Μάνος Κουμής

Σιγοτραγουδώντας τη μελωδία του Μέλλοντος: ο ψυχεδελικός κομμουνισμός του Μαρκ Φίσερ

Την περίοδο κατά την οποία η οικονομική ύφεση παρέλυε την παγκόσμια αγορά και υποχρέωνε εκατομμύρια ανθρώπων ανά τον κόσμο να προσαρμοστούν σε συνθήκες φτώχειας και εξαθλίωσης, η βιομηχανία του θεάματος καθήλωνε ανυποψίαστους τηλεθεατές μπροστά στους δέκτες τους, μαγεύοντάς τους με τηλεοπτικές σειρές οι οποίες αναδείκνυαν – συνειδητά ή μη – μια αλλαγή νοοτροπιών: το βίωμα του χρόνου, του χώρου αλλά και των προσδοκιών εντός της νεοφιλελεύθερης συνθήκης άλλαζε ραγδαία. Τον Σεπτέμβριο του 2008 το δίκτυο HBO ξεκινά να προβάλλει την τηλεοπτική σειρά φαντασίας και τρόμου True Blood, βασισμένη στη σειρά μυθιστορημάτων The Southern Vampire Mysteries της Charlaine Harris.

Οι περιπέτειες βρικολάκων, ζόμπι, ζωντανών νεκρών και πρωταγωνιστών με τηλεπαθητικές ιδιότητες φαινομενικά δεν παρουσιάζουν τίποτα το καινούργιο σε ένα κατά τα άλλα φανατικό κοινό το οποίο διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του για επτά συνεχόμενες χρονιές, χαρίζοντας σε δημιουργούς και ηθοποιούς υπέρμετρη αναγνώριση και δημοφιλία. Χαρακτηριστικό είναι το στατιστικό στοιχείο που θέλει την τηλεοπτική σειρά True Blood να απολαμβάνει τη μεγαλύτερη τηλεθέαση από την περίοδο προβολής μιας από τις επιδραστικότερες τηλεοπτικές σειρές, The Sopranos. Έστω και ετεροχρονισμένα, βέβαια, ο υποψιασμένος τηλεθεατής οφείλει να εντοπίσει μια βασική ομοιότητα ανάμεσα στα παραπάνω, φαινομενικά τουλάχιστον, ξέχωρα θεματικά σενάρια, ανάμεσα δηλαδή στην παρασιτική λειτουργία αιμοδιψών πλασμάτων της νύχτας και του υποκόσμου.

Στην πρώτη περίπτωση, πρωτοπόροι Ιάπωνες ερευνητές κατασκευάζουν και μοιράζουν στην αγορά συνθετικό αίμα, ανακάλυψη η οποία επιτρέπει στα αιμοσταγή πλάσματα να διεκδικούν το δικό τους μερίδιο στην καθημερινότητα των ανθρώπινων κοινωνιών. Είναι οι εμπορικές πλέον αρτηρίες που τροφοδοτούν με την απαιτούμενη τροφή τους πανάρχαιους αυτούς διώκτες της ανθρώπινης φυλής. Ο ανέκαθεν Άλλος εξευγενίστηκε σε φίλο, σύντροφο, εραστή, αντίπαλο ή αντίζηλο. Στη δεύτερη περίπτωση, μια από τις σκληρότερες και πλέον τραχιές φυσιογνωμίες του δυτικού φαντασιακού, αυτή του αρχηγού φαμίλιας εγκληματικής οργάνωσης, εξασθενεί μπροστά στο βάρος της ψυχικής υγείας: η συνθήκη της ευτυχιοκρατίας[i] που επικρατεί στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό οδηγεί τον άλλοτε ποτέ δυναμικό εγκληματία να πάσχει από κρίσεις πανικού. Οι εκμυστηρεύσεις στις ατομικές του συνεδρίες, η σχέση του με την ψυχολόγο αλλά και οι διακυμάνσεις της ψυχικής υγείας του πρωταγωνιστή κερδίζουν το ενδιαφέρον του τηλεοπτικού κοινού από το 1999 μέχρι το 2007.

