Σάββατο, 22.12.2001: Στις οκτώ παρά τέταρτο το πρωί, μπροστά στην αποθήκη της Λέξης παραλαμβάνω το καινούργιο τεύχος. Το διανέμω στα βιβλιοπωλεία ως αργά το απόγευμα. Ανεβαίνω σε παιδιά, φέρνοντας διάφορα βιβλία που μου ζήτησε η Χριστίνα. Ο Θοδωρής χορεύει στο υπνοδωμάτιο με μια μικρή γειτονοπούλα του, τη Ραφαέλα. Στις 9 με Ζωζώ Λιδωρίκη, μ’ ενημερώνει, προκειμένου να συνεργαστούμε, για κάτι πολύ εντυπωσιακά σχέδια που έχει σε σχέση με το «104» της οδού Θεμιστοκλέους, του Καστανιώτη. Στις 10.30 συναντώ μπροστά στον «Μαγεμένο Αυλό» τη Μαρία Κοτοπούλη, περνά και μας παίρνει με το αυτοκίνητό της η Μίνα Αδαμάκη. Στο Κουκάκι, σε μια μπουάτ που λέγεται «Δίαυλος», τραγουδά η Αρλέτα. Στην κορυφή του τραπεζιού που μας έχει κρατηθεί, κάθεται, σαν ναυαγός, η Ζυράννα Ζατέλη. Λίγο αργότερα έρχονται η Μαρίνα Καραγάτση με τον Χριστόφορο Λιοντάκη. Τον τελευταίο τον αισθάνεσαι να δυσφορεί με την παρουσία όλων. Δικαιολογημένα όταν αντιπαθεί τους άλλους, αλλά όταν τους έχει επιλέξει να είναι μαζί τους δεν καταλαβαίνεις το γιατί. Η Ζατέλη είναι κυριολεκτικά άλλος άνθρωπος απόψε, που διψά για επικοινωνία και δεν το κρύβει. Σκέφτομαι γιατί άραγε δεν έχουμε γίνει όσο φίλοι θα μπορούσαμε να είμαστε. Ο Χριστόφορος φεύγει στο διάλειμμα. Η Αρλέτα κάθεται στο τραπέζι μας και στο διάλειμμα και στο τέλος του προγράμματος. Μ’ ένα ταξί στις 2, φέρνω στα σπίτια τους την Καραγάτση και την Κοτοπούλη, επιστρέφω στο δικό μου.
Σάββατο, 12.1.2002: Μετά το πρωινό με τους Φωστιέρηδες, κατεβαίνω στο γραφείο. Διαδοχικές συναντήσεις για να δώσω προσκλήσεις για την εκδήλωση της ερχόμενης Τρίτης, αλλά και για δουλειές με Μαρίνα Καραγάτση, Μαρία Καραβία, Άννα Φόνσου, Γιώργο Ζεβελάκη, Άγγελο Δεληβοριά, Κώστα Καζάκο, Στέφανο Ληναίο, Γιώργο Μοσχίδη. Στο θέατρο «Χορν» για να δώσω στην κυρία Νότα (μια σπουδαία γυναίκα), την αμπιγιέρ του Φασουλή, τα χαλούμια που της έχω φέρει από την Κύπρο. Στις 9.15 με Γιάννη Κοντό, Γιάννη Βαρβέρη και Κώστα Μουρσελά στο θέατρο «Περοκέ». Τελικά δεν θα παρακολουθήσουμε την παράσταση γιατί ο Μουρσελάς δεν δέχεται να πληρώσει εισιτήριο, φανταζόταν πως ο Βαρβέρης θα είχε εξασφαλίσει προσκλήσεις για όλους μας. Μένουν ο Βαρβέρης με τον γιο του, ο Μουρσελάς, ο Κοντός κι εγώ ερχόμαστε στο «Greek House». Μένουμε ως αργά. Φεύγοντας με το αυτοκίνητο του Μουρσελά, ερχόμαστε σπίτι μου. Κατεβάζω στον Γιάννη Κοντό το δώρο μου για τη γιορτή του, που ήταν την περασμένη Δευτέρα, αλλά έλειπα στην Κύπρο. Το δώρο είναι ένας πίνακας του Δήμου Σκουλάκη.
