© Ernst Ludwig Kirchner

Θανάσης Θ. Νιάρχος

Σελίδες ημερολογίου

Τετάρτη, 5.5.1999: Ανεβαίνω το απόγευμα στο σπίτι του Τάκη (…). Στις 8.30΄ με τη Σοφία Αλμπάνη και τη Βασιλική στο θέατρο «Καρέζη» παρακολουθούμε την ανάγνωση από την Ασπασία Παπαθανασίου και τον Κώστα Καζάκο της Τέταρτης διάστασης του Γιάννη Ρίτσου. Συγκλονιστικές αναγνώσεις «περνάνε» σ’ ένα μικρό, είναι αλήθεια, κοινό, ένα αριστουργηματικό ποίημα. Θεέ μου, και μόνο αυτό να είχε γράψει, πόσο μεγάλος ποιητής είναι ο Ρίτσος! Και να του επιδαψιλεύονται η ειρωνεία του συχωρεμένου φίλου μου ποιητή Αλέξανδρου Μπάρα (τον έχω ακούσει με τα αυτιά μου) και η επιφυλακτική ή μάλλον τελείως αρνητική κρίση του Νίκου Φωκά και του Γιάννη Βαρβέρη. Αν και ο Καζάκος με καλεί για φαγητό στο «Saloon», μένω με τη Σοφία και τη Βασιλική. Τρώμε οι τρεις μας στο «Ιντεάλ». Σε διπλανό τραπέζι ο Στέλιος Παπαθεμελής, του λέω με ειλικρίνεια τα ενθουσιώδη συγχαρητήριά μου για την κόρη του Αγγελική. Πού να το φανταζόταν ο θρησκευόμενος Παπαθεμελής ότι η κόρη του θα γινόταν ηθοποιός.

Πέμπτη, 6.5.1999: Τηλεφωνεί το μεσημέρι από το Βήμα, η Λώρη Κέζα να της πω λίγα λόγια για τον Σπύρο Τσακνιά που πέθανε σήμερα το πρωί. Κεραυνοβολούμαι. Αν και συνεργάτης της Λέξης, δεν υπήρξαμε ποτέ ιδιαίτερα φίλοι και οι επιφυλάξεις μου, κυρίως μία, παρά τη βοήθεια που του είχα προσφέρει (δεν θ’ αναφέρω περιστατικά) είναι μεγάλες. Ενώ «υπηρετούσε» συνειδητά μια «κάστα» συγγραφέων και δεν θα μνημόνευε, έστω ονομαστικά, έναν συγγραφέα που η «κάστα» αυτή δεν είχε εγκολπωθεί, είχε κατορθώσει να λογαριάζεται –κάτι που ίσχυε εν πολλοίς– ως ένας κριτικός αντικειμενικός και αδιάβλητος. Να δούμε τώρα τι πρόκειται να κάνει για τον ίδιο τον Τσακνιά η «κάστα» αυτή, όσοι τουλάχιστον από τα μέλη της ζούνε ακόμη και δεν θα τον αφήσει στο έλεος του Θεού. Όλα αυτά βέβαια με την προϋπόθεση πως ο Σπύρος και γράμματα γνώριζε πολύ καλά, και τα κείμενά του ήταν διαβαστερά και ο ίδιος ήταν ένας πράος και μειλίχιος άνθρωπος –ίσως υπέρ το δέον εξισορροπιστικός– αλλά και με πολλές άλλες αρετές στολισμένος. Και να μην ξεχάσω πως όποτε του ζήτησα να μη δημοσιεύσουμε μια αρνητική του κριτική –δυο φορές συνέβη αυτό– για συγγραφέα που δεν «ενέκρινε» το περιβάλλον του, όχι μόνο δεν έδειξε να παρεξηγείται, αλλά φαντάζομαι πως έσκισε και το ίδιο το κείμενο της κριτικής του. Του οφείλω και κάτι ακόμη: Ήταν ο μόνος ίσως άνθρωπος, μετά τον πατέρα μου, που με αποκαλούσε τρυφερά «Θανασάκη». Το βράδυ ανεβαίνω στο σπίτι του Τάκη και μετά στο σπίτι της αδελφής μου. Η διάθεσή μου είναι κάτι περισσότερο από βαριά, είναι κυριολεκτικά ασήκωτη. Και δεν βρίσκω τίποτε που θα μπορούσε να με βοηθήσει.

