Δευτέρα, 26.1.1998. Βράδυ, καλεσμένοι στο σπίτι του Φωστιέρη. Ο Πεπελάσης με την Μαριέττα, η Αμαλία Μεγαπάνου, ο Σωτήρης Σόρογκας, η Ρούλα Κακλαμανάκη, ο Χριστόφορος Λιοντάκης. Μου κάνει πάντα εντύπωση, θετικότατη, η συμπεριφορά του Σόρογκα, αν και η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από πολύ ουσιαστικά θέματα, επειδή αισθάνεται πως αν μιλήσει, δεν θα πει όσα πραγματικά σκέφτεται, ίσως γιατί είναι πάρα πολύ «προσωπικά», «αποσύρεται» ευπρεπέστατα, ενώ συνεχίζει να παραμένει ανάμεσά μας, παίζοντας με το βαφτιστήρι του, τον γιο του Φωστιέρη, τον Θοδωρή. Σε ποιες άραγε βεβαιότητες να «αναπαύεται» ή σε ποιες κοφτερές άκρες να μετεωρίζεται και γίνεται άλλοτε τόσο εύγλωττα και άλλοτε τόσο σκοτεινά σιωπηλός; Ποτέ όμως προσβλητικός για τους άλλους.
Πέμπτη, 29.1.1998. Καλεσμένοι το βράδυ στο σπίτι του Κώστα Μητρόπουλου και της Άρτεμης. Οι Γεωργουσόπουλοι, η Μεγαπάνου, οι Πρέκα, οι Φωστιέρηδες. Κουβέντα ζωηρή, ανέκδοτα, περισσότερο καλλιτεχνικά και λιγότερο πολιτικά και κοινωνικά. Αλλά και πολλές προσωπικές αναμνήσεις που εκφέρονται φαινομενικά άνετα, ένας Θεός όμως ξέρει πώς τις χειρίζεται ο καθένας όταν είναι μόνος του. Έχω φέρει για δώρο στους Μητρόπουλους ένα μικρό γλυπτό του Σαράντη Καραβούζη, που μου το έφερε χθες ο ίδιος στην ΕΡΤ (ένα παρόμοιο γλυπτό έφερε και στον Φωστιέρη) προκειμένου να μας ευχαριστήσει για την εκπομπή που του αφιερώσαμε στη σειρά των εκπομπών μας «Δώδεκα και μισή, πώς πέρασαν τα χρόνια». Ο Μητρόπουλος, επειδή είναι μαζί μας και ο Πάρις Πρέκας, που κάνει κι αυτός γλυπτά, θα μου πει: «Τι κακό αυτό με σένα, πηγαίνεις δώρο στην Μεγαπάνου, ενώ είμαι εγώ παρών, το λεύκωμα με τις γελοιογραφίες του Κυρ, και έρχεσαι εδώ και παρόντος του Πρέκα μου φέρνεις δώρο γλυπτό του Καραβούζη». Η βραδιά τελειώνει γύρω στις 1.30.
Τρίτη, 3.3.1998. Το απόγευμα «γράφουμε» δύο εκπομπές για τη σειρά «Δώδεκα και μισή, πώς πέρασαν τα χρόνια», τη μία με την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, τη δεύτερη με τον Χρόνη Μπότσογλου. Το βράδυ με τον Κουμανταρέα και τη Λιλή στο «Έμπασυ», στην πρεμιέρα της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη. Μετά την προβολή, με τον Μένη και τη Λιλή για φαγητό στο «Νέον», της οδού Τσακάλωφ. Φεύγοντας αργά από το «Νέον», συναντάμε τυχαία τον Χρήστο Χωμενίδη. Μας προτείνει να πάμε για ποτό, τα λέμε στο πόδι.
Δευτέρα, 30.3.1998. Πρωινό αγχώδες, με δεκάδες δουλειές. Πρώτα πρώτα στο γραφείο του Διαμαντή Πεπελάση, του «υπαγορεύω» τι θα πει το βράδυ στην εκδήλωση για την Ντόρα Γιαννακοπούλου. Ευτυχώς προλαβαίνω ν’ ανάψω ένα κερί (τελικά ανάβω δύο) στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής για τη μάνα μου που πέθανε στις 29 Μαρτίου του 1951. Ως τη 1 που ανεβαίνω στο Καστρί, στην Μαργαρίτα Παπανδρέου, κάνω διάφορα. Η Παπανδρέου ευγενέστατη, αρνείται ωστόσο και τα δύο πράγματα που της ζητώ (κανένα τους δεν αφορά εμένα προσωπικά). Κατορθώνει ωστόσο να αποσπάσει την υπόσχεσή μου για δύο δικά της θέματα. Παραπονιέται ότι το Πάσχα που έρχεται θα το περάσει μόνη της, ο Γιώργος με την Άντα θα πάνε στην Πάτρα, η Σοφία στο Πήλιο, ο Αντρίκος στην Άνδρο, ο Νίκος δεν της λέει πού θα πάει, πάντως θα φύγει κι αυτός. «Ξεχνούν ότι οι ίδιοι θυμούνται πάντα με νοσταλγία το Πάσχα που έκαναν με τον παππού τους (εννοεί τον Γεώργιο Παπανδρέου) και δεν αφήνουν καν τα παιδιά τους να περάσουν μαζί μου το Πάσχα». Φεύγοντας από την Παπανδρέου, περνώ από το σπίτι του Τάκη, κοιμάμαι, στις 8 κατεβαίνω με την Χριστίνα στην Θεμιστοκλέους, στο 104, είναι η εκδήλωση για την Ντόρα Γιαννακοπούλου. Συνωστισμός. Όταν αργά, γύρω στις 1, ο Καστανιώτης με φέρνει σπίτι μου, διαπιστώνω πως έχω χάσει τα κλειδιά μου, δεν μπορώ να μπω στο διαμέρισμα. Κατεβαίνω στην Ομόνοια κι αγοράζω γλυκά, πηγαίνω στο «ντέλο» που δουλεύει ο Μιχάλης, μένω για κανά δυο ώρες μαζί του. Μ’ ένα ταξί πηγαίνω για ύπνο στο ξενοδοχείο «Το όνειρο».
Παρασκευή, 21 Μαΐου 1999. Μέσα στο ταξί (όπως ακριβώς και με την Αλίκη Βουγιουκλάκη) μαθαίνω, γύρω στις 11.30, τον θάνατο του Φρέντυ Γερμανού. Το βράδυ μας έχει τραπέζι στο σπίτι του, για τη γιορτή του, ο Κώστας Μητρόπουλος. Την Αμαλία Μεγαπάνου, τον Πάρι και την Μερόπη Πρέκα, τον Χριστόφορο Λιοντάκη, εμένα. Ο Καστανιώτης ειδοποιεί τελευταία στιγμή πως δεν θα έρθει. Τι ειδοποιεί, το λέει σε μένα όταν του τηλεφωνώ για να τον ρωτήσω τι ώρα θα έρθει. Φανταζόμουν πως η ατμόσφαιρα λόγω του θανάτου του Φρέντυ Γερμανού θα ήταν πιο βαριά, αλλά δεν είναι. Σε κάποια στιγμή η Αμαλία, μιλώντας για τον πατριάρχη Αθηναγόρα λέει πως κατέρρευσε εντελώς ο τελευταίος μέσα της, όταν, έχοντας πάει με τον Καραμανλή το 1961 στην Κωνσταντινούπολη, ο Πατριάρχης ζήτησε από τον τότε πρωθυπουργό κι ενώ τους είχαν ήδη «ταράξει» οι φωτογράφοι απαθανατίζοντάς τους, να ποζάρουν για επιπλέον φωτογραφίες.
Τετάρτη, 26 Μαΐου 1999. Το βράδυ καλεσμένος του Γιώργου Σκούρτη σπίτι του. Ο Καστανιώτης μου έχει δώσει λάθος τη διεύθυνση ή μάλλον τον αριθμό του σπιτιού, που είναι επί της Δροσοπούλου. Το βρίσκω μόνος μου, ενώ με τον αναπτήρα διαβάζω μέσα στη νύχτα τα ονόματα στα κουδούνια των πολυκατοικιών για πολλή ώρα. Το μόνο που ήξερα είναι πως η πολυκατοικία, όπως πιάνουμε την Δροσοπούλου από την αρχή της, είναι στην αριστερή πλευρά. Καλεσμένοι του Σκούρτη και η Μικέλα Χαρτουλάρη με τον άντρα της. Μας διαβάζει (ο Σκούρτης) πολλές σελίδες από ένα μυθιστόρημα που γράφει. Ενώ η διάθεσή μου ήταν μάλλον αδιάφορη, σα να άλλαξε. Αν εξαιρέσει κανείς στο μυθιστόρημα μια αφελή καταγγελία της εξουσίας, έχει ένα έξοχο εύρημα και πολύ ωραίες σελίδες όταν αναφέρεται σ’ ένα ιδιωτικό δράμα. Φεύγουμε γύρω στις 12.30. Τρώω μόνος μου κάτι στο «Έβερεστ», γωνία Πατησίων και Αγίου Μελετίου.
Τρίτη, 22 Ιουνίου 1999. Το βράδυ μας έχει τραπέζι η Αγγέλα Κοκόλα στο «Πάρκο Ελευθερίας». Την Αμαλία Μεγαπάνου, τον Πάρι και την Μερόπη Πρέκα, τον Θανάση Καστανιώτη, τον Χριστόφορο Λιοντάκη, εμένα Φυσάει ένας αέρας που κοντεύει να μας σηκώσει από τις καρέκλες. Ο αέρας και η μουσική ενός συγκροτήματος που ακούγεται από τον Λυκαβηττό, πάνε να χαλάσουν τη βραδιά. Ο Λιοντάκης που σε άλλη περίπτωση θα είχε καταεκνευριστεί, για να δείξει πως ό,τι κάνει η Κοκόλα είναι αψεγάδιαστο, προσπαθεί να πείσει πως απολαμβάνει και τον αέρα και τη μουσική. Στο μεταξύ ούτε ξέρουμε τι τρώμε με όλα όσα πέφτουν μέσα στα πιάτα μας. Αν και παροπλισμένες πια (η Κοκόλα δεν είναι πλέον ευρωβουλευτής, η Μεγαπάνου δεν είναι σύζυγος του Καραμανλή από το 1970), τους συμπεριφερόμαστε όλοι μας ως πρόσωπα που εκπροσωπούν κάποια εξουσία. Το γράφω με συμπάθεια αν και θα έπρεπε και οι ίδιες να μην το χρειάζονται ή έστω να δείχνουν πως δεν το χρειάζονται.
Τετάρτη, 2.2.2000. Με τη Χριστίνα και τον Βασίλη στον οδοντίατρο Βαγγέλη Αρφάνη, προκειμένου να δει τα δόντια του Βασίλη που μάλλον θα χρειαστούν «σιδεράκια». Ο Δημήτρης Σιούλας που τον εξετάζει (λείπει ο Αρφάνης) λέει πως είναι ακόμη πολύ μικρός για να τα «φορέσει». Ενώ φεύγουμε από τον Αρφάνη και πριν καθίσουμε οι τρεις μας για φαγητό στο «Goody’s» Πατησίων και Στουρνάρη γωνία, ο Βασίλης με την οξεία παρατηρητικότητά του, αναρωτιέται ποιος θα μπει για να αγοράσει λουλούδια από ένα ανθοπωλείο που είναι γωνία Πατησίων και Ιουλιανού. (Θα μου πει, λίγες μέρες αργότερα, η Μαρίνα Καραγάτση που το ανθοπωλείο είναι ιδιοκτησία της ότι όντως ο ενοικιαστής του δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο). Θα ρωτήσει επίσης ο Βασίλης (που δεν είναι ακόμη δέκα χρόνων) ποιας κοινωνικής τάξεως μπορεί να είναι οι πελάτες ενός μαύρου που πουλάει τσάντες μπροστά στο Πολυτεχνείο. Μετά τα «Goody’s» παίρνουμε το μετρό από την Ομόνοια και κατεβαίνουμε στο Σύνταγμα. Χρησιμοποιούμε για πρώτη φορά το μετρό μαζί με τον Βασίλη (εγκαινιάστηκε το περασμένο Σάββατο), είμαι σίγουρος θα το θυμάται σε όλη του τη ζωή. Κρατώ τα εισιτήριά μας για να του τα δώσω όταν θα έχει μεγαλώσει. Στη συνέχεια, κι αφού βάλω σ’ ένα ταξί τον Βασίλη με την Χριστίνα, στη Μαρίνα Καραγάτση. Καλεσμένοι της ο Άγγελος Δεληβοριάς με τη Μαρία, η Ιωάννα Καρυστιάνη κι ο Παντελής Βούλγαρης, η Μαρλένα Πολιτοπούλου κι ο Κώστας Ρεσβάνης. Τη συζήτηση σχεδόν την μονοπωλούν η Καρυστιάνη με τον Βούλγαρη, μιλώντας με θαυμασμό για τον Ελία Καζάν (τον είχαν φιλοξενήσει πρόσφατα στην Άνδρο), σχεδόν αθωώνοντάς τον όσον αφορά τις κατηγορίες που του είχαν απαγγελθεί για τη στάση του στα χρόνια του Μακάρθι. Προσθέτουν πως η συχωρεμένη Μελίνα Μερκούρη είχε πέσει κυριολεκτικά στα πόδια του Ντασέν παρακαλώντας τον προκειμένου να συναντηθεί με τον Καζάν, καθώς επίμονα το ζητούσε ο τελευταίος. Ο Ντασέν όμως δεν δέχτηκε ποτέ να γίνει η συνάντηση αυτή.
Σάββατο, 8.4.2000. Παραμονή εκλογών. Από το πρωί δουλεύω στο σπίτι του Τάκη. Αισθάνομαι πάντα ως ξεχωριστή τη μέρα, όταν δουλεύω με τον Βασίλη και τον Θοδωρή να κάνουν θόρυβο και «αταξίες» γύρω μου. Το βράδυ μας έχει τραπέζι στον «Ζαφείρη» η Αμαλία Μεγαπάνου. Ο «Ζαφείρης» από την Πλάκα όπου ήταν, έχει μεταφερθεί κάτω ή μάλλον δίπλα από την Ακρόπολη. Καλεσμένοι Κώστας και Άρτεμις Μητροπούλου, Πολύβιος Μαρσάν, Πάρις και Μερόπη Πρέκα. Σε κάποια στιγμή μπαίνει στο μαγαζί ο Κυριάκος Μητσοτάκης που χαιρετά μόνο την Αμαλία. Η Αμαλία ωστόσο αποφεύγει να μας τον συστήσει. Τον ακούμε να λέει με τον τρόπο όμως που να τον ακούνε όλοι όσοι είναι μέσα στο μαγαζί: «Βγήκαμε για να γιορτάσουμε την αυριανή νίκη». Όπως πάντα, όταν είναι μαζί μας η Αμαλία, δεν ξενυχτάμε ιδιαίτερα.
Παρασκευή, 31.5.2001. Με Σωτήρη Λέτσιο, στον 5ο όροφο του Καστανιώτη, μου παίρνει συνέντευξη. Πηγαίνω και παίρνω τη Λούλα Αναγνωστάκη, πηγαίνουμε στο «Ιατρικό Κέντρο», όπου νοσηλεύεται ο αδελφός της ο Μανόλης. Ο Μανόλης μισοκοιμάται, δίπλα του η Νόρα λέει, στεναχωρημένη, πως δεν τον θέλει στο σπίτι γιατί «δεν μπορώ να τον σηκώνω». Μετά το «Ιατρικό» με τη Λούλα και τον Γιάννη Κοντό, καλεσμένοι οι τρεις μας στο σπίτι του Σταμάτη Φασουλή στα Βριλήσσια. Δεν μπορούμε να σταυρώσουμε μια κουβέντα της προκοπής. Η Λούλα, διαρκώς αλλού, λέει συνέχεια «Ποια είμαι, πού είμαι;» Ο Σταμάτης πάντως περιποιητικότατος.
Τετάρτη, 26.4.2017. Δουλειά στο σπίτι. Στις 1.30 με τον Μάνο Ελευθερίου στο γραφείο του Γιάννη Βαρβιτσιώτη. Μας έχει καλέσει για τραπέζι, σ’ ένα γειτονικό με το γραφείο του ουζερί, στην οδό Φειδίου. Σ’ ένα διπλανό τραπέζι ο Κώστας Σοφιανός, ο Τάσος Γουδέλης, ο Φίλιππος Δρακονταειδής, ο Χάρης Βρόντος. Διαδοχικά έρχονται όλοι στο τραπέζι μας να μας χαιρετήσουν. Όταν χωρίζουμε, ο Ελευθερίου πηγαίνει στον «Ιανό», εγώ στο βιβλιοπωλείο του Καστανιώτη. Στη Σόλωνος κάνω φωτοτυπίες (γιατί;) της ποιητικής ανθολογίας του Ευριπίδη Γαραντούδη. Όταν επιστρέφω σπίτι, τηλεφωνεί η Άρτεμις Σκούταρη, προσέλαβαν τον πατέρα του Σπύρου στην εταιρεία του Δάκη Ιωάννου, του χρειάζονται έξι μήνες ένσημα και μάλιστα ως ανθυγιεινώς εργαζόμενος, για να πάρει σύνταξη. Μεγάλη ανακούφιση. Στις 8 σε Νέα, γράφω τον πρόλογο στο κείμενο της Τιτίκας Δημητρούλια για τη φωτογραφία, συνεννοούμαι με τον Παύλο Παπαδόπουλο για την κοινή συνέντευξη με τον Σωτήρη Σόρογκα και τον Θοδωρή Ρουσόπουλο για το Βήμαgazino. Στις 9 με την Πέπη Ραγκούση στη Δήμητρα Παναγοπούλου, στο Ψυχικό. Καλεσμένοι της κι ο Κώστας Λαλιώτης με τη Μαρίνα. Ο Κώστας πάντα με ενδιαφέρον για μένα, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Γιάννη Κοντού. Πάντα επίσης αποκαλυπτικός, με μεγάλη ευθυκρισία και σύνεση για ό,τι λέει. Μαζί με τη Μαρίνα, γύρω στις 2.30 με φέρνουν σπίτι μου με το αυτοκίνητό τους.
Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017. Γράφω τρεις ακόμη σελίδες στην ομιλία μου για τον ποιητή Στέλιο Χουρμουζιάδη και πέντε σελίδες, που είναι ολόκληρη η ομιλία μου, για το βιβλίο του Αλέξανδρου Δαμουλιάνου Τα επτά βασίλεια της ελευθερίας. Για πεντέμισυ ώρες, από τις 10.00 ως τις 15.30. Στις 4 στις εκδόσεις «Ιωλκός» βλέπω το εξώφυλλο (πολύ ωραίο) της ανθολογίας μου Η Ελλάδα ταξιδεύει, ολοένα ταξιδεύει. Στις 5.00 στον «Ιανό» κάνω την ομιλία για τον Στέλιο Χουρμουζιάδη. Στην πρώτη σειρά ο υπουργός Γιώργος Κατρούγκαλος και ο παλιός φίλος δημοσιογράφος και τώρα βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Ξυδάκης. Ζητώ και μιλάω πρώτος γιατί θα πρέπει να φύγω αμέσως, στις 6.30 είναι η εκδήλωση για τον Δαμουλιάνο στην αίθουσα της ΟΥΝΕΣΚΟ, στο Μαρούσι. Μιλάνε ακόμη ο Γιώργος Μαρκόπουλος, η Κάρμεν Ρουγγέρη, ο Θοδωρής Ρουσόπουλος, ο Άδωνις Γεωργιάδης. Από τη συγκίνηση, όπως βλέπω τον Δαμουλιάνο στο καροτσάκι, δεν μπορώ να διαβάσω το κείμενό μου. Όταν ζητώ συγγνώμην για την άθλια ανάγνωσή μου, ακούω τον Ρουσόπουλο να λέει πως όταν μια ανάγνωση είναι τόσο ευαίσθητη, δεν είναι ποτέ άθλια. Με το τραίνο επιστρέφω σπίτι μου. Νιώθω ένα κουρέλι, τρώω τις σαρδέλες που είχα φέρει το Σάββατο το βράδυ από τον Θύμιο. Στις 11 τηλεφωνεί ο Σταμάτης Φασουλής. Είναι σοκαρισμένος, μπήκε για πρώτη φορά στο σπίτι της φίλης μας της Μαρίας μετά τον θάνατό της –είχε να πάει στο σπίτι της τουλάχιστον είκοσι χρόνια– και το θέαμα που αντίκρισε ήταν ρούχα στοίβες πάνω στα κρεβάτια, άπειρες ληγμένες κονσέρβες, καμιά τριανταριά τηγάνια. Πέφτω για ύπνο στις 11.30, ξυπνώ στις 4.30, δουλεύω για μιάμιση ώρα, ξαναπέφτω για ύπνο στις 6.00 ως τις 10.