Κυριακή, 13.1.2002: Πρωινό με τους Φωστιέρηδες. Στις 12 ο Τάκης φέρνει τον Βασίλη, τον πηγαίνω πάντα εγώ στο μάθημα των κινέζικων, είναι στην ίδια πολυκατοικία που έχει το πολιτικό του γραφείο ο Κώστας Σημίτης, στην οδό Ακαδημίας. Μετά το μάθημα ανεβαίνουμε με τον Βασίλη με το μετρό στο Χολαργό. Στη διαδρομή συζητάμε για τα μαθήματά του, αν είναι προτιμότερο να συνεχίσει τα Γερμανικά ή τα Κινεζικά, ή και τα δύο μαζί. Θα μείνω μαζί του –στο σπίτι τους– ως τις 8 που θα πάω στο θέατρο. Θα ξεκουραστώ, αλλά κυρίως θα πω ιστορίες στον Θοδωρή. Έχω επινοήσει μια εντελώς καινούργια σε σχέση με ό,τι του έλεγα τις προηγούμενες μέρες. Ότι τα παλιά χρόνια, τη δεκαετία του ’50, δεν υπήρχε στον Βόλο το ρόφημα σοκολάτα κι ότι ήρθαμε με τον πατέρα μου στην Αθήνα (στον Θοδωρή έχουμε δώσει το όνομα του πατέρα μου) κι αγοράσαμε πέντε τσουβάλια με σκόνη σοκολάτας που, επιστρέφοντας στον Βόλο, ο κόσμος την κατανάλωσε ως ρόφημα μέσα σε ελάχιστες μέρες. Σε κάποια στιγμή που, αν και η γιαγιά του στέκεται σε κάποια απόσταση μπροστά του στρέφεται στο πλάι για να της μιλήσει και η γιαγιά του τον διορθώνει τρυφερά, της λέει με απόλυτη ηρεμία: «Δεν έχει και τόση σημασία να μη βλέπει κανείς πού είναι ένας άλλος». Όταν μ’ ακούει να μιλάω στο τηλέφωνο με τον Γιάννη Βαρβέρη, λέγοντάς του για κάτι πως θα το κάνουμε το 2010, έρχεται κοντά μου και μου ψιθυρίζει: «Μα, εσύ μπορεί να μη ζεις το 2010». Στη συνέχεια, ενώ καθόμαστε στον καναπέ, παρατηρώ το βλέμμα του να συγκεντρώνεται για πολλή ώρα στο αναμμένο φως της κουζίνας. Στις 8 στο «Θέατρο Τέχνης». Με Μίνα Αδαμάκη, Αρλέτα, Βασιλική Αλμπάνη, Άννα Σταματοπούλου. Ένα αριστουργηματικό έργο του Τόμας Μπέρχαρντ, σε μια θαυμάσια παράσταση με την έξοχη Μάγια Λυμπεροπούλου. Μετά την παράσταση για φαγητό στον «Θανάση» της Μητροπόλεως. Φεύγοντας, η Αδαμάκη με το αυτοκίνητό της μας «διανέμει» σπίτια μας. Ενώ έχει κατέβει η Αρλέτα κι η Αδαμάκη έχοντας βγει στο δρόμο προσπαθεί να διορθώσει τη θέση του συνοδηγού, πέφτει φαρδιά-πλατιά στον δρόμο. Ευτυχώς το χτύπημα λίγο πάνω από το μάτι δεν είναι σοβαρό, ένα απλό μαύρισμα. Συγχύζομαι όμως τρομερά.