Παρασκευή, 7.5.1999: Νωρίς το απόγευμα στην κηδεία του Σπύρου Τσακνιά με τον Θανάση Καστανιώτη και τον Χριστόφορο Λιοντάκη. Συνειδητοποιώ ήδη τη θλίψη και τον σπαραγμό των δικών του ανθρώπων ως παρελθόν, κι αυτό είναι κάτι που με τρελαίνει. Συλλογίζομαι πως κάποια στιγμή ο Σπύρος, για τα παιδιά των παιδιών του, στην καλύτερη περίπτωση, θα είναι απλά ένας άνθρωπος που έγραφε. Δεν θα ματαιώσουν κανένα τους καλοκαίρι για να σκύψουν πάνω στα χαρτιά του παππού τους, πόσο μάλλον άλλοι άνθρωποι, και με πιάνει απελπισία. Τόσος μόχθος, χιλιάδες γραμμένες σελίδες, γιατί; Ποιος θυμάται από όλους όσους έχουμε συγκεντρωθεί σήμερα εδώ, στο νεκροταφείο του Ζωγράφου, ότι κηδεύαμε μέσα στη χούντα, παρουσία και του Οδυσσέα Ελύτη, τη Χριστίνα Τσίγκου; Ακούω τον Αλέξη Ζήρα (είναι έξοχος) που βγάζει τον επικήδειο και μου φαίνεται η σκηνή ως ένα απώτατο παρελθόν που η ανάμνησή της δεν θα συγκινεί κανέναν. Πώς να συμφιλιωθεί κανείς με την ιδέα πως ό,τι κάνουμε είναι μόνο για τη στιγμή που το κάνουμε; Το βράδυ ανεβαίνω στο σπίτι του Τάκη και βουλιάζω ως τις 12 σ’ έναν καναπέ.

Κυριακή, 9.5.1999: Το μεσημέρι τρώμε στο σπίτι του Φωστιέρη, ή μάλλον στο σπίτι του πατέρα του, όπου συνηθίζει να τρώει κάθε Κυριακή μεσημέρι όλη η οικογένεια του Αντώνη. Το βράδυ με την Ασπασία Παπαθανασίου οι δυο μας καθόμαστε για ώρες στο «Φίλιον». Πάντα όταν πρόκειται να συναντηθούμε με την Παπαθανασίου, σκέφτομαι πως κάτι καλύτερο θα είχα να κάνω, αλλά μετά η κουβέντα της με γλυκαίνει και αισθάνομαι να περνώ πολύ ωραία. Όταν χωρίζουμε, περνώ για λίγο από το διαμερισματάκι της Σκουφά και μαζεύω διάφορα χαρτιά.

Δευτέρα, 10.5.1999: Ημέρα γενεθλίων του Θοδωρή. Στις 1.20 το μεσημέρι, την ώρα ακριβώς που γεννήθηκε, τηλεφωνώ σε Τάκη και Χριστίνα. Λίγο αργότερα ανεβαίνω στον Χολαργό, παίρνω τον Θοδωρή από το χεράκι και πηγαίνουμε οι δυο μας στον «Μπουγά» για να αγοράσουμε την εορταστική τούρτα. Το βράδυ μας έχει τραπέζι στο «Μαμάκας», στο Γκάζι, η Μίνα Αδαμάκη. Την Αμαλία Μεγαπάνου, τον Ερρίκο Μπελιέ, εμένα. Σ’ ένα διπλανό τραπέζι ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος με τη μεγάλη του κόρη, τη Σάντρα. Πόσα πράγματα έχουν αλλάξει αλήθεια από το 1978 (ή ήταν το 1979;) που με τη Σάντρα, μικρό κοριτσάκι, ο Μπακογιαννόπουλος κι εγώ πήγαμε εκδρομή στο Πήλιο και στη συνέχεια στον Βόλο, φιλοξενούμενοι του πατέρα μου. Τα χρόνια εκείνα ο Μπακογιαννόπουλος ήταν διευθυντής μου στο περιοδικό Φαντάζιο, όπου είχα πιάσει δουλειά στις 27 Ιανουαρίου του 1971.

