του βιώματα –χωρίς τον φόβο της μοναδικής ερμηνείας, τι θέλει να πει ο ποιητής;–, ως κάτι που τον αφορά στη ζωή του. Αν αγαπήσεις τη λογοτεχνία θα σου είναι κτήμα διά βίου. Και βέβαια χρειάζεται η διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου, όπως συμβαίνει στις περισσότερες χώρες. Το «long reading» είναι το αντίδοτο στη γενιά του αντίχειρα και του σκρολαρίσματος που εκπαιδεύει τους μαθητές στη συγκέντρωση της προσοχής, τη συνδυαστική σκέψη και την παρακολούθηση σύνθετων αφηγήσεων όπως είναι ο πραγματικός κόσμος, ενάντια στις απλές, μαγικές λύσεις του λαϊκισμού. Ο μαθητής πρέπει να μπορεί να ερμηνεύει το έργο ως οργανικό σύνολο, να συσχετίζει κάθε απόσπασμα με το όλο, να εντάσσει το έργο στο αντίστοιχο ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο, να γράφει δοκίμια.

Όπως έγραφε από το 1962 ακόμη ο Κ. Θ. Δημαράς, «δουλεύουμε σα να είμασταν μόνοι στον κόσμο, σαν να είταν οι δικές μας εμπειρίες οι μόνες διαθέσιμες στον άνθρωπο, σαν να μην διαθέταμε άλλα μέσα για να πληροφορηθούμε, παρά εκείνα τα ολίγα όσα μας παρέχονται στην στενή γωνίτσα της γης όπου μας έσπειρε ό Θεός». Τριάντα έξι χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση δεν ήρθε ένας σχολικός σύμβουλος να με ρωτήσει στο τέλος της χρονιάς αν τέλειωσα την ύλη ή γιατί δεν πρόλαβα, η κυβέρνηση εξαγγέλλει συνεχώς καινούργια αναλυτικά προγράμματα, αλλά δεν της φτάνουν δυο τετραετίες, από το 2021 μας υπόσχεται το πολλαπλό βιβλίο αλλά το μεταθέτει για το 2027, επικαλείται ικανοποιημένη την αξιολόγηση γιατί ανεβαίνουν τα νούμερα των στατιστικών, κανείς όμως δεν ασχολήθηκε με το τι λένε τα συμπεράσματα που καταχωνιάζονται στα συρτάρια και η εκπαίδευση συνεχίζεται με τα ίδια προβλήματα, ενώ ο συνδικαλισμός με τα σκουριασμένα μυαλά εδώ και σαράντα χρόνια αντιτάσσει εμμονικά μόνο ένα κεφαλαίο ΟΧΙ σε όλα τα νομοσχέδια, όλων των κυβερνήσεων και θα συνεχίσει με τον ίδιο επαναστατικό τρόπο και τα επόμενα σαράντα.

Ωστόσο, πεντακόσια χρόνια πριν ακόμα, ο Γάλλος Μισέλ ντε Μονταίν, ο πατέρας του δοκιμίου, συνόψιζε το πνεύμα της εκπαίδευσης: «Καλύτερα ένα κεφάλι καλά οργανωμένο, παρά ένα κεφάλι καλά γεμισμένο». Και στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης πρέπει να διδάσκουμε στους μαθητές πώς να μαθαίνουν και πώς να κρίνουν, πώς αναζητούμε τις πηγές, πώς τις κατανοούμε, πώς τις συνδέουμε, πώς τις αμφισβητούμε. Γιατί φαίνεται ότι χάνουμε το πιο σημαντικό: να ξεχωρίζουμε τη γνώση από τον θόρυβο της πληροφορίας, αφού στον νέο μεσαίωνα του ίντερνετ, μέχρι η αλήθεια να δέσει τα κορδόνια της, το ψέμα κάνει τέσσερις φορές τον γύρο του κόσμου. Οι μαθητές πρέπει να παίζουν την τεχνολογία στα δάχτυλα, αλλά ταυτόχρονα να καλλιεργούν τη φυσική νοημοσύνη, ώστε να μη στοιχίζονται αγεληδόν πίσω από θεωρίες συνομωσίας, αντιεμβολιαστικές πρακτικές και θεωρίες που αμφισβητούν ακόμα και την κλιματική αλλαγή. Χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να περάσει ο άνθρωπος από τη μυθική σκέψη στην απόδειξη του Θαλή. Και το πρώτο βήμα για την αλήθεια είναι πάντα η αμφιβολία. Ακόμα κι απέναντι στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Το γιατί. Η λέξη που προσπαθούν να απαλείψουν όλα τα αυταρχικά καθεστώτα. Κι ακολουθούν το επιχείρημα, τα στοιχεία και οι αδιάκοπες ερωτήσεις για τον έλεγχο των γεγονότων.

Καλές οι θεωρίες, αλλά πώς επιτυγχάνονται όλα αυτά; Ο καθηγητής πρέπει κάθε μέρα να ισορροπεί ανάμεσα στις παιδαγωγικές, τα αναλυτικά προγράμματα και τον ρεαλισμό της καθημερινής τάξης. Η συντριπτική παράμετρος που δεν παίρνουν υπόψη οι σύμβουλοι, τα βιβλία, τα σχέδια μαθήματος, τα φύλλα εργασίας είναι η δαμόκλειος σπάθη της δαπάνης του χρόνου. Γιατί τελικά ο καθηγητής κάνει το μάθημα σε μια απρόβλεπτη τάξη με διαφορετικούς μαθητές και διαφορετικές απαιτήσεις. Και πρέπει να πω πως, όταν ξεκίνησα, ο καθηγητής ήταν μια αυθεντία. Σήμερα, όμως, ασφυκτιά στο σχολείο, δίνει τα πάντα και αμφισβητείται από τους πάντες, για τα πάντα. Αυτά τα χρόνια είδα μέσα στην τάξη την ελληνική κοινωνία να αλλάζει δραματικά. Μαθητές με περισσότερο θυμό και σκληρότητα, καταγγελτικοί γονείς, κανάλια έξω από την πόρτα του σχολείου. Μαθητές που μεγαλώνουν από γονείς σε ένα θερμοκήπιο όπου πάντα έχουν δίκιο, χωρίς όρια, χωρίς ευθύνη και χωρίς να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Κι αυτή είναι προστιθέμενη αξία του σχολείου, η πολύτιμη συνεισφορά σε αυτά τα παιδιά: τους μαθαίνει για πρώτη φορά να ζουν με όρια και κανόνες για τη διαμόρφωση ενός υπεύθυνου χαρακτήρα.

Αλλά τα φαινόμενα απαξίωσης και επιθετικών συμπεριφορών προς τους καθηγητές πληθαίνουν και για να επιβιώσεις πρέπει να είσαι ταυτόχρονα θηριοδαμαστής και μάγος, που καθηλώνεις την τάξη με τη φωνή και τις γνώσεις σου. Οι μαθητές αναπνέουν καθημερινά αυτές τις συμπεριφορές στην οικογένεια, στο σχολείο –ναι, και στο σχολείο– στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που όσο κι αν οι συνάδελφοι τις καταδικάζουν στην τάξη, έχουν τη λάμψη της επιτυχίας και της κοινωνικής αποδοχής. Τι σημαίνει το «καλά τους έκαναν» που ακούν στις καλές οικογένειες μπροστά στα φαινόμενα βίας; Τι διδάσκονται στις κερκίδες των γηπέδων και τους συνδέσμους; Τι σημαίνει να μου κλείνουν την είσοδο του σχολείου οι μαθητές μου, όπως έγινε τον Νοέμβριο, με αλυσίδες, κάδους απορριμμάτων και κουκούλες full face ή να τραγουδούν στον σχολικό περίπατο τους «γοητευτικούς» στίχους του “Brox3”: «Πούστη, βάρα προσοχή/ Μη μιλάς στον ενικό/ Τον καφέ μου σκέτο και τον πάκο μου χοντρό… Βρώμικο το χρήμα, του βάζω αποσμητικό/ Κουμπούρι στο τσαντάκι, όχι διακοσμητικό/Δίνω μπούκι με διακόσα μες στην Αττική Οδό»; Είμαστε μπροστά σε ένα γενικευμένο κύμα βίας που έσπασε τις πόρτες και πλημμυρίζει τα σχολεία.

Ασφαλώς, δεν είναι όλοι οι γονείς έτσι και υπάρχουν μαθητές διαμάντια. Δυστυχώς, το σχολείο είναι αναγκασμένο να διδάσκει από την αρχή τον σεβασμό και την αξία της γνώσης, δηλαδή τα αυτονόητα. Η αληθινή γνώση, τα «γράμματα» όπως έλεγαν στην εποχή μου, είναι προϋπόθεση της ελευθερίας μας και το σχολείο μοιάζει το τελευταίο καταφύγιο στην κοινωνική ζούγκλα, όπου ακόμα η γνώση παλεύει τον ανορθολογισμό, οι κανόνες υποσκελίζουν τη λογική της πυγμής και το ενδιαφέρον του καθηγητή δεν αφήνει κανέναν να στεγνώνει στη μοναξιά του. Κάθε μαθητής είναι ένα λουλούδι, για το οποίο πρέπει να φροντίσει να ανθίσει και να καλλιεργήσει τις δυνατότητές του. Πρέπει όμως να το γνωρίσει καλά. Με τα χρόνια, στην ωριμότητα μου ως εκπαιδευτικού, κατάλαβα ότι πίσω από κάθε μαθητή υπάρχει μια ανθρώπινη ιστορία, πολλές φορές δύσκολη και συγκινητική. Με ψυχολογικά προβλήματα, ανασφάλειες, καταθλιπτικές συμπεριφορές. Θυμάμαι μια φορά που μιλούσα σε μια μητέρα για τα προβλήματα του παιδιού της ως χαρακτήρα. Αυτά που κατά βάθος έκρυβε και η ίδια. Χωρίς να μου πει τίποτα, άρχισε να δακρύζει. Πίσω υπήρχε μια ιστορία που δεν έμαθα ποτέ, αλλά ο καθηγητής πρέπει να την παίρνει υπόψη του.

Τα προβλήματα της εκπαίδευσης είναι πολλά. Φοβάμαι, όμως, πως δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, γιατί και όσοι μιλούν είναι μέρος του προβλήματος. Και ως μαθηματικός γνωρίζω πως, πάντα, το πρώτο βήμα για την επίλυση, είναι η κατανόησή του. Αλλά το επάγγελμα του καθηγητή, παρά τις δυσκολίες, θα παραμένει ταυτόχρονα όμορφο. Αντί να ασχολείσαι με μηχανές, χειρουργεία ή λογιστικά βιβλία διαμορφώνεις ανθρώπους. Και τα παιδιά αναγνωρίζουν πάντα τον δάσκαλο που νοιάζεται γι’ αυτούς πραγματικά. Κι αυτό είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή. Το καταλάβαινα όταν τους έλεγα ιστορίες, όταν τους έπαιζα κιθάρα, όταν τους μιλούσα για τη ζωή, για τον έρωτα, τις ανθρώπινες σχέσεις. Με παρακολουθούσαν με το στόμα ανοιχτό, γιατί τους άγγιζα βαθιά και τους έβαζα σε έναν καινούργιο κόσμο. Ένιωθα πώς καμιά λέξη δεν έπεφτε το πάτωμα. Κι ήταν για μένα μαγικό.

⸙⸙⸙

[Ο πεζογράφος και κριτικός Μάκης Καραγιάννης είναι μαθηματικός, αφυπηρέτησε φέτος από το 10ο Γυμνάσιο Καλαμαριάς.]

Κύλιση στην κορυφή