Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Θανάσης Θ. Νιάρχος

Σελίδες ημερολογίου

Δευτέρα, 4.1.1999: Επιστρέφω σπίτι αργά το απόγευμα μετά τις «καθιερωμένες» δουλειές στο γραφείο και την Αθήνα. Στις 9.30 συνάντηση με τον Χριστόφορο Λιοντάκη, μπροστά στη «Σόνια», στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Μας έχει καλέσει για φαγητό ο Άκης Χαραλαμπίδης μαζί με τη μητέρα του και τον αδελφό του Γιώργο (φρόντισα να τον προσλάβει ο Καστανιώτης στον εκδοτικό οίκο). Μαζί μας στο τραπέζι κι ένας ταμίας (ταξιθέτης για την ακρίβεια) του θεάτρου «Αποθήκη», δούλευε για χρόνια κοντά στην Αλίκη Βουγιουκλάκη. Μιλά διαρκώς γι’ αυτήν, για τα ελαττώματά της αλλά με πραγματική λατρεία. «Η Αλίκη δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα βρεθεί κάτω από μια πλάκα». Όταν φεύγουμε, ο Χριστόφορος επιμένει να συνεχίσουμε κάνοντας μια βόλτα στο Πεδίον του Άρεως, εγώ θέλω να γυρίσω σπίτι μου. Μου δίνει ένα μακρύ κασκόλ που φοράει λέγοντας «να μην το σέρνω μαζί μου». Ξέχασα να σημειώσω πως τον ταξιθέτη τον λένε Πέτρο.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 1999: Το πρωί με τη Ντόρα Γιαννακοπούλου, της επιστρέφω το καινούργιο μυθιστόρημα που έχει γράψει με τις παρατηρήσεις και τις διορθώσεις μου. Κουβεντιάζουμε για αρκετή ώρα, δέχεται όλες τις αλλαγές, έκανα ό,τι μπορούσα για ένα μυθιστόρημα που πολλά κομμάτια του θα έπρεπε να γραφούν εξ υπαρχής. Και να φανταστείς πως το υποστηρίζω στον Καστανιώτη ως κάτι εξαιρετικό. Κατεβαίνω στο γραφείο, γύρω στις 2, έρχονται ο Τάκης, με την Χριστίνα και τον Θοδωρή, ο Βασίλης δεν ήρθε, ήθελε να μείνει με τους παππούδες. Πηγαίνουμε στη Μαρία Ευσταθιάδη, έχει ετοιμάσει μια γιορτή, μ’ αφορμή την Πρωτοχρονιά για παιδιά φίλων της. Το φλουρί το κερδίζει ο Φίλιππος, ο γιος της Χριστίνας Ντουνιά. Έχουν έρθει και φίλοι χωρίς παιδιά, όπως ο Λιοντάκης. Το βράδυ, η εβδομαδιαία συνάθροιση στο «Greek House» με τους Πεπελάσηδες, τη Ντόρα Γιαννακοπούλου, τον Μηνά Χρηστίδη, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Γιώργο Τσαγκάρη. Ο Τσαγκάρης με τη «συνεπικουρία» του Παπαδόπουλου προσπαθούν να εκθέσουν τον Φωστιέρη όσον αφορά τη συμπεριφορά του απέναντί μου. Χρεώνουν τον αποκλεισμό τους από τη Λέξη στον Αντώνη, ενώ όλες οι αποφάσεις παίρνονται από κοινού. Κι επιπλέον, σαν να μην ξέρω εγώ ποιος είναι ο Αντώνης και για ποιο λόγο μιλούν οι ίδιοι όπως μιλούν. Οι Πεπελάσηδες έχουν φέρει μια πίττα με νόμισμα, για το καλό του χρόνου. Το νόμισμα πέφτει σε μένα, ένα δεκάρικο. Επιστρέφοντας σπίτι μου το βάζω στο ντουλάπι με λογής άλλα αναμνηστικά. Ξαναβγαίνω, στο γνωστό «ντέλο» της οδού Λεωνίδου όπου δουλεύει ο φίλος μου Μιχάλης. Η κοπέλα που έχει βάρδια απόψε, η Μιρέλα, κουράστηκε κι έφυγε. Δυο-τρεις άλλοι που έχουν έρθει, πριν φύγουν, κουβεντιάζουν σαν να γνωρίζονται ήδη από παλιά. Με παίρνει ο ύπνος στον καναπέ ως τις 4 τα ξημερώματα.