Παρασκευή, 28.4.2017: Στις 2.30 έρχεται στο βιβλιοπωλείο του Καστανιώτη ο Τάκης Σπετσιώτης μ’ ένα τηλεοπτικό συνεργείο για να «γράψουμε» μιαν εκπομπή για τον Άρη Δικταίο. Υπάρχει όμως πολύς θόρυβος, είναι αδύνατον να γίνει το γύρισμα. Τηλεφωνώ στον Τάκη Μαυρωτά και μου παραχωρούν, για όση ώρα χρειαστεί, το αμφιθέατρο του Ιδρύματος Θεοχαράκη. Γίνεται άνετα μια ημίωρη συζήτηση για τον Δικταίο, ο Σπετσιώτης το άκρον άωτον της ευγένειας. Όταν τελειώνουμε, επιστρέφω με τα πόδια στο σπίτι μου. Στις 8 στον Θοδωρή, στη Σκουφά. Του έχω φέρει κοκάκια από τον «Ασημακόπουλο» που τα λατρεύει, του δίνω 200 ευρώ από σήμερα για τα γενέθλιά του που είναι στις 10 Μαΐου προκειμένου να οργανώσει το πάρτι με τους φίλους του. Τον αισθάνομαι πανευτυχή. Στη συνέχεια, στο θέατρο της Μπέτυς Αρβανίτη. Με τον γιατρό Γιώργο Τσέτσο και τη γυναίκα του Καίτη, τα ξαδέλφια μου Γιάννη και Βούλα. Τρεις ψηλές γυναίκες, έξοχη παράσταση. Βγαίνοντας από το θέατρο δύο κυρίες μου λένε ότι παρακολούθησαν τα μαθήματά μου στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» και μου ζητάνε να συνεχίσω και τον επόμενο χρόνο. Μια τρίτη κυρία μου λέει ότι διαβάζει στα Νέα όλα όσα γράφω. Πριν φύγουμε από το θέατρο, βλέπω την Αρβανίτη, μαζί με τον ενθουσιασμό μου, της κάνω και δύο παρατηρήσεις, μένει άναυδη. Δεν θα έπρεπε, όταν χρησιμοποιεί το «Π», να είναι τόσο άνετη η κίνησή της καθώς υποτίθεται πως είναι ανάπηρη κι επίσης όταν στο τέλος της παράστασης φεύγει από τη σκηνή –επειδή είναι κάτι σαν ανάληψη– θα έπρεπε το βλέμμα της να παραμένει για περισσότερη ώρα καρφωμένο στο κοινό. Μετά Τσέτσοι, Νιαρχαίοι κι εγώ για φαγητό στην κυρία Μαίρη. Πέντε άτομα, λογαριασμός 57 ευρώ! Τους κάνω το τραπέζι.

Τετάρτη, 10.5.2017: Σε «Ιωλκό», παραδίδω τη δεύτερη διόρθωση της ανθολογίας, ο εκδότης της, ο Κώστας Κορίδης, θα της δώσει τελικά τον τίτλο της Η Ελλάδα ταξιδεύει, ολοένα ταξιδεύει. Στα Νέα υπαγορεύω σε Κατερίνα Μαρούσιτς το κείμενο για τον Γιώργο Σαββίδη, ένα κείμενο 1500 λέξεων που θα ενθουσιάσει τον Χριστόφορο Λιοντάκη (του το διάβασα, μόλις το τέλειωσα, σήμερα το μεσημέρι στο τηλέφωνο). Στη συνέχεια, δύο ραντεβού, ένα στις 6 με τον Δημήτρη Σεβαστάκη που έρχεται σε Νέα για να του δώσω μια φωτογραφία προκειμένου να γράψει κείμενο για τη στήλη «Μια φωτογραφία, πολλές ιστορίες», κι ένα στις 6.30 (αυτό στου «Παύλου», στο ζαχαροπλαστείο που είναι απέναντι από τον ΔΟΛ). Με τον ζωγράφο Τάσο Μαντζαβίνο για να μου υπαγορεύσει στο κασετόφωνο το κείμενό του για τον Γιώργο Λάππα. Θέλει να πει πολλά, ή μάλλον τον αισθάνεσαι ότι νιώθει πάρα πολλά, αλλά δεν κατορθώνει παρά να ψελλίσει μερικές σπασμένες προτάσεις, μεγάλης όμως αξίας. Γυρίζω σπίτι πολύ αργά.