Η τρομακτική αυτή δύναμη της νεοφιλελεύθερης λογικής του καπιταλισμού να κανονικοποιεί ετερόκλιτα συστήματα αξιών, παρουσιάζοντάς τα απλώς ως στιλιστικές εκφάνσεις κάποιας επικρατούσας μόδας έλαβε τον όρο καπιταλιστικός ρεαλισμός από τον Βρετανό θεωρητικό Μαρκ Φίσερ. Εάν ο Φουκώ ανέδειξε τους μηχανισμούς με τους οποίους οι χωρικές ετεροτοπίες της εκκλησίας, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και της ψυχικής υγείας, των νοσοκομείων αλλά και των φυλακών σμίλευαν το ανθρώπινο υποκείμενο απορρίπτοντας το μη κανονικό[ii], ο Φίσερ παρουσιάζει το τελευταίο στάδιο αυτής της διαδικασίας: η ενδεχομενικότητα του καπιταλισμού ως έννοια εκτοπίζεται στην προνεωτερική σκέψη, ενώ τα προτάγματα για την ίαση από τις δυσανεξίες της φιλελεύθερης οικονομίας όχι μόνο χαρακτηρίζονται χιμαιρικά φαντασιοκοπήματα, αλλά δεν υφίστανται στην ολότητά τους.

Είναι καίρια η παρατήρηση του Καρλ Μανχάιμ, ήδη από το 1929, στο κλασικό του έργο Ιδεολογία και Ουτοπία που θέλει την πρώτη να επικρατεί τη στιγμή που η τελευταία πλησιάζει το σημείο της πραγματοποίησής της έχοντας απωλέσει τον ριζοσπαστικό της χαρακτήρα, αδυνατώντας να ξεπεράσει την υπάρχουσα κοινωνία και τις πολιτικές πραγματικότητες.[iii] Ο 21ος αιώνας και η μετα-νεωτερική εποχή έχει ενταφιάσει τις ουτοπίες του παρελθόντος στο όνομα μιας ορθολογικής κανονικότητας. Είχε δίκιο ο Φουκώ όταν τόνιζε ότι «οι ιδεολογικές συγκρούσεις που διαπνέουν τις σημερινές πολεμικές διεξάγονται ανάμεσα στους ευσεβείς απογόνους του χρόνου και τους πεισματώδεις κατοίκους του χώρου».[iv] Ο παράδεισος και η κόλαση είναι επί της γης, όπως επίσης και οι χώροι λύτρωσης και καταδίκης. Το βλέμμα του άλλου μετατρέπεται σε πύρινη φλόγα, ενώ οι αλυσίδες της βασανισμένης ανθρωπότητας είναι πλέον φτιαγμένες από διοικητικά χαρτιά. Σε κάθε περίπτωση, είναι εδώ και τώρα.

Ο κατακλυσμός από εικόνες με βαμπίρ, ζωντανούς νεκρούς, δράκουλες, βρικόλακες και κάθε είδους τέρατα στις οθόνες συνηγορεί για τα παραπάνω. Χωρίς να υπάρχει διαφυγή, αμέτρητα πολιτιστικά προϊόντα αναμασούν εικόνες καταστροφής του κόσμου, μη μπορώντας, βέβαια, να αφηγηθούν το τέλος του καπιταλισμού. Ο τρόμος, η επιστημονική φαντασία και η δυστοπία είναι genres ανάμεσα σε άλλες υποκατηγορίες με το δικό τους, αποκλειστικό κοινό. Όταν ο Φρέντρικ Τζέιμσον επιχειρηματολογούσε για τη σημασία της ποπ κουλτούρας και για τα πολιτιστικά προϊόντα που στέκονται στον αντίποδα του υψηλού, αυτό συνέβαινε καθώς πίστευε ακράδαντα, όπως έδειξε στο έργο του Το μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, πως η κουλτούρα είναι το προνομιούχο πεδίο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται αλλά και αναπαράγεται η πολιτική και οικονομική δομή της εποχής, με την ασίγαστη αρωγή της βιομηχανίας και της τεχνολογίας.[v]

Η πρωτοκαθεδρία της παραγωγής, της εργοστασιακής λογικής και του καταναλωτισμού ως αντίβαρου στο στένεμα των νοητικών οριζόντων, είναι αυτή που εντέλει προκαλεί τη διασάλευση του χρόνου, καθώς και τη δημιουργία άβουλων υποκειμένων που ζουν σε ένα αέναο παρόν. Ο 20ός αιώνας εφάρμοσε ίσως την πιο ακραία εκδοχή του παραπάνω συστήματος: στα στρατόπεδα συγκέντρωσης η καύσιμη ύλη που οριζόταν μέσα από μία δαιδαλώδη γραφειοκρατία ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος. Στο έργο του Τα απομεινάρια του Άουσβιτς ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν μας υπενθυμίζει, ίσως μέσα από τις πιο σκληρές σελίδες δοκιμίου, τις σκέψεις του Πρίμο Λέβι για το απώτατο όριο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος. Το όριο αυτό δεν αναφέρεται μονάχα στους θύτες, αλλά κυρίως στα θύματα, καθώς μέσω της κατάστασης των τελευταίων εντός των στρατοπέδων αναρωτιόμαστε τι είναι ο άνθρωπος. «Μουσουλμάνος» είναι ο όρος που χαρακτήριζε μάλλον το τελευταίο στάδιο της ανθρωπινότητας, αναφερόμενος σε σκελετωμένες υπάρξεις, τις οποίες το βάρος της κακουχίας έριχνε όλο και πιο κάτω στο έδαφος, ομοιάζοντας με προσκυνητές.[vi] Σε μία ακόμη τραγική ειρωνεία της ιστορίας κατά τον 21ο αιώνα, το πρότερο θύμα διαγράφει από προσώπου γης για μία ακόμη φορά Μουσουλμάνους.