Παρασκευή, 14 Μαΐου 1999: Βράδυ σε Αμαλία Μεγαπάνου, Άλκη Ζεη, Αννίτα Δεκαβάλα, Γιάννης Κοντός, Κώστας (με την Άρτεμη) Μητρόπουλος. Φαγητό όπως πάντα εκλεκτότατο. Συζήτηση ως τη 1 τη νύχτα. Όταν η Αμαλία λέει σε κάποια στιγμή πως, ενώ προσευχόταν για να πεθάνει ένας φίλος της (ο πολιτικός Τάκος Μακρής) που ήταν σε νοσοκομείο στο Λονδίνο, προκειμένου να πάψει να βασανίζεται, χτύπησε το τηλέφωνο και της είπανε ότι πέθανε, ο Μητρόπουλος είπε γελώντας: «Εσύ λοιπόν κάνεις και ευθανασία». Μαζί με την Αμαλία κάναμε και όλοι οι υπόλοιποι πως δεν το ακούσαμε καθώς καταλάβαμε πως η Αμαλία δεν ενοχλήθηκε απλώς, αλλά συγκρατήθηκε γιατί ένας Θεός ξέρει τι θα ακολουθούσε αν ξεσπούσε.

Σάββατο, 29 Μαΐου 1999: Προς το μεσημέρι, ανεβαίνω σε Τάκη, με τον Βασίλη σ’ ένα μαγαζί της Μεσογείων αγοράζουμε μια κασέτα για το play station. Το βράδυ στο Greek House, Πεπελάσηδες, Λευτέρης και Ράια, Μηνάς και Ντόρα, έχουν έρθει και οι Φωστιέρηδες. Σε κάποια στιγμή που η Ντόρα λέει πως ο Φωστιέρης «της έχει αδυναμία», έχω την ατυχή ιδέα να πω «Να μου δείξεις έναν άνθρωπο που να μπορεί να του έχει αδυναμία ο Αντώνης ώστε να τον βάλουμε στο μουσείο». Ο Αντώνης παρεξηγείται, σίγουρα κάτι θα μου πει με καυστικό τρόπο μετά από μέρες, ίσως και έναν χρόνο. Αμίλητοι επιστρέφουμε σπίτι με το αυτοκίνητο της Μαρίας.

Κυριακή, 30 Μαΐου 1999: Όλη μέρα δουλειά στο σπίτι. Το βράδυ συναντώ την Ασπασία Παπαθανασίου και τη Βασιλική Αλμπάνη στο θέατρο «Καρέζη». Παρακολουθούμε τις εξετάσεις των πτυχιούχων της «Σχολής Καζάκου» (την τάξη του Στάθη Λιβαθινού) με το έργο Δωδέκατη Νύχτα. Δεν συγκρατώ ονόματα, αλλά πολλά παιδιά φαίνεται να έχουν ταλέντο –και μάλιστα πολύ. Όπως φαίνεται επίσης να έχουν δουλέψει πάρα πολύ. Μετά την παράσταση (η Παπαθανασίου έφυγε στο διάλειμμα) επιστρέφουμε με τη Βασιλική σπίτι της. Λείπουν οι δικοί της, ετοιμάζει μια μακαρονάδα και καθόμαστε κουβεντιάζοντας ως τις 2.30.

Τρίτη, 1 Ιουνίου 1999: Το βράδυ με την Ασπασία Παπαθανασίου στο γκαράζ του «Εθνικού Θεάτρου». Οράματα και θάματα του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ίσως αν το θείο αυτό κείμενο το φτέρωνε μια υποκριτική πνοή, να μην παρέμενε τόσο βαριά η διάθεση των θεατών. Μετά την παράσταση κι αφού η Παπαθανασίου κατόρθωσε ν’ απομακρύνει τη Βαρβαρέσου-Τζόγια, που μάλλον η ταλαίπωρη ήθελε τη συντροφιά μας, τρώμε οι δυο μας με την Ασπασία, στου «Φιλίππου», στο Κολωνάκι. Ως τις 2 τη νύχτα μου διαβάζει και σχολιάζουμε το κείμενο που έχει γράψει για τον Δημήτρη Ροντήρη –συνεργάτις του γαρ–  για το αφιέρωμα που ετοιμάζει η Λέξη στον μεγάλο σκηνοθέτη. Σ’ ένα διπλανό τραπέζι η Λένα Εγγονοπούλου, με τον Πάρι και τη Μερόπη Πρέκα, τη Σόνια Ζαχαράτου και τον Κοσμά Βίδο.