Πέμπτη, 11.5 έως Κυριακή 14.5.2017: Στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη. Με αεροπλάνο, στις 13.15΄ η πτήση. Αν και θα χρειαζόταν να γραφεί ένα μεγάλο κεφάλαιο για τις μέρες αυτές, τι θα διατηρήσω στη μνήμη μου ακόμη κι αν δεν το έγραφα; Το ούζο που μου έφερε στην Έκθεση ο Μάρκος Μέσκος αλλά που μου το πήρανε σχεδόν αμέσως, επειδή ξέρουν ότι εγώ δεν πίνω, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο Δημήτρης Καλοκύρης και ο Γιώργος Χουλιάρας. Η εγκαρδιότητα –την έβλεπα για πρώτη φορά– της Καίτης Στεφανάκη, μιας πρωτοεμφανιζόμενης, αν και ώριμης ηλικίας, πεζογράφου. Το τραπέζι που έκανε σε μια μεγάλη παρέα φίλων ο Γιώργος Χρονάς. Δύο βράδια με τη Γιολάντα Μπαλαούρα, τρυφερή και γλυκιά όπως πάντα. Το ραβανί που μου έφερε από τη Βέροια ο φίλος ποιητής Βασίλης Δασκαλάκης, αλλά το έφαγε στο μεγαλύτερό του μέρος ο Πασκάλ Μπρυκνέρ –ήταν μέλος μιας συντροφιάς που συνέτρωγε. Ο εξίσου τρυφερός μαζί μου, όπως η Μπαλαούρα, Θωμάς Κοροβίνης. Επιστρέφω Κυριακή βράδυ με το αεροπλάνο. Φτάνω στις 10, με το μετρό κατεβαίνω στο Μέγαρο Μουσικής. Με περιμένουν η Ζωζώ με τον Πύρρο, πηγαίνουμε για φαγητό. Σήμερα δημοσιεύεται στο ΒΗΜΑgasino η συνέντευξή μου με τη Ζωζώ Σαπουντζάκη και τον Γιάννη Μπουτάρη.

Παρασκευή 19.5 έως Κυριακή 21.5.2017: Στον Πόρο. Για ένα τριήμερο δεν βγαίνω από το ξενοδοχείο παρά μόνο το βράδυ για να πάω στα εγκαίνια των εκθέσεων της Αφροδίτης Λίτη και του Γιώργου Λάππα, τις υπόλοιπες ώρες δουλεύω στο δωμάτιό μου. Γνωριμία με Σωτήρη Φέλιο. Επιστροφή το βράδυ της Κυριακής με το πλοίο, με την Πέπη Ραγκούση και τον Δημήτρη Λυμπερόπουλο. Κατευθείαν στο σπίτι του Τίτου Πατρίκου (11.05 η ώρα), έχει σήμερα τα γενέθλιά του, μπαίνει στα 90, ακμαιότατος. Παρόντες, η κόρη του Αλεξάνδρα, η Άλκη Ζέη, η Βάσω Μέντζου, ο Παύλος Αβραμέας, ο Μηνάς Βιντιάδης. Ως τις 1.30.

Δευτέρα, 22.5.2017: Στον εκδότη Φάρφουλα, μου έχει αφήσει ο Γιάννης Βιτσαράς το κείμενό του για τη Νατάσα Χατζιδάκι. Στον Νίκο Σηφουνάκη, μου δίνει ένα απόκομμα του Βήματος, πρόκειται για κείμενό μου για ένα του βιβλίο που είχε δημοσιευτεί πριν από 21 χρόνια, τον Αύγουστο του ’96. Ήμουνα στη Μυτιλήνη με τον Τάκη, τη Χριστίνα, τον Βασίλη (έξι χρόνων), τον Θοδωρή (ενός έτους), μέναμε στο ξενοδοχείο «Άδωνις». Είχα γράψει το κείμενο και το είχα στείλει στον Χρήστο Μεμή που ήταν τότε αρχισυντάκτης του Βήματος. Στην «Ιωλκό», παραλαμβάνω την τρίτη διόρθωση της ανθολογίας Η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει. Στις 6.30΄ στον Καστανιώτη, μ’ ένα γαλακτομπούρεκο του «Ασημακόπουλου» για την Έλενα που γιόρταζε χθες. Της υπαγορεύω την επιφυλλίδα με τίτλο «Η παγκόσμια ημέρα». Με ταξί στο «Σπίτι της Κύπρου». Έκθεση φωτογραφίας της Μαρίας Χριστοφίδη που την γνώρισα στον Πόρο με τον άνδρα της (πολύ φίλος του Δημήτρη Πιερίδη). Στις 8.30΄ στην «Αγορά», στον Θύμιο, καλεσμένοι του Στρατή Παττακού, ο Μάνος Ελευθερίου με την αδελφή του, ο Γιώργος Κορδομενίδης, εγώ. Ενώ τρώμε, βλέπω τον Σπύρο στην είσοδο του μαγαζιού να με κοιτάζει (του είχα πει ότι είμαι στη Θεσσαλονίκη). Το ύφος του δεν μοιάζει να λέει «σ’ έπιασα να μου λες ψέματα», αλλά «σε ρωτάω αν έκανα καλά που ήρθα». Τον φωνάζω, τον συστήνω στους άλλους, κάθεται μαζί μας στο τραπέζι, σεμνός, ευγενής, σχεδόν ντροπαλός. Όταν φεύγουν όλοι τους, δεν μου ζητάει εξηγήσεις, ερχόμαστε με το μηχανάκι του στα Νέα. Φτάνοντας, ενώ σβήνει τη μηχανή, παραπατάει, πέφτουμε και οι δύο κάτω, χωρίς ευτυχώς να χτυπήσουμε. Δεν ξέρω γιατί, με πιάνει ένα νευρικό γέλιο, ο Σπύρος είναι έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Με βοηθάει να σηκωθώ, φεύγει, ανεβαίνω για λίγο στην εφημερίδα.

Πέμπτη, 1.6.2017: Στον κορνιζοποιό που είναι στη στοά που συνδέει την Σταδίου με την Σοφοκλέους. Συνεννοούμαι μαζί του να του δώσω αύριο πρωί ένα χαρακτικό του Σωτήρη Σόρογκα και να το έχει έτοιμο το μεσημέρι. Στην «Τράπεζα Πειραιώς» έχει μπει το μισό του δεκαπενθημέρου σε σχέση με τον μισθό μου στον ΔΟΛ (με τον τρόπο που γίνονται οι πληρωμές το τελευταίο εξάμηνο, αναρωτιέμαι για ποιο άραγε δεκαπενθήμερο να πρόκειται). Στην «Ιωλκό» δίνω την τελευταία διόρθωση της ανθολογίας Η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει, έχω σημειώσει τρία μόνον λάθη (δεν θα την ξαναδώ). Η Γαλανοπούλου στέλνει από τον Καστανιώτη στην «Ιωλκό», το σύνολο των ανθολογιών που έχω επιμεληθεί προκειμένου να καταχωρηθεί στις πρώτες σελίδες της ανθολογίας που ετοιμάζεται. Στις 6 δεν κατορθώνω να πάω στον «Ιανό», στην εκδήλωση για το Βιβλίο των γάτων του Νίκου Δήμου, όπως το είχα υπολογίσει και το είχα υποσχεθεί στον ίδιο. Στις 8 στο θέατρο «Βασιλάκου». Είναι η πρεμιέρα των μονόπρακτων του Χάρολντ Πίντερ που έχει σκηνοθετήσει ο Μάνος Καρατζογιάννης. Έχω καλέσει τη Μάρω Δούκα με τον Νίκο, τη Ζωζώ με τον Πύρρο, τον Στρατή Παττακό με τη Βιβή, τον Θοδωρή Ρουσόπουλο, τον Αντώνη Φωστιέρη (έρχεται με τον Σπύρο Τόμπλερ), τον Τάκη με τη Χριστίνα, τον Γιώργο Παπαχρήστο με την Όλγα, τη Σύλβια Ιωάννου με την Άρτεμι Σκούταρη, την Έλενα Τσαγκαράκη, τον Γιάννη Βιτσαρά, δεν θυμάμαι τώρα ποιον άλλον. Πριν την παράσταση πίνουμε έναν καφέ με τη Μάρω Δούκα και τον Νίκο. Ενώ φτάνουν η Ζωζώ με τον Πύρρο, ένας νεαρός στην είσοδο του θεάτρου λέει δυνατά «Η Σαπουντζάκη να δει Πίντερ, δεν είμαστε καλά». Ευτυχώς δεν τον ακούει η Ζωζώ. Μετά την παράσταση, Παπαχρήστος με Όλγα, Ρουσόπουλος, Ζωζώ με Πύρρο κι εγώ, για φαγητό στην «Αγορά», στον Θύμιο. Ενώ τρώμε, κάποιος περνάει από δίπλα μας και λέει δυνατά (λόγω Ρουσόπουλου): «Εμείς πάντως ψηφίζουμε ΣΥΡΙΖΑ». Πήγα να πω «Στ’ αρχ… μας», αλλά μου έκανε νόημα ο Ρουσόπουλος να μην αντιδράσω. Στις 2 ο Παπαχρήστος πληρώνει τον λογαριασμό.

