Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Θανάσης Θ. Νιάρχος

Σελίδες Ημερολογίου

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 1998: Το βράδυ πηγαίνω τον Βασίλη στον παιδίατρο Δημήτρη Ζουμπουλάκη, στην Πατησίων. Αδελφός της ηθοποιού Βούλας Ζουμπουλάκη, του ζωγράφου Πέτρου Ζουμπουλάκη και του Νίκου Ζουμπουλάκη, μιας εξαίρετης προσωπικότητας που έγραφε ποιήματα (έφυγε από τη ζωή σχετικά νέος), ποιήματά του θα διαβάσεις πια μόνο σε ανθολογίες. Έχω φέρει στον Δημήτρη Ζουμπουλάκη (ένας πολύ χαριτωμένος άνθρωπος) ως δώρο ένα υπέροχο φωτογραφικό λεύκωμα του Ντίνου Διαμαντόπουλου. Το βράδυ στο «Greek House» η γνωστή παρέα. Απόψε έχει έρθει και ο Κώστας Κουτσομύτης που μιλά συνέχεια, με τρομερές λεπτομέρειες, για τον Νίκο Ζαχαριάδη. Δεν κατάλαβα αν πρόκειται να κάνει την ζωή του σήριαλ, μιλάει πάντως σαν να πρόκειται να γίνει κάτι σχετικό.

Κυριακή, 1 Μαρτίου 1998: Ύπνος ως αργά. Μεσημέρι ανεβαίνω σε αδελφή μου, τρώω και κοιμάμαι. Το απόγευμα στον Τάκη. Βράδυ στο θέατρο, Προσοχή, ο σκύλος δαγκώνει. Μετά για σάντουιτς, στο «Έβερεστ».

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 1998: Δουλειές, σε Νέα για να ρυθμίσω τα της προδημοσίευσης του Μάριο Βίττι. Στον Τάκη, πηγαίνουμε με τη Χριστίνα για αγορές. Στις 11 στο θέατρο «Ιλίσια», έχει τελειώσει η παράσταση Ελεονόρα Ντούζε με την Ασπασία Παπαθανασίου. Στην έξοδο συναντώ ενθουσιασμένους τους Μητρόπουλους με τους Γεωργουσόπουλους. Φιλώ την Παπαθανασίου και της εξομολογούμαι ότι δεν ήρθα στην πρεμιέρα της από φόβο μη συμβεί καμιά αναποδιά. Μόνος μου σ’ έναν κινηματογράφο.

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 1998: Με τον Χριστόφορο Λιοντάκη, τη Μαρία Κοτοπούλη, τη Σοφία Αλμπάνη και την Ελευθερία, την αδελφή μου με τρεις φίλες της, στην παράσταση της Ασπασίας Παπαθανασίου. Μια συγκινητική προς όλους μας Ασπασία στο τέλος της παράστασης. Χωρίζουμε όπως ήρθαμε, μόνος του ο καθένας. Επιστρέφοντας στο σπίτι μου βρίσκω λίγο τυρί και λίγο μέλι στο ψυγείο.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 1998: Στην παράσταση Άνθισμα της θάλασσας που έχει κάνει η Λουκία Ρικάκη στο θεατράκι της Θεμιστοκλέους 104. Μετά την παράσταση στο «Μαντείο» της οδού Δελφών ως τις 3 το πρωί. Θανάσης Καστανιώτης, Λουκία Ρικάκη, Αγγέλα Κοκόλα, Φρέντυ Γερμανός, Τάκης, Χριστίνα, Νίκος Κωνσταντόπουλος, Νίκος Μπακουνάκης.

Σάββατο, 7 Μαρτίου 1998: Των Αγίων Θεοδώρων. Στο σπίτι του Φωστιέρη (γιορτάζει ο Θοδωρής του), στο σπίτι του Τάκη (γιορτάζει ο δικός μας Θοδωρής, τον έχω βαφτίσει δίνοντάς του το όνομα του πατέρα μου). Με Βασίλη και Θοδωρή σε «Τζάμπο» για τα δώρα τους. Στην εκκλησία της Φανερωμένης ανάβω δύο κεριά για τον πατέρα μου. Όλη τη μέρα στο σπίτι του Τάκη, κρατώ σημειώσεις για λογής θέματα που θέλω ν’ αναπτύξω κάποια στιγμή, διαβάζω το καινούργιο βιβλίο του Μάτεσι. Επιστρέφοντας σπίτι, χτυπά το τηλέφωνο, ο Καστανιώτης. Για μιάμιση ώρα και για πρώτη φορά, όχι μόνο στο τηλέφωνο, αλλά και ενώ συζητάμε δια ζώσης, είναι τόσο εξομολογητικός. Σα να χρειαζόταν η φιλία μας να συμπληρώσει είκοσι ακριβώς χρόνια για ν’ αποκτήσει ένα τέτοιο βάθος. Είναι κάτι που μ’ ευχαριστεί αλλά και με στεναχωρεί ταυτόχρονα – περισσότερο βέβαια με ευχαριστεί. Ωστόσο μένω άφωνος αλλά δεν το δείχνω. Αργά στο «ντέλο». Rien d’ extraordinaire. 

