Καθαρή Δευτέρα, 2 Μαρτίου 1998: Μια μέρα που δεν βγαίνω καθόλου από το σπίτι μου. Δουλεύω συνέχεια. Θα ξεκλειδώσω την εξώπορτα το πρωί της Τρίτης.
Δευτέρα, 9 Μαρτίου 1998: Απονομή βραβείου στο Δημαρχείο στον Αντώνη Φωστιέρη. Του το έχει απονείμει ο Κώστας Τσιρόπουλος. Πώς αλλάζουν τα πράγματα. Πρωτομαγιά του 1976, στο εξοχικό ενός φίλου του Τσιρόπουλου, στο Μάτι, του αρχιτέκτονα Γιάννη Βαζιργιαντζίκη έχοντας πάει κι εγώ μαζί τους για ένα τριήμερο, κάνουμε μαζί με τον Κώστα τυπογραφικές διορθώσεις του επί θύραις να τυπωθεί τεύχους της Ευθύνης. Στο τεύχος περιλαμβάνεται ένα κείμενο του Κίρκεγκωρ που έχει μεταφράσει και μου το έχει δώσει για την Ευθύνη ο Φωστιέρης έχοντας βάλει το όνομά του ως μεταφραστή. Ο Τσιρόπουλος που με αισθάνεται, άδικα εντελώς, να έχω απομακρυνθεί από κοντά του το τελευταίο διάστημα λόγω της σχετικά πρόσφατης γνωριμίας μας με τον Φωστιέρη, μ’ ένα κόκκινο στυλό διαγράφει το όνομά του (ίσως να μην υπάρχει στο σύνολο των τευχών της Ευθύνης ξενόγλωσσο κείμενο που να έχει δημοσιευτεί χωρίς το όνομα του μεταφραστή). Σκέφτομαι πως αν ο Τσιρόπουλος είχε εγκολπωθεί τον Φωστιέρη, ή τον είχε συμπεριλάβει στους συνεργάτες του, στην Ευθύνη, μπορεί να μην είχε εκδοθεί ποτέ Η Λέξη. Ένα γεγονός που δεν μου το συγχώρεσε ποτέ ο Τσιρόπουλος. Φεύγοντας ο παριστάμενος Μπούλης Φραγκόπουλος μου λέει θερμά «και στα δικά σου». Στη συνέχεια, στον ίδιο χώρο, εκδήλωση για την κύπρια ποιήτρια Πίτσα Γαλάζη. Το βράδυ με τον Θανάση Καστανιώτη, τη Μάγια Παπανδρέου και τον Άκη Χαραλαμπίδη στην παράσταση της Ασπασίας Παπαθανασίου. Μετά την παράσταση, με τη Μάγια και τον Άκη για φαγητό στα «Σκαλάκια» της Αιγινήτου.
Τρίτη, 10 Μαρτίου 1998: Βρέχει κατακλυσμός. Ανεβαίνω στην ΕΡΤ για να πάρω το εκκαθαριστικό για την Εφορία. Κατεβαίνοντας, περνώ από το σπίτι του Τάκη, κυρίως για να δω τον Βασίλη να βγαίνει από το σχολικό. Μένω ωστόσο μαζί τους, τρώω και κοιμάμαι για απόγευμα. Αργά επιστρέφω σπίτι μου, δεν ξαναβγαίνω.
Πέμπτη, 19 Μαρτίου 1998: Με Μένη Κουμανταρέα και Χριστόφορο Λιοντάκη για φαγητό στην «Φαίδρα», Φωκίωνος Νέγρη. Μετά οι δύο μας με τον Μένη στο μπαρ «Smile». «Έχουμε γνωριστεί πριν από μερικά χρόνια», λέει ένας νεαρός στον Μένη, «ναι, στη Bibliothèque nationale», του απαντώ. Ο Μένης χαμογελάει. Φεύγοντας με τον νεαρό ξεχνά στο μπαρ το τεύχος της Λέξης που του έχω φέρει. Τον νεαρό τον λένε Σταύρο, θυμήθηκα πως έκανε παλαιότερα παρέα με τον Δημήτρη Ποταμίτη, που είχε χθες τα γενέθλιά του. Επιστρέφω σπίτι.
Σάββατο, 21 Μαρτίου 1998: Βράδυ στην Αμαλία Μεγαπάνου, Πρέκα, Λιοντάκης, Φωστιέρηδες. Η Αμαλία έχει πουλήσει έναν πίνακα του Γύζη, ο μόνος που πρόσεξε πως λείπει ο πίνακας είναι ο Φωστιέρης, Ίσως να το πρόσεξε και ο Πρέκας, αλλά αυτός που το σχολίασε είναι ο Φωστιέρης – κακώς βέβαια – γιατί γνωρίζει τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Αμαλία – δεν το έκρυψε άλλωστε ποτέ η ίδια. Πολύ αργά στο «ντέλο». Την ώρα που φτάνω, φεύγει ο Μιχάλης, του δίνω την κολώνια «Γιοπ» που έχω υποσχεθεί να του φέρω. Ένας κράχτης που είναι έξω από το μαγαζί μου λέει: «Δώσε και σε μένα ό,τι έδωσες στον κύριο». Απόψε στο «ντέλο» μαθαίνω τον θάνατο του Θωμά. Όταν τον γνώρισα, πριν από πολλά χρόνια, εδώ στο «ντέλο», η πρώτη κουβέντα που μου είχε πει, ήταν: «Δεν με γνωρίζεις, είμαι ο Θωμάς από την Χαλκίδα, η περίφημη Θωμαΐς». Σχεδόν ταυτόχρονα έμαθα ότι είχε κάποτε παντρευτεί και ότι είχε αποκτήσει και δυο γιους. Ο κάθε άνθρωπος δημιουργεί τους δικούς του λογαριασμούς με τον χρόνο.
Δευτέρα, 23 Μαρτίου 1998: Ματαιώνεται η εκδήλωση για τον Παντελή Βούλγαρη στο «104» της Θεμιστοκλέους (για την ακρίβεια μια συζήτησή του με τον Θανάση Λάλα). Στην ταβέρνα του κυρ-Γιάννη στη Μπενάκη, Παντελής Βούλγαρης, Ιωάννα Καρυστιάνη, Θανάσης Καστανιώτης, Λουκία Ρικάκη, Χριστόφορος Λιοντάκης. Σχεδόν όλο το βράδυ συζητάμε οι δυο μας με τον Βούλγαρη για την Χριστίνα Τσίγκου. Υπόσχεται να μου φέρει έναν φάκελο με χαρτιά της. Αργά στο «ντέλο» για τρεις ώρες. Εντύπωση κάνει ένας νεαρός από την Ολλανδία που περιφέρεται εδώ μέσα χωρίς να καταλαβαίνει κανείς τι ακριβώς θέλει.
Τρίτη, 7 Απριλίου 1998: Νωρίς το πρωί στο ξενοδοχείο «Σεμίραμις», στην Κηφισιά. Τώρα που καθαρογράφω τις σημειώσεις αυτές (Νοέμβριος 2024, δηλαδή είκοσι έξι χρόνια αργότερα), επειδή δυσκολεύομαι να θυμηθώ γιατί αναφέρονται τα σημειωμένα ονόματα, υποθέτω ή μάλλον είμαι βέβαιος πως πρόκειται για ονόματα συγγραφέων που είχαν συμμετάσχει σε εκπομπές της σειράς «Άξιον Εστί» που την έκανε για χρόνια ο Βασίλης Βασιλικός και ήταν αποκλειστικά αφιερωμένη στο βιβλίο. Υπήρξα συνεργάτης του από την πρώτη κιόλας εκπομπή, μαζί με τον Μιχάλη Μήτρα, τον Μιχάλη Μεϊμάρη (Θεός σχωρέστους), με την Σταυρούλα Παπασπύρου και τον Δημοσθένη Κούρτοβικ. Στις δύο εκπομπές που «γυρίζονται» σήμερα στο «Σεμίραμις», οι συγγραφείς που συμμετέχουν είναι ο Μεγαλοκονόμου (πολύ φίλος του Τσιρόπουλου), η Λοπινό, ο Καρτέρης, η Μπαλτά, ο Σηφουνάκης, ο Χατζηδημητρίου, ο Χατζηαναγνώστου. Τελειώνοντας, ο Σηφουνάκης με κατεβάζει με το αυτοκίνητό του στην ΕΡΤ. Έχει έρθει στο μεταξύ ο Φωστιέρης, γράφουμε δύο ραδιοφωνικές εκπομπές στη σειρά «Δώδεκα και μισή …» με τον Πέτρο Αμπατζόγλου και τον Βασίλη Ζιώγα. Για λίγο στο σπίτι του Τάκη. Στις 8 στο «104» της Θεμιστοκλέους, είναι η βραδιά που έχω οργανώσει για τον Αλέξη Σολομό. Ελάχιστος κόσμος, τόσοι άνθρωποι που γέμιζαν την Επίδαυρο και τα θέατρα και ενθουσιάζονταν με τις παραστάσεις του, κανείς τους δεν το πήρε είδηση; Με πιάνει απελπισία, λίγο πριν αρχίσει η εκδήλωση, βγαίνω στον δρόμο και σταματώ τους περαστικούς λέγοντάς τους ποιος είναι και πόσο σπουδαίος είναι ο καλλιτέχνης που σε λίγη ώρα θα παρουσιάσουμε το έργο του. Στα δεκατέσσερα άτομα που σταμάτησα, τα τέσσερα, αφού ζήτησαν διεξοδικότερες πληροφορίες για τον Σολομό, μπήκαν στο κτίριο και παρακολούθησαν την εκδήλωση ως το τέλος. Ο ίδιος ο Σολομός έδινε την εντύπωση ότι και κανείς να μην είχε έρθει, η διάθεσή του θα παρέμενε εξίσου καλή.