Τρίτη, 15.1.2022: Στις 12.30 η εκδήλωση για τα βιβλία της σειράς «Σκέψη, χρόνος και δημιουργοί» στο ξενοδοχείο «Πλάζα». Ο Βαγγέλης Βενιζέλος, αν και μου είχε υποσχεθεί πως θα είναι ως υπουργός Πολιτισμού ένας εκ των παρουσιαστών της σειράς (το όνομά του υπάρχει στην πρόσκληση), τελικά δεν έρχεται. Όπως μου εξήγησε χθες βράδυ στο τηλέφωνο, ο πρωθυπουργός έβαλε, την ίδια ώρα με την εκδήλωση, συζήτηση για τον προϋπολογισμό στη Βουλή. Τι κρατώ από την εκδήλωση; Ένα γενικότερο αίσθημα ευφορίας, την κόρη του Δημήτρη Πικιώνη, την Αγνή, που μου έφερε μια σπάνια φωτογραφία της Χριστίνας Τσίγκου, την παρουσία της λαϊκής τραγουδίστριας Ελένης Ροδά που έδειχνε ν’ απολαμβάνει την εκδήλωση περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Η εκδήλωση τελειώνει στις 3.30. Στις 9 το βράδυ, με τον τόμο ως δώρο που έχει κάνει για την Ελένη Παπαδάκη ο Πολύβιος Μαρσάν, σε Δημήτρη Ποταμίτη. Έχει οργανώσει ένα θαυμάσιο δείπνο με τον Αλέξη Σολομό, τη Βίλμα Κύρου, τη Βιβέτα Τσιούνη, τον Γιάννη Κοντό, τον Κώστα Γεωργίου. Αν εξαιρέσουμε ότι πρέπει να φωνάζουμε για να μας ακούει ο Σολομός (και όχι πάντα), η βραδιά, χάρη στην ανεκδοτολογία της Βίλμας Κύρου, περνάει πολύ ευχάριστα. Απόψε ο Σολομός θα μου προτείνει να εκδώσει ο Καστανιώτης ένα βιβλίο που έχει γράψει για παιδιά. Αλλά κι ένα κείμενό του για τη Λέξη. Για το δεύτερο του λέω με ενθουσιασμό «ναι», για το πρώτο ότι θα χρειαστεί να το συζητήσω με τον Καστανιώτη. Όταν φεύγουμε, αφού βάλω τον Κοντό σ’ ένα ταξί, επιστρέφω σπίτι μου.
Κυριακή, 23.2.2023: Βράδυ στο θέατρο του Γιώργου Αρμένη, Η κασέτα της Λούλας Αναγνωστάκη. Με Αναγνωστάκη, Μένη Κουμανταρέα, Μάνο Ελευθερίου, Γιάννη Κοντό, Τάκη, Χριστίνα, τη φίλη γιατρό Κατερίνα Δημάκου, τον φίλο τυπογράφο Πέτρο Μπαλίδη. Όταν τελειώνει η παράσταση, στο φουαγιέ του θεάτρου οι ελάχιστοι θεατές που έχουν απομείνει και ο θίασος (Γιώργος Αρμένης, Σοφία Ολυμπίου, Ιάκωβος Ψαρράς, Μάνος Καρατζογιάννης, Μαρίκα Τζιραλίδου, Κώστας Καζανάς), περιβάλλουν τη Λούλα μ’ έναν σιωπηλό θαυμασμό. Με το αυτοκίνητό του ο Τάκης φέρνει σ’ ένα εστιατόριο του Ψυχικού –η Χριστίνα κι εγώ με ταξί– τη Λούλα, τον Κουμανταρέα, τον Ελευθερίου και τον Κοντό. Δύο τρεις μέρες αργότερα ο Κοντός θα πει: «Αυτή η συνάντηση δεν επαναλαμβάνεται ιστορικά». Ο Μένης πάντα όταν πρόκειται για έναν καταξιωμένο συνάδελφό του κι έχει ζήσει για κάμποση ώρα άμεσα την αποδοχή του, έχει μια επιθετική συμπεριφορά. «Τα πρώτα λεπτά είχα την εντύπωση ότι πρόκειται για κακή ηθογραφία», λέει στην Λούλα για την Κασέτα. Και συνεχίζει: «Δεν κατάλαβα αν ο Παύλος (ο βασικός ήρωας του έργου) είχε συναντηθεί στην πραγματικότητα με τον “Αχτσά”». «Έτσι το ήθελα, μετέωρο», απαντάει η Λούλα. Ο Ελευθερίου –αν και ο ίδιος δεν θα την προκαλούσε ποτέ– φαίνεται ν’ απολαμβάνει τη διένεξη. Ο Κοντός, αν και προσπαθεί να ισορροπήσει τα πράγματα, είναι πάντα «στον κόσμο του». Ο Τάκης και η Χριστίνα με μια διακριτικότητα πάντα σαν να μην είναι παρόντες. Όταν φεύγουμε, ο Τάκης με το αυτοκίνητό του τους πηγαίνει όλους σπίτια τους, όπως ακριβώς τους έφερε.
Δευτέρα 24.2.2003: Όλη μέρα στο γραφείο, στον Καστανιώτη. Στο Βήμα δίνω στον Νίκο Μπακουνάκη το κείμενο του Κώστα Σκανδαλίδη για το βιβλίο μου Μόνο για άνδρες. Με τη Σοφία Αλμπάνη και τον Φώτη Πόλο στο θέατρο «Μουσούρη», εκδήλωση για τον Κώστα Μουσούρη. Ωραία βραδιά, αν έλειπε ο ένας ομιλητής (δεν γράφω το όνομά του). Μετά την εκδήλωση για φαγητό στο γειτονικό «Γκούντις». Φεύγει η Σοφία, με τον Φώτη στο «Αττικόν», παίζει την ταινία Σικάγο. Όπως και στο θέατρο τον τελευταίο καιρό, κοιμάμαι για λίγο στη διάρκεια της προβολής.
Τρίτη, 25.2.2003: Ημέρα γενεθλίων του Τάκη. Το βράδυ, μετά το γραφείο, στο σπίτι του Τάκη. Όταν αργά το βράδυ με γυρίζουν στο δικό μου, η Χριστίνα μου λέει μέσα στο αυτοκίνητο πως ο Ποταμίτης θ’ ανανήψει. «Τέσσερις άνθρωποι που ήταν ετοιμοθάνατοι και σκέφτηκα πως θα ζήσουν, έζησαν». Αύριο, μετά τη συνάντηση με τον Φώτη στις 3 το μεσημέρι και πριν την Μεγαπάνου, στις 9 το βράδυ, θα κατέβω στου «Μεταξά», στον Πειραιά, για να δω τον Δημήτρη.
Τετάρτη, 26.2.2003: Στις 3 παρά πέντε τηλεφωνώ στη Ναυσικά Γεωργουσοπούλου για να της πω, δεν θυμάμαι τώρα τι. Την ακούω να μου λέει: «Δεν το έμαθες;» Καταλαβαίνω ότι πέθανε ο Ποταμίτης. «Έφυγε» σήμερα στις 10 παρά τέταρτο το πρωί. Ματαιώνω τη συνάντηση με τον Φώτη, κλείνομαι στο γραφείο. Αισθάνομαι ένα σφίξιμο στο στήθος, τα μάγουλά μου να τρέμουν. Τελευταία φορά που τον είδα, ήταν πριν από πέντε μέρες που κατέβηκα στου «Μεταξά». Όσο επιδεινωνόταν η κατάστασή του τόσο έλεγε πως αισθάνεται να πηγαίνει καλύτερα. Ενώ δεν μπορούσε να σηκωθεί πια από το κρεβάτι –δεν τον κρατούσαν τα πόδια του– δόξαζε τον Θεό που υπήρχε μια διαρκής βελτίωση. Την τελευταία αυτή επαφή μας την οφείλω στον Φωστιέρη που επέμενε –φοβόμουν να πάω στο νοσοκομείο και να δω τον Δημήτρη όπως θα είχε γίνει– λέγοντάς μου «πρέπει να πας γιατί θα πεθάνει και μετά θα έχεις τύψεις που δεν το έκανες». Ο ίδιος ο Δημήτρης στις δύο ώρες που έμεινα δεν μου έλεγε σχεδόν τίποτε άλλο παρά για τον αποκλειστικό νοσοκόμο που του στοιχίζει 50 ευρώ τη μέρα κι αισθανόταν να περιέρχεται σε αδιέξοδο.