Αν τον 21ο αιώνα και πάλι ο αποικιοκρατικός χαρακτήρας μιας κρατικής μηχανής δημιουργεί αναρίθμητους ζωντανούς νεκρούς, και παράλληλα φιλοδοξεί να τους εξολοθρεύσει στον βαθμό που ανήκουν στο παρελθόν, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι ο λόγος αυτός περί τεράτων προς εξαφάνιση είναι δυναμικός, δημιουργώντας εστίες επανερμηνείας, αναστοχασμού, διαδραστικών δικτύων, εντέλει και αντίστασης. Τα φαντάσματα του παρελθόντος, όντας οι ματαιωμένες προσδοκίες του παρελθόντος, αφενός καραδοκούν με την ασίγαστη επιθυμία τους να εκπληρώσουν τα ουτοπικά τους όνειρα∙ αφετέρου καλούν λυτρωτικά για μια επανεξέταση του παρελθόντος, εμμένοντας στον ενδεχομενικό χαρακτήρα της Ιστορίας.

Μια από τις δυναμικότερες εικονογραφίες της δυτικής φαντασίας είναι το φάντασμα του κομμουνισμού, το οποίο πλανάται πάνω από την Ευρώπη του 19ου αιώνα. Η έννοια του βαμπιρισμού, βέβαια, είναι έκδηλη σε ολόκληρο το έργο του Μαρξ: η αέναη συσσώρευση του κεφαλαίου δεν είναι τίποτα περισσότερο από τους καπιταλιστές που απομυζούν τη ζωντανή εργασία του ανθρώπου. Τα ρευστά όρια της εργασίας, καθώς και η επιμήκυνση του αναγκαίου χρόνου εκμετάλλευσης σβήνουν μονάχα μερικώς την ακόρεστη δίψα του κεφαλαιούχου βρικόλακα. Σε αυτήν την περίπτωση, λοιπόν, το βαμπίρ λειτουργεί ως καθρέπτισμα αλλά και οδυνηρή προειδοποίηση για το ζοφερό μέλλον στον καπιταλισμό. Το μανιχαϊκό αυτό πνεύμα στον μαρξισμό περνά μέχρι και στα έργα επιστημονικής φαντασίας, όπως καίρια επισημαίνει ο Έρικ Χόμπσμπομ, αναφερόμενος στο έργο του Χ.Τζ. Γουέλς Η μηχανή του χρόνου, όπου η επίγεια φυλή των Eloy εκμεταλλεύεται τους υποχθόνιους Warlocks.[vii]

Η φασματική αυτή φύση του καπιταλισμού, όπου αόρατες ροές κεφαλαίων, εξουσίας, δύναμης και γνώσης έρχονται σε αντιπαραβολή με τις ορατές ροές των εμπορευμάτων και τον φετιχιστικό χαρακτήρα τους προδίδουν το μαγικό υπόβαθρο στο σύστημα αξιών του καπιταλισμού, όπου ένα αόρατο χέρι ρυθμίζει την αγορά. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που η νεοφιλελεύθερη συνθήκη, παράλληλα με την παντοδυναμία του τέρατος της ύφεσης, παράγει αμέτρητες ιστορίες καταστροφής και χάους. Είναι, όμως, αφελής η κριτική που θέλει τη συζήτηση να περιορίζεται στην αληθοφάνεια ή μη των τεράτων, στην εγκυρότητα της θέσης περί της ύπαρξής τους ή μη. Μέσα από τα όρια και τις μορφές που λαμβάνει το παράλογο αναδεικνύονται τα όρια του ανθρώπινου φαντασιακού, εκφράζονται οι δομικές ανάγκες του ανθρώπου και αποτυπώνεται το σύστημα αξιών του.

Η ριζική αλλαγή με την οποία βλέπουμε το παρελθόν πριμοδοτεί το άνοιγμα των οριζόντων των ουτοπικών πρoταγμάτων. Με αυτό τον τρόπο οφείλουμε να ερμηνεύσουμε, αλλά και να παραδειγματιστούμε από τους αισθητικούς και πολιτικούς πειραματισμούς των δεκαετιών ʼ60 και ʼ70 γύρω από τη διασάλευση των ποιοτήτων του χρόνου και της συνείδησης. Στα τέλη της δεκαετίας του ʼ60, ο μπασίστας του ψυχεδελικού συγκροτήματος The Grateful Dead Phil Lesh επιχειρούσε να αποτυπώσει μέσω μελωδιών την έννοια της «χρωματιστής σιωπής» (colored silence). H μουσική αυτή αρχή, προερχόμενη μάλλον από τον Στοκχάουζεν (Karlheinz Stockhausen), διαπερνά ολόκληρη τη νεανική αντι-κουλτούρα της περιόδου, καταλήγοντας στη χορευτική μουσική του 21ου αιώνα. Οι Beatles με το τραγούδι τους «Tomorrow Never Knows» πειραματίζονται σε επίπεδο παραγωγής, συνθέτοντας ετερόκλητους τεχνητούς ήχους, επεκτείνοντας τα όρια της στιγμής, όπως έκανε περίπου η ιδιαίτερη τεχνοτροπία του μοντάζ στον γαλλικό κινηματογράφο της εποχής. Τα όργανα αλλάζουν, οι μελωδίες κόβονται και ράβονται, οι ρυθμοί επίσης: λίγα χρόνια αργότερα το hip-hop θα συνδυάσει ήχους και μελωδίες από το παρελθόν, προσφέροντας κάτι τελείως καινοτόμο. Αυτή τη φορά η τεχνολογία λειτουργεί προς όφελος των μη προνομιούχων: τα ηλεκτρικά όργανα, οι φουτουριστικές μελωδίες, οι ρευστοί μα και επαναλαμβανόμενοι ρυθμοί δίνουν το σύνθημα για τη δημιουργία δημοκρατικών κοινοτήτων, ισότητας, αποδοχής και ελευθερίας.

Ο Μαρκ Φίσερ, λοιπόν, αντηχώντας τον Μισέλ ντε Σερτώ (Michel de Certeau), θέλει τα νεωτερικά υποκείμενα να μην είναι μονάχα άβουλοι δέκτες των ραπισμάτων της εξουσίας. Αντιθέτως, καλλιεργούν δημιουργικές τακτικές αντίστασης, δυναμικής ανάπλασης και μεταμόρφωσης της καθημερινότητάς τους[viii]. Από τον Βρετανό θεωρητικό το πλαίσιο αυτών των ενεργειών καλείται Ψυχεδελικός Κομμουνισμός, ορίζοντας ένα αντίπαλο δέος στην κυρίαρχη λογική του καπιταλισμού. Αν στους τεχνητούς παράδεισους του Μπωντλέρ ανιχνεύαμε σήματα αντίστασης ενός λυρικού στην ακμή του καπιταλισμού, στον ψυχεδελικό κομμουνισμό οι πολίτες καλούνται να δρουν ως ερασιτέχνες συνωμότες, όπως δηλαδή μας υπενθύμιζε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν πως λειτουργούν οι καλλιτέχνες. Εάν ο Μαρξ κατάφερε με το έργο του να διώξει την μαγική αύρα που κάλυπτε το κεφάλαιο, ο Φίσερ επιθυμεί να ξαναμαγέψει τον κόσμο, αυτή τη φορά όμως προς όφελος των ηττημένων του νεοφιλελευθερισμού.


[i] Edgar Cabanas, Ευτυχιοκρατία. Πως η βιομηχανία της ευτυχίας κυβερνά τη ζωή μας, μετάφραση: Βασιλική Πέτσα, Πόλις, 2020.

[ii] Michel Foucault, Ετεροτοπίες και άλλα κείμενα, μετάφραση: Τάσος Μπέντελος, Πλέθρον, 2012.

[iii] Karl Mannheim, Ιδεολογία και Ουτοπία, μετάφραση: Γιώργος Ανδρουλιδάκης, Γνώση, 1997.

[iv] Michael Foucault, ό.π., σ. 255.

[v] Fredric Jameson, Το μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, μετάφραση: Γιώργος Βάρσος, Νεφέλη, 1999.

[vi] Giorgio Agamben, Τα απομεινάρια του Άουσβιτς, μετάφραση: Παναγιώτης Καλαμαράς, Έρμα, 2024, σσ. 47-101.

[vii] Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων. Ο σύντομος Εικοστός Αιώνας 1914-1991, Θεμέλιο, 2010.

[viii] Michel de Certeau, Επινοώντας την καθημερινή πρακτική. Η πολύτροπη τέχνη του πράττειν,μετάφραση: Κική Καψαμπέλη, Σμίλη, 2010.

Κύλιση στην κορυφή