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 1999: Το βράδυ μας έχει καλέσει στο σπίτι του στο Μαρούσι, ο Σαράντος Καργάκος. Την Αμαλία Μεγαπάνου, τον Πάρι και τη Μερόπη Πρέκα, εμένα. Ευγενέστατοι και περιποιητικότατοι και αυτός και η γυναίκα του, αν και ο ίδιος μιλάει πολύ για τον εαυτό του, με τρόπο δήθεν αδιάφορο. Παρά το γεγονός ότι είναι ένα πολύ συντηρητικό άτομο, ακούει χωρίς ν’ αντιδρά, οτιδήποτε, αν και δεν συμφωνεί μαζί του. Μελαγχολώ αφάνταστα κοιτάζοντας τις τεράστιες βιβλιοθήκες του, τις στοίβες των χειρογράφων του πάνω στο γραφείο. Και κάτι ακόμη που μου κάνει μάλλον αρνητική εντύπωση. Διδάσκει στις Σχολές Χωροφυλακής. Μα να μην υπάρχουν τέτοιες Σχολές; Θα ρωτήσει κανείς. Αν χρειάζονται να υπάρχουν, να μη διδάσκουν σ’ αυτές τις Σχολές συγγραφείς και κατά συνέπεια πνευματικοί άνθρωποι.

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 1999: Το πρωί ανεβαίνω με τη Μαρία Φωστιέρη (την αδελφή του Αντώνη) στο σπίτι του Τάκη, στον Χολαργό. Ως το τέλος Ιουλίου η Μαρία θα κάνει μαθήματα αγγλικών στον Βασίλη, τρεις φορές την εβδομάδα με 5.000 δρχ. την ώρα. Ξανανεβαίνω στον Χολαργό, στις 7 το απόγευμα έχω ραντεβού στο προαύλιο της Αγίας Σοφίας, με τον Σπύρο, που οι φίλοι του τον φωνάζουν Σάικο. Μου τον σύστησε ο Κουμανταρέας μήπως και μπορώ να τον βοηθήσω να πιάσει δουλειά ως οδοκαθαριστής στον Δήμο Χολαργού. Μου λέει πως παράλληλα σκέφτεται να γίνει ηθοποιός και έχει επιλέξει να πάει στη σχολή «Καζάκου». Άλλα αντ’ άλλων. Πρέπει να έχει πάρει κάποια ουσία γιατί κλείνουν συνέχεια τα μάτια του. Το περίεργο είναι πως γνωρίζει πράγματα που χρειάζεται να έχει κανείς ειδικά ενδιαφέροντα για να τα ξέρει. Όπως αίφνης ότι ο Νίκος Παπανδρέου είναι αποφασισμένος ν’ αφοσιωθεί στο γράψιμο και να μην ασχοληθεί με την πολιτική.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009: Βράδυ στην «Αθηναΐδα», σε παράσταση του Σταμάτη Κραουνάκη. Σχεδόν ίδια με όσες παραστάσεις του έχουμε δει ως σήμερα μ’ έναν αδικαιολόγητο «αδελφίστικο», ξεφωνημένο τόνο. Με την Κική Δημουλά, τη Μαρίνα Λαχανά, τον Τάκη και τη Χριστίνα, τον Βαγγέλη Λεοντόπουλο με τη γυναίκα του. Κανείς δεν αισθάνεται ιδιαίτερα ευχαριστημένος, εκτός ίσως από την Κική Δημουλά, επειδή θα αισθάνεται, φαντάζομαι, υποχρεωμένη –ο Κρανουνάκης έχει περιλάβει λίγους στίχους της μελοποιημένους στο πρόγραμμα. Στη συντροφιά προστίθενται ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης με την Βίκυ Σταυροπούλου και η Νεκταρία Γιαννουδάκη –συναντηθήκαμε στην παράσταση χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί. Ο Κραουνάκης καταλαβαίνει πως δεν έχουμε μείνει ικανοποιημένοι και δεν μας καλεί για φαγητό, όπως συνηθίζει να το κάνει μετά από τις παραστάσεις του. Ο Τάκης προσπαθεί να καταλάβει, ρωτώντας τη Δημουλά, αν ο γιατρός Χαράλαμπος Ρούσσος θα ξαναβάλει υποψηφιότητα για ακαδημαϊκός, δεν εξελέγη την πρώτη φορά. Η Γιαννουδάκη με φέρνει σπίτι με το αυτοκίνητό της.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή