Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 1999: Αν και καθημερινή, δεν βγαίνω για δουλειά ούτε το πρωί ούτε το μεσημέρι, κυρίως για να πάω στο γραφείο. Ολοκληρώνω την ομιλία μου για τον Κώστα Ταχτσή, το βράδυ φτάνω πρώτος απ’ όλους, ομιλητές και ηθοποιούς, στο Γαλλικό Ινστιτούτο, που γίνεται η εκδήλωση για τον Ταχτσή. Φανταζόμουν πως θα ερχόταν πολύ περισσότερος κόσμος, η βραδιά ωστόσο, τόσο οι ομιλητές όσο και οι ηθοποιοί που διαβάσανε, η Άννα Βαγενά και η Χρύσα Σπηλιώτη, κατασυγκίνησε και καταγοήτευσε όσους ήρθανε. Το κατάλαβα σε σχέση με την αντίδραση της αδελφής μου που, επιφυλακτική συνήθως σε ό,τι κάνω, δεν διέκρινα καμιά σκιά στα μάτια της. Υπολόγισα, κάποια στιγμή, τον εαυτό μου μέσα στον κόσμο, ως ακροατή, και αισθάνθηκα πως η παρουσία μας πάνω στη σκηνή, ομιλητών και ηθοποιών, δημιουργούσε την ατμόσφαιρα μιας, αν και χαμηλόφωνης, πολυδιαβρωτικής μελαγχολίας. Και, επιπλέον, σα να επρόκειτο για μια συζήτηση που συμπτωματικά γίνεται με περισσότερους ακροατές απ’ ό,τι θα γινόταν αν την έκαναν δύο με τρεις άνθρωποι στον καθημερινό της χώρο. Αν και ειπώθηκαν πράγματα τρομερά τόσο από τη Μάρω Δούκα όσο νομίζω και από μένα, επειδή δεν το κάνουμε για να σκανδαλίσουμε, τίποτε δεν ταράζει την αίσθηση μιας ουσιαστικής επικοινωνίας που έχει συντελεσθεί ανάμεσα σε όλους. Τόσο μάλιστα έντονης, ώστε κανείς δεν φαίνεται να προσέχει την απουσία του Νίκου Κωνσταντόπουλου που ήταν να μιλήσει κι αυτός για τον Ταχτσή, αλλά μια αιφνίδια επερώτηση στην Βουλή τον υποχρέωσε να μην έρθει. Μετά την εκδήλωση και μια σύντομη αψιμαχία ανάμεσα στον Μένη Κουμανταρέα και τον Γιάννη Κοντό, καταλήγουμε για φαγητό όλοι μαζί στο «Ιντεάλ» ως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα. Και βέβαια ανάμεσα στους ακροατές της εκδήλωσης δεν ήταν ο γλυκύτατος Κώστας που χθες βράδυ είχαμε μια τόσο ουσιαστική συζήτηση μαζί του.
Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 1999: Γύρω στις 7 το απόγευμα στην Μαρία Κοτοπούλη, αδελφή της Ντόρας Γιαννακοπούλου. Συζητάμε για το βιβλίο της που πρόκειται να εκδώσει ο Καστανιώτης και στη συνέχεια ο άνδρας της, ο καλότατος Σάκης Χριστόπουλος, γιατρός, μας ανεβάζει στην Κηφισιά, στη γκαλερί «Boss». Έχει έκθεση ο γιός του Τηλέμαχου Αλαβέρα, ο Χρήστος, ένα λίγο «απρόβλεπτο» άτομο που γνωρίζω εδώ και πολλά χρόνια, με εξαιρετικά όμως ενδιαφέρουσα δουλειά. Πολύ ήρεμο περιβάλλον, αν εξαιρέσει κανείς τη συμπεριφορά ενός συγγραφέα, συνεργάτη μιας μεγάλης εφημερίδας, που μιλάει και συμπεριφέρεται μ’ έναν τρόπο σαν να μην υπολογίζουν οι άλλοι πόσο σημαντικός είναι για να συνεργάζεται μ’ αυτόν η εφημερίδα (ό,τι κι αν συζητιέται στα διάφορα πηγαδάκια επανέρχεται διαρκώς σ’ αυτό). Όπως αντίστοιχη είναι και η συμπεριφορά του Κώστα Στεργιόπουλου, είναι πολλοί συγγραφείς που κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να υπογραμμίσουν πως οι ίδιοι σαν άτομα δεν είναι στο ύψος του έργου τους. Όντας ήδη πολύ κουρασμένος, μελαγχολώ αφάνταστα. Να ’ναι καλά ο Σάκης και η Μαρία που, χωρίς να καθυστερήσουμε ιδιαίτερα, με ξαναφέρνουν σπίτι μου. Αν και βαρύθυμος, αισθάνομαι πως μόνο μια βραδιά ασωτείας θα μπορούσε να ισορροπήσει την κατάστασή μου.
Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 1999: Αργά το απόγευμα με φέρνει σπίτι μου ο Καστανιώτης (πάντα μπαίνοντας στο αυτοκίνητο κάνει, ως νάζι, ότι βάζει μπροστά το ρολόι, όπως θα έκανε ο οδηγός του ταξί), έχοντας περάσει τις περισσότερες ώρες στο γραφείο. Το βράδυ, γύρω στις 10.30, στο «Greek House» ο Καστανιώτης, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, η Ράια Μουζενίδου, η αδελφή της Αυγή, η Ντόρα Γιαννακοπούλου, ο Μηνάς Χρηστίδης. Η Ντόρα παραδίδει στον Καστανιώτη το καινούργιο της μυθιστόρημα, συζητάμε όλοι μας (εκτός από τη Ντόρα που το έγραψε, το έχουμε διαβάσει ο Μηνάς, βέβαια, η Ράια και εγώ) για τον τίτλο που θα του ταίριαζε. Υποψιάζομαι πως θα καταλήξουν στον τίτλο που έχω προτείνει, το Συμπολίτες άγγελοι. Σ’ ένα γειτονικό τραπέζι ο Γιάννης Κοντός, ο Κώστας Μουρσελάς και ο Γιάννης Μιχαηλίδης. Φεύγοντας αρκετά αργά, ο Μηνάς με τη Ντόρα με φέρνουν σπίτι μου με το αυτοκίνητό τους. Για την ακρίβεια μ’ αφήνουν πάντα στην Βασ. Σοφίας, στο ύψος του νοσοκομείου «Αλεξάνδρας, έρχομαι ως την Αλκαίου, στα Ιλίσια, με τα πόδια.
Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 1997: Όλη μέρα δουλειά στο σπίτι. Αργά το απόγευμα έρχεται ο Τάκης για να πάρει κάποια πράγματα –συνήθως βιβλία. Στις 8.30 στο «Εθνικό Θέατρο». Με τη Σοφία Αλμπάνη και τη Βασιλική, αντί να παρακολουθήσουμε στη «Νέα Σκηνή» την παράσταση Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι (έχουμε τις σχετικές προσκλήσεις), επειδή το θέατρο είναι φίσκα, μας βάζουν στην κεντρική αίθουσα όπου παίζεται η κωμωδία Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες. Αν δεν προσθέτω στο έργο ένα νόημα που δεν το έχει, θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα έργο προφητικό όσον αφορά τη νεοελληνική πραγματικότητα. Αν και δεν γελώ σχεδόν ποτέ στις κωμωδίες, απόψε γελώ αρκετά. Μετά την παράσταση τρώμε οι τρεις μας στο «Ιντεάλ». Σ’ ένα γειτονικό τραπέζι η Ντόρα Γιαννακοπούλου με τον Μηνά Χρηστίδη και τον Διαμαντή Πεπελάση, επίσης με τη γυναίκα του. Θυμάμαι τη Βάσω Παπαντωνίου που θυμωμένη είχε πει στον Πεπελάση, όταν ως πρόεδρος ο ίδιος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού δεν είχε διορίσει ως μορφωτικό ακόλουθο στο Παρίσι τον Γιώργο Χειμωνά, την ίδια περίοδο που ήταν πρέσβης στην ΟΥΝΕΣΚΟ ο Βασίλης Βασιλικός. «Όμοιος ομοίω αεί πε…πελάζειν».
Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 1999: Γύρω στις 7 το απόγευμα στην Αίθουσα της Παλαιάς Βουλής εκδήλωση για ένα βιβλίο του Στέλιου Παπαθεμελή. Με τη Βασιλική Αλμπάνη, έχει έρθει και η αδελφή μου με φίλες της. Άραγε από τους πεντακόσιους ανθρώπους που είναι μέσα στην αίθουσα, όταν ο Αναστάσιος Πεπονής, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Παπαθεμελή, αναφέρει τις λέξεις «Αργό πετρέλαιο», σε σχέση με οικονομικά θέματα, να υπάρχει έστω κι ένας που να γνωρίζει πως υπάρχει ένα ποιητικό βιβλίο του σπουδαίου ποιητή Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου με τις ίδιες ακριβώς λέξεις ως τίτλο Αργό πετρέλαιο; Φεύγουμε πριν τελειώσει η εκδήλωση, μας περιμένει ο φίλος της Βασιλικής. Στο «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου, πρεμιέρα. Όλος ο γνωστός κόσμος της «πρεμιέρας», σα να δίνει το ένα θέατρο τις λίστες του στο άλλο, από τον Δημήτρη Μυταρά ως τον Δημήτρη Μαρωνίτη. Απερίγραπτα και το έργο και η παράσταση. Φεύγουμε, στο τέλος βέβαια, από μια πλαϊνή πόρτα, μην υποχρεωθώ να περάσω μπροστά από τον Μίμη Κουγιουμτζή, να πω τι; Με τη Βασιλική και τον Δημήτρη για φαγητό στα παλιά, αγαπημένα «Μπακαλιαράκια» της Πλάκας.
Τρίτη, 27 Απριλίου 1999: Με την προϋπόθεση ότι από το πρωί της κάθε μέρας ως το μεσημέρι, συχνά και ως αργά το απόγευμα, δουλεύω είτε στο σπίτι είτε στο γραφείο είτε ακόμη και διασχίζοντας οριζόντια και κάθετα το κέντρο της Αθήνας, πηγαίνω το βράδυ στα εγκαίνια της έκθεσης του Κώστα Πανιάρα στις «Νέες Μορφές». Η Ελένη Μπίστικα με συστήνει σε κάτι φίλους της τραπεζίτες λέγοντάς τους κάτι ακατάληπτα για μένα και τη δουλειά μου. Με τον Χριστόφορο Λιοντάκη ανεβαίνουμε στο Μαρούσι για φαγητό, στο σπίτι της Τζέλας Παυλάκου και του Γιώργου Ξενάριου. Έχουν έρθει ήδη ο Μάνος Λουκάκης και η Μαρία Κωνσταντακάκη. Μια βραδιά ήταν και αυτή και –ευτυχώς– πέρασε. Στην Κηφισίας, με προορισμό το σπίτι του ο καθένας, παίρνουμε με τον Χριστόφορο διαφορετικά ταξί.
Κυριακή, 2 Μαΐου 1999: Το Βήμα δημοσιεύει κριτική της Μάρης Θεοδοσοπούλου για το βιβλίο μου Ο έρωτας για τους άλλους. Αν με ευχαριστεί, είναι γιατί δείχνει έναν άνθρωπο που με παρακολουθεί με ευαισθησία σε ό,τι γράφω, εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Πηγαίνω για λίγο στην αδελφή μου που μου έχει ετοιμάσει και παίρνω μαζί μου ένα σωρό φαγητά. Το βράδυ καλεσμένος με τους Φωστιέρηδες στου Ζωγράφου, στο σπίτι του Θόδωρου Γουδέλη, αρχιεργάτη του τυπογραφείου όπου τυπώνεται Η Λέξη. Μαζί μας και ο Πέτρος Μπαλίδης, ο ιδιοκτήτης του τυπογραφείου. Όπως βλέπουμε από την βεράντα τους, σ’ ένα «υπερυψωμένο σημείο», «πιάτο» όλη την Αθήνα, συζητάμε, τι άλλο, ό,τι συζητούν όλοι οι μικροαστοί που έχουν μια συνολική, οπτική όμως μόνον, θέα της πόλης τους: για την αύξηση της εγκληματικότητας και τις κλοπές των Αλβανών.
Τρίτη, 11 Μαΐου 1999: Το βράδυ με τον Μένη Κουμανταρέα και τον Γιάννη Βαρβέρη στη «Φαίδρα» της Φωκίωνος Νέγρη (το αγαπημένο στέκι του Μένη). Όταν αποφασίζω να μιλήσω για τον Σπύρο Τσακνιά, όχι βέβαια το τι φρονώ γι’ αυτόν αλλά για το μέλλον του ως δημιουργού, με κατάπληξη ακούω τον Βαρβέρη που ο Σπύρος υπήρξε πολύ περισσότερο φίλος του απ’ ό,τι για μένα και τον Μένη, να λέει «Μετά τον Σπύρο αισθάνομαι πως έφυγε κάτι αντικαταστατό». Κρίμα τις συναντήσεις και τις μυστικές τους συζητήσεις και συναλλαγές, καθώς όντας ο Σπύρος μέλος συχνά σε επιτροπές απονομής βραβείων, ο Βαρβέρης φρόντιζε να τον επηρεάζει προκειμένου να βραβευτεί ή να μη βραβευτεί ένας υποψήφιος ποιητής ή πεζογράφος. Όταν χωρίζουμε αργά, ο Γιάννης με φέρνει σπίτι μου.
Τετάρτη, 23 Ιουνίου 1999: Παραμονή αναχώρησης για την Κύπρο. Μετά τις δουλειές της μέρας και ενώ το βράδυ είναι να πάμε με τη Σοφία Αλμπάνη στο Ηρώδειο (έχει βγάλει τα εισιτήρια η Σοφία πριν από έναν μήνα) προφασίζομαι πως κάτι μου συμβαίνει κι ότι δεν θα πάω. Βγαίνω βόλτα μόνος μου, περπατώντας άσκοπα και προσπαθώντας να διακρίνω στα μάτια των ανθρώπων, χωρίς βέβαια να γίνεται αντιληπτό ότι τους παρατηρώ, αν υπάρχει ένας συγκεκριμένος προορισμός που τους έκανε να βγουν από τα σπίτια τους ή αν ο προορισμός τους ήταν να βρεθούν για λίγη ώρα ανάμεσα στους άλλους. Είναι ένα «παιχνίδι» που το παίζω συχνά μόνος μου, όταν δηλαδή συμβαίνει να μην έχω κανέναν άλλον πλάι μου, το επιχειρώ ακόμη κι όταν πνίγομαι στη δουλειά. Πιο συγκεκριμένα, από τότε που διάβασα, πριν από δεκαετίες, ότι ο Καζαντζάκης διατηρούσε τη μεγάλη επιθυμία να βγει στους δρόμους και να παρακαλέσει τους άγνωστούς του που θα συναντούσε, να του δώσει ο καθένας τους ένα τέταρτο από τη ζωή του έτσι ώστε μέσα στον χαμένο για τους ίδιους, έτσι κι αλλιώς, χρόνο τους που θα συγκέντρωνε, να προλάβει να ολοκληρώσει το έργο του.
Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009: Δουλειά στο σπίτι ως το μεσημέρι. Στις 2 σε βιβλιοπωλείο Καστανιώτη, συνάντηση με Μάνο Καρατζογιάννη. Ερχόμαστε στην Φιλοθέη, στον Γιώργο Νταλάρα. Του κρατώ έναν φάκελο με διορθωμένο το κείμενο της συνομιλίας μας που προορίζεται για πρόλογος στο βιβλίο που ετοιμάζεται για τον ίδιο και τη δουλειά του. Μιλάμε για έναν ογκωδέστατο τόμο με σαράντα περίπου κείμενα που έχουν γράψει για τη δουλειά του αλλά και για τον ίδιο όχι μόνον καλλιτέχνες, αλλά και συγγραφείς, ποιητές, επιστήμονες, λογής παράγοντες, με κριτικογραφία, φωτογραφίες. (Για να πω την αλήθεια, δεν έχω καταλάβει ως σήμερα, Νοέμβριος του 2025, που καθαρογράφονται αυτές οι σημειώσεις γιατί ατόνησε το σχέδιο της έκδοσης του σχεδόν έτοιμου αυτού τόμου, σε βαθμό που όλα αυτά τα χρόνια να μην έχουμε κάνει μνεία του με τον Γιώργο και την Άννα παρά μία ή δύο φορές – το πολύ. Και μιλάμε για συμπληρωμένα δεκαέξι πια χρόνια και μια θηριώδη από πλευράς μου δουλειά. Το παρασκήνιο αυτής της προετοιμασίας, που δεν το θεωρώ απάντηση στη μάλλον ματαίωση αυτής της έκδοσης, θα το εκθέσω μιαν άλλη φορά). Δίνω τον φάκελο με τη συνομιλία-πρόλογο στη Φιλιππινέζα, μαζί και μ’ ένα μεγάλο μου γράμμα για τον Γιώργο και την Άννα που μου είχαν ήδη πει στο τηλέφωνο ότι θα λείπουν. Ο καλότατος Μάνος με φέρνει σπίτι μου, δουλεύω ως τις 8.30. Βγαίνοντας πηγαίνω προσκλήσεις για τη μεγάλη εκδήλωση για τον Μάριο Πλωρίτη στο θέατρο «Άλφα» και στο θέατρο του Γιώργου Αρμένη. Στις 9 στο θέατρο «Χορν» με τη Δηώ Καγκελάρη. Ενώ η Δηώ βλέπει την παράσταση, στο καμαρίνι του Σταμάτη Φασουλή γράφω την ομιλία για τον Κώστα Ουράνη που έχω να πω λίγες μέρες μετά, στη Λισσαβώνα, σ’ ένα συνέδριο που οργανώνει στην πορτογαλική πρωτεύουσα το «Ίδρυμα Ουράνη» σε συνεργασία με την κόρη του Ουράνη, την πορτογαλίδα κυρία Άνχελ, κοντά στα ενενήντα. Στην Πορτογαλία θα πάμε έξι, εν συνόλω, άτομα, η Κική Δημουλά ως πρόεδρος του «Ιδρύματος Ουράνη» (θα μιλήσει επίσης), ο διευθυντής του Ευάγγελος Λεοντόπουλος με τη γυναίκα του, ένα ζευγάρι φίλων τους, οι Γαβριέλη και εγώ. Όταν τελειώνει η παράσταση (την παρακολουθούσε επίσης ο Κώστας Γεωργουσόπουλος φρεσκοχειρουργημένος, με πατερίτσα), ο Καρατζογιάννης μας κάνει το τραπέζι, στην Δηώ και σε μένα, στη brasserie της Βαλαωρίτου. Ευχάριστη βραδιά.
Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009: Βράδυ στο «Διογένης Palace», τραγουδά η Μαρινέλλα. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα δρασκελίσω το κατώφλι αυτού του μαγαζιού έστω κι αν έχει σκηνοθετήσει το πρόγραμμα ο Σταμάτης Φασουλής, έστω κι αν με έχει καλέσει η Μαρινέλλα. Το κάνω μόνο και μόνο γιατί ευχαριστεί μια φίλη μου, την εφοριακό Ελένη Μπόγρη, που έχει έρθει με μια ξαδέλφη της και μια φίλη της από την Αίγινα προκειμένου να μη χάσουν τη βραδιά αυτή. Στις 12.30 έρχεται και ο Μάνος Καρατζογιάννης. Το πρόγραμμα τελειώνει στις 4.30 τα ξημερώματα. Στις 3 ζητάμε συγγνώμην με τον Μάνο και φεύγουμε.