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 1998: «Γράφουμε» μέσα σ’ ένα πρωινό τρεις ραδιοφωνικές εκπομπές στη σειρά. «Δώδεκα και μισή…» με τον Γιάννη Ψυχοπαίδη, τη Βέρα Ζαβιτσιάνου και την Τζούλια Ανδρειάδου. Στη συνέχεια στον Αλέκο Αργυρίου για να μου δώσει τα «χειρόγραφα» του βιβλίου του για τον Οδυσσέα Ελύτη. Στις 3 συνάντηση με την Ελένη Μπίστικα. Γράφει όσα της υπαγορεύω για τον πατέρα της, μου είχε δώσει πριν από μερικές μέρες το βιβλίο που έβγαλε η ίδια με τις αφηγήσεις του, το διάβασα εξονυχιστικά. Στις 5 στο 104 της Θεμιστοκλέους, διαβάζουμε με τη Λουκία Ρικάκη ποιήματα που θα περιλάβει σε μια παράστασή της, δεν έχει αποφασίσει ακόμη τον τίτλο της. Φεύγοντας με τον Καστανιώτη, γύρω στις 8, συναντάμε στην Πλατεία Εξαρχείων τον Βασίλη Μπούτο (ο πεζογράφος από τη Λάρισα) με τη γυναίκα του. Αφού ανταλλάξουμε λίγες κουβέντες, ο Θανάσης με φέρνει σπίτι μου. Δεν ξαναβγαίνω. 

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 1998: Με Σοφία και Κώστα Αλμπάνη σε Δεσμούς αίματος (Θέατρο; Ταινία;). Τρώμε στον «Κωστόγιαννη».

Κυριακή, 22 Μαρτίου 1998: Με τον Τάκη, τη Χριστίνα και τον Βασίλη στην Τρίπολη, είναι το πρώτο επισκεπτήριο για τους νεοσύλλεκτους στο γνωστό στρατόπεδο. Ήρθαμε για να δω τον ανιψιό μου Μιχάλη, έχει καταταγεί στην αεροπορία, μου κάνει εντύπωση το πόσο κουρασμένοι δείχνουν όλοι τους, μόνο για υποψήφιους αεροπόρους δεν θα τους φανταζόσουν. Για λίγη ώρα περιπλανιόμαστε οι τέσσερίς μας σ’ ένα δασάκι που είναι κοντά στο στρατόπεδο. Στην επιστροφή παίζουμε με τον Βασίλη, που λάμπει κυριολεκτικά, ένα πολύ ωραίο παιχνίδι μέσα στο αυτοκίνητο. Βράδυ για φαγητό στο σπίτι του Φωστιέρη, Λευτέρης Παπαδόπουλος με Ράια, Καστανιώτηδες, Πεπελάσηδες, Ντόρα Γιαννακοπούλου, Γιώργος Τσαγκάρης. Ως αργά.

Τρίτη, 24 Μαρτίου 1998: Μια σχεδόν ακατάληπτη «εγγραφή» τώρα που την καθαρογράφω (είκοσι δύο σχεδόν χρόνια από τότε που την είχα κρατήσει ως σημείωση). Αναφέρονται τα ονόματα του Κώστα Αξελού, της Κατερίνας Δασκαλάκη, της Μαρίας Δαμανάκη και του Γιώργου Κιμούλη. Να ’ταν άραγε εκδήλωση για τον Αξελό και να τον παρουσίαζε η Κατερίνα Δασκαλάκη, ενώ η Δαμανάκη με τον Κιμούλη είχαν έρθει να την παρακολουθήσουν; Τότε γιατί δίνω ιδιαίτερη έμφαση στη Δαμανάκη και τον Κιμούλη, γράφοντας για μια ανησυχία στο βλέμμα της πρώτης ενώ την παρακολουθεί ο Κιμούλης, αλλά και για ένα πλήθος επιστημόνων που έχουν έρθει με εμφανές το ενδιαφέρον για το τι θα πει ο Κιμούλης; Στην ίδια εγγραφή υπάρχει η σημείωση: «Το μεσημέρι στο σπίτι του Άκη για τα γενέθλιά του». Θα πρόκειται σίγουρα για τον Άκη Χαραλαμπίδη.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 1998: Με την Ασπασία Παπαθανασίου, τον Τάκη και τη Χριστίνα στα μονόπρακτα του Τένεσι Ουίλλιαμς στο θέατρο «Δανδουλάκη». Ενθουσιάζομαι με το μονόπρακτο Χαιρετισμούς από την Μπέρτα με την Άννα Βαγενά. Αντίθετα η Αννίτα Δεκαβάλλα θα μου πει στο τέλος της παράστασης: «Ευτυχώς καθόταν μπροστά μου κάποιος πολύ ψηλός και δεν την έβλεπα» (εννοεί τη Βαγενά). Φεύγουν ο Τάκης με τη Χριστίνα, με την Παπαθανασίου σ’ ένα μπαρ κοντά στο σπίτι της. Ιδιαίτερα εξομολογητική πάντα είτε πρόκειται για γνωστούς, φίλους ή συνεργάτες της είτε για διαβάσματά της είτε για τον σύζυγό της Κώστα Μαυρομμάτη (με χαρά λέει πάντα πως ήταν ένα παιδί πλούσιας οικογένειας που τον μύησε η ίδια στον κομμουνισμό), απόψε θα γίνει ακόμη πιο εξομολογητική. Μου λέει κάποια στιγμή για τον Δημήτρη Ροντήρη και τη Μαρίκα Κοτοπούλη: «Είχα ευχηθεί να πεθάνουν για να πάρω τη θέση τους». Ως τις 2.30. Πρώτο βράδυ μιας νεροποντής που θα κρατήσει για μέρες.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 1998: Μιλάμε για κατακλυσμό. Ανεβαίνω σε Ίδρυμα Πολιτισμού. Τελειώνοντας περνώ από το πολύ κοντινό Αρσάκειο, μήπως και πάρει το μάτι μου τον Βασίλη, κάτι που αποκλείεται γιατί με τόση βροχή τα παιδιά θα έχουν μείνει στις αίθουσες. Θα μάθω αργότερα πως ήρθε ο Τάκης για να τον πάρει, όπως κι άλλοι γονείς είχαν έρθει να πάρουν τα παιδιά τους ώστε να επιστρέψουν γρηγορότερα στα σπίτια τους γιατί ανακοινώθηκε ότι η νεροποντή θα επιδεινωθεί. Ο Βασίλης όμως δεν δέχτηκε να φύγει από το σχολείο μη τυχόν και τον θεωρήσουν οι συμμαθητές του, όσοι είχαν μείνει, ως μαμόθρεφτο. Τελικά βρίσκω ταξί έξω από το Αρσάκειο, κάτι που μοιάζει με θαύμα μέσα σ’ αυτές τις καιρικές συνθήκες. Το βράδυ με τον Καστανιώτη στην παράσταση του «Θεάτρου των Εξαρχείων». Μετά την παράσταση στην ταβέρνα του κυρ-Γιάννη, στη Μπενάκη. Δεκαβάλλα, Βουτέρης, Αφροδίτη Γρηγοριάδου, Κοραλία Καράντη, Γεωργουσόπουλοι, Καστανιώτης, Λουκία Ρικάκη, μια άγνωστή μου κοπέλα, που θα μου πει την επομένη ο Λιοντάκης πως υπήρξε πολύ φίλη μιας φίλης μας ποιήτριας.

Μεγάλη Τρίτη, 14 Απριλίου 1998: Απόγευμα σε Τάκη. Αγορές για τις γιορτές του Πάσχα. Για τέσσερις ώρες παιχνίδι με Βασίλη και Θοδωρή. Υπέροχα.

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2000: Βράδυ σε Αμαλία Μεγαπάνου. Άλκη Ζέη, Ανδρονίδηδες, Φωστιέρηδες, ένας γιατρός ονόματι Μπεκόπουλος (υπήρξε φίλος του Σάββα Χαρατσίδη). Συζήτηση και φαγητό. Στις 12.30 σε έναν παλαιό φίλο (είχαμε χρόνια να συναντηθούμε, τον Βασίλη Καραγεώργο, πολύ φίλο επίσης με τη Μαλβίνα Κάραλη). Δεν ξέρω γιατί αν και θέλησα να ξανασυναντηθούμε, αισθάνομαι απόψε εξαιρετικά αμήχανος. Μένουμε ωστόσο κουβεντιάζοντας ως το ξημέρωμα, θα με πάρει ο ύπνος στον καναπέ του. Το σπίτι του είναι Βαρβάκη και Λιακαταίων.

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014: Τηλεφωνεί ο Γιώργος Χρονάς, ήρθε το καινούργιο τεύχος της Οδού Πανός που δημοσιεύει ημερολόγιά μου. Στις 2, λίγο πριν κλείσει, φτάνω στο βιβλιοπωλείο, αγοράζω δέκα αντίτυπα, ο Γιώργος μου χαρίζει ακόμη δύο. Στο «Παλλάς» κλείνω τρεις θέσεις με πρόσκληση για τους Φωστιέρηδες, για τη βραδινή παράσταση σήμερα. Στις 3.30 στο «GreekHouse», μας έχει καλέσει για φαγητό ο Κώστας Λαλιώτης, τον Γιάννη Κοντό, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και μένα, μ’ αφορμή την γιορτή του που ήταν χθες. Μαζί μας και ο Νότης Παπαδόπουλος, και δύο τρεις άλλοι. Έχω φέρει στον Κοντό τρία άδεια τάπερ από φαγητά που μου είχε στείλει, ή μάλλον φέρει, καθώς και δύο βιβλία του Καστανιώτη που μου έχει ζητήσει. Ο Λαλιώτης εντυπωσιάζεται βαθιά όταν αντιλαμβάνεται ότι ο Κοντός μου φέρνει συχνά φαγητό, το σχολιάζει συνεχώς. Μελαγχολία με θλίψη (μαζί με πολλή συμπάθεια) προκαλεί ο Λευτέρης Παπαδόπουλος που τον αισθάνεσαι σαν θηρίο στο κλουβί τώρα που έχει παροπλιστεί δημοσιογραφικά. Στις 5 ο Κοντός με φέρνει με ταξί σπίτι μου. Δουλεύω ως τις 11 το βράδυ που έρχονται ο Τάκης με τη Χριστίνα, τους δίνω μια τσάντα με ρούχα που είχε φέρει για επιδιόρθωση η Χριστίνα πριν από λίγες μέρες στο «Χρυσό ψαλίδι» (είναι ακριβώς απέναντί μου), μαζί κι ένα τεύχος της Οδού Πανός. Με φέρνουν με το αυτοκίνητό της στο «Παλλάς». Έχουν δει την παράσταση με τον Φασουλή η Ζωή Λάσκαρη με την Πέπη Ραγκούση. Μας κάνει το τραπέζι στο διπλανό «Passaji» ο Σταμάτης. Η Λάσκαρη, χωρίς να έχει ακόμη πιει, μας βρίζει συνέχεια, εμένα και τη Ραγκούση, ότι μιλάμε για πολιτική χωρίς να έχουμε ιδέα, ενώ η ίδια, όπως τουλάχιστον ομολογεί, στήνεται από τα ξημερώματα μπροστά στην τηλεόραση παρακολουθώντας τα πάντα, ό,τι όμως βλέπει το περνάει από το προσωπικό της φίλτρο. Ο Σταμάτης είναι έτοιμος να ξεσπάσει, τον συγκρατώ πατώντας του κάτω από το τραπέζι το πόδι.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014: Με την αγωνία του Γιάννη (Κοντού) στο μη περαιτέρω, δουλεύω στο σπίτι με κλειστό το κινητό. Δεν ξέρω, αν συνέβαινε οτιδήποτε κακό, έστω και με κλειστό το κινητό και χωρίς το όνομά μου στην είσοδο της πολυκατοικίας θα βρίσκανε τον τρόπο να με ειδοποιήσουν, ή θα το «έπιανα» ο ίδιος στον αέρα. Στις 1.30 στο Μουσείο Μπενάκη, ενώ συζητάμε με τον Άγγελο Δεληβοριά, κτυπάει το κινητό, ο Κώστας Λαλιώτης. Τον Γιάννη τον μεταφέρανε στο «Αττικό» σε μονόκλινο. Καλά μου έχει πει η Δεκαβάλλα να μη φοβάμαι, το κακό δεν συμβαίνει ποτέ όταν υπολογίζουμε πως θα συμβεί.

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018: Στις 6.30 στην εφημερίδα. Υπαγορεύω στην Ασπασία το κείμενο για το Ημερολόγιο του Χάρη Βρόντου. Στην κουζίνα της εφημερίδας ο Βαγγέλης Λιαλιούτης μου λέει πως από την επόμενη Δευτέρα θ’ αντικαταστήσω τον Περικλή Δημητρουλόπουλο στην καθημερινή του στήλη, για ενάμιση το λιγότερο μήνα, που μπορεί να μη φεύγει με άδεια, αλλά αντικαθιστά τον Μιχάλη Μητσό, που φεύγει με άδεια, στη στήλη του. Στην αρχή αρνούμαι λέγοντας ότι η δουλειά που ήδη έχω είναι πάρα πολλή. Υποχωρώ όμως και δέχομαι σχεδόν με χαρά, όταν τον ακούω να μου λέει ότι «δεν γίνεται να αλλάξουμε την παράδοση» (είναι το πέμπτο καλοκαίρι που θα αντικαταστήσω τον Δημητρουλόπουλο στη στήλη του) και ότι «τι είναι για σας 300 λέξεις την ημέρα». Με τον Γιάννη Μητσάκο, που φεύγει επίσης με άδεια την Παρασκευή, «τακτοποιούμε» τη σελίδα «Μια φωτογραφία πολλές ιστορίες», σε σχέση με κείμενα και φωτογραφίες, για πέντε το λιγότερο εβδομάδες.

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2018: Αν και από το λογιστήριο της εφημερίδας μου είχανε πει ότι σήμερα Τετάρτη θα έχει μπει ο μισθός του Απριλίου, δυστυχώς η κατάθεση δεν έχει γίνει. Αισθάνομαι άσχημα, έχω μείνει με εξήντα λεπτά, δεν μπορώ καν ν’ αγοράσω την εφημερίδα για να δω αν στην επιφυλλίδα μου που δημοσιεύεται σήμερα, έχουν γίνει λάθη. Τηλεφωνώ στον Καστανιώτη, αν μπορεί να μου δώσουν στο λογιστήριο 200 ευρώ – μου λέει να περάσω όποια ώρα θέλω για να τα πάρω. Γυρίζω σπίτι μου κι επειδή αισθάνομαι την απογοήτευση να με έχει εξαντλήσει, κοιμάμαι για μία ώρα. Αμέσως μετά στον Καστανιώτη για τα 200 ευρώ, γύρω στις 4 τρώω στον «Αχιλλέα» της Βαλτετσίου γεμιστά και φέτα. Η ζέστη έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή, έχω αποφασίσει να μην τη σκέφτομαι και προπαντός να μην τη συζητώ για να την κάνω λιγότερο ανυπόφορη. Στις 8 στο Καλλιμάρμαρο η συναυλία «Παίξε Τσιτσάνη μου» που έχει σκηνοθετήσει ο Σταμάτης Φασουλής. Η συναυλία είναι για τις 9, ο Σταμάτης με έχει εφοδιάσει με μια κορδέλα ώστε να μπορώ να κυκλοφορώ σε όλους τους χώρους και να έχω πρόσβαση στο μπαρ που είναι πλημμυρισμένο με χιλιάδες φαγώσιμα και αναψυκτικά. Τα τιμώ όλα δεόντως. Πριν αρχίσει η συναυλία, όσο κάθομαι μαζί με τους τραγουδιστές πίσω από τη σκηνή, μου κάνει εντύπωση η Ελευθερία Αρβανιτάκη που καπνίζει συνεχώς. Εντύπωση μου κάνει επίσης ο Διονύσης Σαββόπουλος που, ενώ έχει αρχίσει η συναυλία, αποκαλεί τον Γιώργο Νταλάρα «φυσικό φαινόμενο» – δεν φανταζόμουν τον Σαββόπουλο τόσο γενναιόδωρο για οποιονδήποτε. Κι ένα άλλο περιστατικό με τον ίδιο τον Γιώργο Νταλάρα, – που υπήρξε τρυφερότατος μαζί μου – όταν ένας νεαρός, πίσω από ένα τραπέζι, του ζήτησε να υπογράψει ένα χαρτί. «Μα εγώ δεν πληρώνομαι για τη συμμετοχή μου στη συναυλία», του λέει ο Νταλάρας. Ο υπάλληλος πρόσθεσε πως η υπογραφή αφορά ένα ένσημο – δε θυμάμαι τώρα πώς το χαρακτήρισε. Ο Νταλάρας του απάντησε πως η γιαγιά του του έχει πει να μη βάζει ποτέ την υπογραφή του πριν διαβάσει το κείμενο που προηγείται και επειδή δεν είχε τα γυαλιά του, ζήτησε από τη συνεργάτιδά του, την κυρία Νέλλη Χαραλαμπίδου, να το διαβάσει και να του πει τι ακριβώς λέει.

Κύλιση στην κορυφή