Παρασκευή, 10 Απριλίου 1998: Βράδυ σε «Greekhouse». Στη μόνιμη συντροφιά, έχουν προστεθεί απόψε οι Φωστιέρηδες και ο καρδιολόγος Θύμιος Λιβάνης, που έγινε ιδιαίτερα γνωστός ως ένας από τους γιατρούς του Ανδρέα Παπανδρέου –καπνίζει ακατάπαυστα. Όλους τους απόψε φαίνεται να τους διακατέχει μια ανησυχία: Πώς θα εξασφαλίσουν τους δικούς τους ανθρώπους, που δεν θα φύγουν για τις γιορτές του Πάσχα ώστε να μη μείνουν μόνοι τους.
Μεγάλη Δευτέρα, 13 Απριλίου 1998: Βράδυ σε Αμαλία Μεγαπάνου, Πρέκα, Πεπελάσηδες, Μίνα Αδαμάκη, Ερρίκoς Μπελιές. Από τις ελάχιστες φορές που η Αμαλία γίνεται τόσο εξομολογητική για τον Καραμανλή, προπαντός όταν μιλά με θαυμασμό για την επί πολλά χρόνια γραμματέα του Λένα Τριανταφύλλη. (Με τον γιό της τον Πέτρο, ένα πολύ καλό και πανέμορφο παιδί, υπήρξαμε συστρατιώτες στο ΕΑΤ – ΕΣΑ το 1969 – 1971).
Μεγάλη Τετάρτη, 15 Απριλίου 1998: Βράδυ στο «Τσάι στη Σαχάρα», με την έξοχη Γιώτα Βέη να ψέλνει ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδας. Στην παρέα και η Αγαθή Δημητρούκα. Αργά στο «ντέλο».
Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2000: Ως το μεσημέρι διορθώσεις με τον Φωστιέρη για τη Λέξη. Χαίρομαι που αισθάνομαι την ημέρα των γενεθλίων μου να περνά σχεδόν στο «ντούκου». Το βράδυ με την Ιουλίτα Ηλιοπούλου στο θέατρο «Χορν», στην παράσταση του «Εξ επαφής». Μετά την παράσταση καλεσμένοι του Σταμάτη Φασουλή στη «G.B.» για φαγητό. Μαζί μας και ο Θεοδόσης Ισαακίδης, ένας άνθρωπος αφοσιωμένος για πολλά χρόνια στον Δημήτρη Χορν. Όταν ο Σταμάτης πληρώνει τον λογαριασμό, λέει με τρόπο ώστε να τον ακούσω μόνον εγώ, ψιθυριστά: «Για τα γενέθλιά σου». Πάντως, ενώ ήταν αποφασισμένος να προτείνει στην Ιουλίτα να παίξει τη Σόνια – η Ιουλίτα έχει τελειώσει Δραματική Σχολή – στον Θείο Βάνια που σκέφτεται να ανεβάσει, δεν της λέει τελικά τίποτε.
Σάββατο, 1 Μαΐου 2001: Με Μαρίνα Καραγάτση. Για ώρες «βυθιζόμαστε» στο αρχείο της Χριστίνας Τσίγκου. Τρομερή συγκίνηση. Αργά σε Φωστιέρη, γράφω ένα κείμενο στη γραφομηχανή του. Επιστρέφει ο ίδιος με τα παιδιά του γύρω στις 11.30. Σπίτι μου, δεν ξαναβγαίνω.
Σάββατο, 26 Μαΐου 2001: Ανεβαίνω σε παιδιά. Γράφω το κείμενο για τον Δημήτρη Χατζή. Με στενοχωρεί αφάνταστα που ο Θοδωρής βλέπει σήμερα με τον φίλο του Άγγελο για τόσες ώρες τηλεόραση, από τις 12-5.30. Ο Βασίλης προσπαθεί να συνέρθει από την περιπέτεια που είχε με το πόδι του, το χτύπησε παίζοντας μπάλα. Ο Τάκης έχει γίνει τόσο ανεκτικός σε σχέση με τον Θοδωρή και τις πολλές ώρες που περνά βλέποντας τηλεόραση, μετά την πολύ δυσάρεστη πρόγνωση για την όρασή του. Το βράδυ καλεσμένος της Βαρβάρας Χατζάκη. Σπύρος Ευαγγελάτος, Λήδα Τασοπούλου, Νέλλη Αγγελίδου, Γιάννης Χάρης. Μια κυρία, ονόματι Βλαχούτσικου, με ρωτάει συνεχώς για τη Λέξη, τι στοιχίζει η έκδοση, αν ο κόπος που καταβάλλουμε είναι πολύ μεγάλος. Ακούνε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον όταν τους λέω το τι θεωρούσε ο Αλέξης Μινωτής ως το κλειδί προκειμένου να κατανοήσει κανείς τη Μήδεια. Ο Σπύρος και η Λήδα βέβαια το γνωρίζουν πολύ καλά, αλλά μάλλον για να με ευχαριστήσουν κάνουν πως το ακούνε για πρώτη φορά.
Κυριακή, 27 Μαΐου 2001: Δουλειά ως τις 4 στο σπίτι. Σε Σταμάτη Φασουλή, δουλεύουμε ως τις 9. Ανάμεσα σε άλλα, μου αφηγείται την ιστορία του τραγουδιού «Με το άσπρο μου μαντήλι», όπως του την είχε εξιστορήσει η Αλίκη Βουγιουκλάκη που το πρωτοτραγούδησε σε μια ξενόγλωσση ταινία της με τον τίτλο Αλίκη. Επιστρέφοντας σπίτι, περνώ στη γραφομηχανή το κείμενο που έγραψα για τον Δημήτρη Χατζή.
Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011: Στις 10 το βράδυ με το «Φαιστός» επιστρέφω από το Ηράκλειο στον Πειραιά. Αναπαυτικότατες πολυθρόνες, δεν έχω καμπίνα. Κοιμάμαι ως τις 7 το πρωί. Είχα χρόνια να ταξιδέψω με καράβι.
Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011: Ολοκληρώνω την απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας της Μπέττυς Αρβανίτη με τον Δημήτρη Παπαδημούλη. Στις 7, σε μια αίθουσα της οδού Δροσοπούλου στην Κυψέλη, ο Σταμάτης Φασουλής διαβάζει σε όλους τους συντελεστές τη διασκευή που έχουμε κάνει του Τρίτου Στεφανιού. Τελειώνοντας, στις 11, ανεβαίνουμε στο σπίτι του. Καβαλλιεράκης, Δεπάστας, Καρατζογιάννης. Κεφτέδες με παντζάρια.
Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2014: Η Χριστίνα στέλνει με mail τα ημερολόγιά μου στην Οδό Πανός. Στις 11.30 με Χρήστο Μεμή σε Νέα, συμφωνεί να γράψω ένα εκτενές κείμενο για το ΕΑΤ-ΕΣΑ όπου υπηρέτησα τη στρατιωτική μου θητεία. Στις 27 του μηνός ξεκινάει μια καινούργια σειρά στην εφημερίδα – την έχω οργανώσει ήδη σχεδόν στο σύνολό της – με κείμενα που έχουν δημοσιευτεί πριν από δεκαετίες κι έχουν σήμερα, ενδεχομένως, μεγαλύτερο ενδιαφέρον σε σχέση με τον χρόνο που δημοσιεύτηκαν. Στον κορνιζοποιό της οδού Γέλωνος δίνω 100 ευρώ για μια κορνίζα σε χαρακτικό του Παναγιώτη Τέτση. Στο Πολεμικό Μουσείο, στον Κώστα Σπυριούνη, του έχω φέρει δύο βιβλία του Μένη Κουμανταρέα με αφιέρωση. Στο café του Ιδρύματος Θεοχαράκη για μια ώρα με τον Τάκη Μαυρωτά. Σε υποκατάστημα της «Τράπεζας Πειραιώς», «σηκώνω» 500 ευρώ. Στο βιβλιοπωλείο του «Παπασωτηρίου» το βιβλίο που χρειάζεται ο Βασίλης έχει, δυστυχώς, εξαντληθεί. Στον Καστανιώτη ο Γιάννης Κοντός μου έχει φέρει ένα τσουρέκι, ο Χριστόφορος Λιοντάκης λογής φαγητά. Στο σπίτι δουλεύω ως αργά, απομαγνητοφωνώ όσα μου είπε στο κασετόφωνο η Άρτεμις Σκούταρη, για την προετοιμαζόμενη βιογραφία του Στέλιου και της Έλλης Ιωάννου, αλλά λύνω και σουντόκου.