Κυριακή, 4.6.2017: Με τον Άγγελο Παπαδημητρίου, τον Ερρίκο Σοφρά και τον φωτογράφο του Βήματος Νίκο Τσίρο σε Διόνυσο, στη Στέλλα Γκρέκα. Παρούσα και η εγγονή της Αγγελική, 15 χρόνων, μόλις έχει έρθει από Αμερική. Γίνεται η συνέντευξη και η φωτογράφιση της Γκρέκα με τον Παπαδημητρίου. Ευτυχώς που δεν είμαι ο μοναδικός μάρτυρας αυτής της συνάντησης. Η Γκρέκα, η αποθέωση της κομψότητας, της ευγένειας, των ωραίων ελληνικών, ένα χάρμα στα 95 της χρόνια. Έχει ετοιμάσει θαυμάσια φαγητά μόνη της. Φεύγουμε στις 4.30.

Τρίτη, 6.6.2017: Σήμερα είναι τα γενέθλια της Κικής Δημουλά, αλλά τα ξεχνώ. Δίνω ρούχα στο πλυντήριο, αφήνω στον «Φάρφουλα» έναν φάκελο με βιβλία για τον Γιάννη Βιτσαρά. Στην «Ιωλκό» βλέπω ένα μάλλον απογοητευτικό εξώφυλλο για την ανθολογία Η Ελλάδα ταξιδεύει, ολοένα ταξιδεύει, ο Κορίδης δείχνει προθυμότατος να το αλλάξει. Στα Νέα καθαρογράφω το κείμενο για το βιβλίο της Ελίνας Σιμιγδαλά, την επιφυλλίδα για αύριο Τετάρτη με τίτλο «Ο Τσαρούχης και οι άλλοι». Στις 8 με τον Θανάση Βαλτινό, τον δήμαρχο της Λαμίας Νίκο Σταυρόγιαννη, τη γραμματέα του Φιλάνθη, στην «Αγορά», στον Θύμιο. Ο Βαλτινός έρχεται από το Πανεπιστήμιο με μια κυρία ονόματι Κουτσουδάκη, έγινε η αναγόρευση της Δημουλά σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Η συζήτηση αφορά εξ ολοκλήρου τους «Διαλόγους της Λαμίας», μια σκέψη του δημάρχου να προτείνει στον Βαλτινό και σε μένα να οργανώσουμε στη Λαμία μια σειρά συνομιλιών με προσωπικότητες όχι μόνον των γραμμάτων, αλλά και του επιστημονικού κόσμου. Όταν ο Βαλτινός λέει πως η κάθε εκδήλωση θα στοιχίζει 8.000 – 10.000 ευρώ (έχοντας προβλέψει μια αμοιβή 3.000 ευρώ για την κάθε προσωπικότητα) ο δήμαρχος λέει «εντάξει, εντάξει». Αν και προσωπικά νόμιζα πως θ’ αντιδράσει –το είχα πει μάλιστα στον Βαλτινό. Μακάρι να υλοποιηθεί το σχέδιο, θα είναι μια μεγάλη βοήθεια για όλους μας. Ενώ τρώμε, περνάνε ο Τάκης με τον Θοδωρή, για να χαιρετήσει ο Τάκης τον δήμαρχο που είναι πολύ φίλος του Θανάση Γιαννόπουλου –υπήρξε προϊστάμενος του Τάκη στο ΚΕΕΛ. Δίνω στον Τάκη 650 ευρώ, δώρο για τον Βασίλη, είναι η τιμή του εισιτηρίου του Βασίλη για τον Αύγουστο, Λονδίνο – Αθήνα – Λονδίνο. Φεύγοντας με πηγαίνει με το αυτοκίνητό του στα γειτονικά Νέα, βλέπω τη διόρθωση της αυριανής επιφυλλίδας, ένα καραμπινάτο λάθος, το «κάνανε», έγινε «κανένα».

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή