Ζωγραφική: Ανδρέας Πατράκης

Βρασίδας Καραλής

Σημειώσεις από τους Αντίποδες. Στιγμιότυπα εαυτομνησίας

Κοιτώντας,
αγαπημένες πατρίδες, φως, σκοτάδι, δειλινό, αυγή: εκεί ζούμε πάντα. Ταγμένοι του τάφου, τροφή λήθης, προσάναμμα του χρόνου, λίπασμα κοσμοφυΐας.
Σκοπός ζωής να καθηλώνεις εικόνες, εντυπώσεις, μυρωδιές, χρώματα, ρεύματα αέρα που περικλείνουν το σώμα και βεβαιώνουν πως είσαι τώρα εδώ.
Αγαπημένες πατρίδες, φως, σκοτάδι, δειλινό, αυγή, για πάντα, δικοί σας.


Η φαινομενολογία της όρασης,
μια ήπειρος γεννιέται μαζί με τη λέξη που την ανασταίνει στον χάρτη των αισθήσεων.
Ακούς τη λέξη και το φαινόμενο αναδύεται εμπρός σου, γίνεται εμπειρία, στοχασμός, γίνεται ρήμα του λόγου σου, πιθανότατα σκηνή των έργων σου.
Εαυτομυθογραφία.


Ψηλαφώντας την ιστορία,
1974, Πειραιάς, ασάλευτη ζωή μπροστά στην τηλεόραση, λαγνεία εικόνων, το τραγούδι εκείνο:
Skippy, Skippy, Skippy the bush kangaroo
Skippy, Skippy, Skippy a friend ever true.

Εκστατική μελωδία, στο μυαλό, απλώνεται παντού από την εποχή που η ζωή δεν είχε ηλικία. Κάθε Δευτέρα, στη μία και μισή το μεσημέρι, έχανα την πρώτη ώρα στο 4ο Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς για να δω τον Σκίπυ. Μόλις σταμάτησε, πόνεσα βαθιά.
Τι θα κάνω τώρα, χωρίς τον Σκίπυ! Μαθηματικά; αναστέναζα.


Το μυστήριο καλεί
Καθώς περνούσαν οι σκοτεινοί αιώνες της εφηβείας, βιαζόμουν να μεγαλώσω, να πάω στο Νησί του Πάσχα, στή μέση του Ειρηνικού, και να δω τά μεγάλα αγάλματα που φτιάχτηκαν από εξωγήινους. Δεκαοχτώ χρονών κατόρθωσα να μαζέψω χρήματα και να πάω σε κεντρικό ταξιδιωτικό γραφείο.
«Πώς μπορώ να πάω στο Νησί του Πάσχα», ρώτησα την υπάλληλο. «Πού είναι αυτό»; έκανε η γυναίκα με έκπληξη. «Κάπου μεταξύ Αυστραλίας και Χιλής», είπα. «Δεν βγάζουμε εισιτήρια εκτός Ευρώπης εδώ, μικρέ. Ρώτησε στη γωνία». Το μεγάλο όνειρο δεν ευοδώθηκε.
Επιστροφή στα μαγικά καλοκαίρια της μητρίδας.


Περπατώντας,
δεν πας ποτέ πολύ μακριά. Χρειάζεται να προσθέσεις την άλλη διάσταση, την κάθετη, για να μπλεχτείς με τους ανθρώπους γύρω σου, να διακρίνεις το δίχτυ των επαφών που σε περικλείνει
Η φύση αποπροσωποποιεί, εξαφανίζει, διαλύει τη χρονικότητα κάθε ανθρώπου. Η πόλη, ως πολυπρόσωπη καί αεικίνητη εστία του πολιτισμού, με αναγκάζει να εξατομικεύομαι.
Με πιέζει και με εκβιάζει να γίνω ο εαυτός μου, το άτμητο υποκείμενο που κινείται με το σώμα μου. Μέσα στη βουή και τη σκόνη, τις εξατμίσεις και τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων, τα βήματα και τις παράλογες φωνές των ανθρώπων, είμαι υποχρεωμένος να γίνω αυτός που είμαι.
Ἐν κινδύνῳ ἐμαυτός καθίσταμαι.


Πετώντας,
ζεις σε κενό χρόνου. Τίποτε δεν σε αγγίζει, δεν σε τραβάει προς τη γη, δεν έχεις βαρύτητα υπαρκτική. Δεν πρέπει να πεθαίνουμε στην πατρίδα μας, δεν πρέπει ποτέ να ξαναγυρνάμε στα μέρη όπου τα χέρια μας αγκάλιασαν τα πρώτα πράγματα της ζωής. Δεν υπάρχει πατρίδα· υπάρχει μόνο το σώμα μας.
Και η λευκή επικράτεια στη γραμμή του ορίζοντα, η ασταμάτητη κατάδυση στην αδιόρατη και πανταχού παρούσα πρωτογένεια.
Και πίσω από αυτήν, το απατηλό, το τρελό όνειρο της αφετηρίας.


Πρώτες εντυπώσεις, αμετάθετες βεβαιότητες
Γύρω στο Σύδνεϋ δεν έχει και πολλά μέρη για να περιηγηθείς. Όλα είναι επιτεύγματα της φύσης και όχι του ανθρώπου
Αιφνιδιάζεσαι από τα Κυανά Όρη, μαγεύεσαι από τους Τρεις Βράχους, εκμαυλίζεσαι από την απεραντοσύνη του ωκεανού, το κόκκινο χώμα της ενδοχώρας, αλλά κάτι μένει μισερό, η αίσθηση πως η ανθρώπινη παρουσία είναι ακόμα λιγοστή και ότι οι έποικοι ακόμα έρπουν για να κατακτήσουν μιαν απρόσιτη ψυχογεωγραφία.
Οι άνθρωποι δεν έχουν σταθεί ακόμα όρθιοι στο τοπίο που τους διαμορφώνει. Το σύρσιμο ετούτο πάνω στη γη φαίνεται καθαρά στις πόλεις που απλώνονται σαν τεράστια εργόχειρα, σαν να προσπαθούν να αλλάξουν το χρώμα της γης.
Κοιτάς γύρω σου και βλέπεις χάρτινα σπίτια να στέκονται με προχειρότητα και αφέλεια πάνω στο χώμα, θέλοντας να δημιουργήσουν τη νέα τεχνητή βιόσφαιρα, την αναγκαία συνθήκη κάθε πολιτισμού.
Το χαρακτηριστικό των κτισμάτων όλων είναι ότι φοβούνται το ύψος, μιας και αυτό θα σήμαινε βεβαιότητα και σταθερότητα· και, κυρίως, απόφαση να συνεχίσεις την οριζόντια γραμμή σε κατακόρυφο.
Για τούτο και το όνειρο των Αυστραλών είναι να αγοράσουν ένα επίπεδο σπίτι με κήπο, μια επιθυμία παραμονής στο επίπεδο. Μόλις το αποκτήσουν με δάνεια και υποθήκες, θέλουν αμέσως να το πουλήσουν.
Θα ξανακάνουν το ίδιο αργότερα, περιπλανώμενοι από γειτονιά σε γειτονιά, σαν εκείνους τους μεγάλους σπόρους που περιφέρει ο άνεμος από τη μια έρημο στην άλλη.


Τα σύμβολα κάνουν τον κόσμο κατοικίσιμο
Στο Σύδνεϋ κατανόησα, όσο πουθενά αλλού, τη σημασία του ονείρου για την ολοκλήρωση της προσωπικής ματιάς. Στις πολιτείες του νέου κόσμου αναλαμβάνεις πραγματικά αυτή την ευθύνη και οφειλή, να γεμίσεις το τοπίο με την προσωπική σου συμβολογραφία.
Η Αθήνα, η Ρώμη, το Παρίσι, η Κωνσταντινούπολη, το Άμστερνταμ, το Δουβλίνο, η Αλεξάνδρεια –σε όλες αυτές τις πολιτείες είσαι παρείσακτος και εισβολέας. Κάθε γωνιά και κάθε κτίσμα έχει την ιστορία του, υπάρχει χωρίς την όραση και τη μυθολογία των κατοίκων του, θα υπάρχει πάντοτε χωρίς εσένα.
Δεν ήμουν εγώ που επισκεπτόμουν αυτά τα μέρη, εκείνα με δέχονταν και με υποδέχονταν· ήμουν καλεσμένος, ένας θεατής, μια λεπτομέρεια του μεγάλου πίνακα.
Στο Σύδνεϋ ένιωσα τι σημαίνει να βαδίζεις με το δικό σου χτυποκάρδι. Αβέβαιο, αχόρταγο, περίεργο, φοβισμένο. Εκεί είδα το φως του ήλιου ανανεούμενο και αφιλοπρόσωπο, να με ζεσταίνει και να με καίει σαν να ήμουν ο στόχος μιας απίστευτης επίθεσης, σαν η ζωή μου να υποδεχόταν ένα νέο μήνυμα.
Στο Σύδνεϋ ανακάλυψα το ρυθμολογικό κέντρο όπου όλες μου οι αισθήσεις συγγυμνάζονται και συγκινούνται και συμπορεύονται, προτού διαλυθούν στα σχήματα και τη γεωμετρία της ακινησίας.
Το άγνωστο ευαγγελίζεται.


Η χρησιμότητα των περιπάτων
Μόνο όσοι περπατάνε, μπορούν να γνωρίσουν. Δεν υπάρχει το πνεύμα ενός τόπου· υπάρχει ο ρυθμός μιας κοινωνίας. Αν κατορθώσεις να ακολουθήσεις τις δονήσεις του, εκείνον τον πρωτόγνωρο κυματισμό που μπαίνει μέσα σου σαν μικρόβιο και χαλάει την ισορροπία των συνηθειών σου, τότε όλα παίρνουν σημασία.
Ένοικοι και όχι κάτοικοι. Ποτέ δεν είμαστε κάτοικοι κανενός τόπου. Αν ξεπεράσεις τον φόβο του αγνώστου και τις βολικές συνήθειες, τότε όλη η γη γίνεται μια σκηνή όπου περιφέρεις για λίγο τη χαρά και την πλήξη, την αγωνία και τη δημιουργικότητα, την ανοησία και την εξυπνάδα σου.
Το αίσθημα της προσωρινής διαμονής σε ένα μέρος υπήρξε η αρχή του εκπολιτισμού.
Όσα εξιδανικεύονται, τα κλέβει ο χαμός.


Οι συγκινήσεις των πόλεων,
αυτό μου συνέβη με το Σύδνεϋ, τη συγκινητικότερη πόλη που έχω ποτέ δει και περπατήσει. Έζησα στην Αθήνα, το Ελσίνκι, το Άμστερνταμ, είδα από κοντά το Λονδίνο, το Παρίσι, το Τορόντο και τη Ρώμη, ταξίδεψα σε πολλά μέρη της Ευρώπης, η αγία Πετρούπολη με μάγεψε, αλλά το Σύδνεϋ με έδεσε με τη γη.
Στην αρχή δεν καταλάβαινα τι ιδιαίτερο είχε αυτή η πόλη, μια άμορφη μάζα χωρίς σχέδιο και μυστικισμό. Με τον καιρό ένιωθα μια περίεργη οσμή και απόκρυφη μανία διαχυμένα γύρω μου, την αοριστία ενός ακαταστάλαχτου ρυθμού, που ακόμα δοκιμάζει όλες τις συχνότητες και τις τονικότητες που βγαίνουν από μέσα του.
Σε όλη την παλαιά ήπειρο, κρότος και θάνατος πολύς για μικρές γωνιές χώματος, ενώ τριγύρω απλώνεται γυαλιστερό το ανεξερεύνητο δάσος των συμβόλων, η μόνη και τελική και ανερμήνευτη πραγματικότητα.
Η οδός μία, προγονική και πολύμοχθος.


Μα τι σημασία έχουν;
Μα πόσο μετράνε όλα αυτά, πατρίδες, ξενιτείες, ταυτότητες, διασπορές και όλες αυτές οι καραμέλες της αποξένωσης, μπροστά στην αποδημία των φίλων μας;
Ήταν ένας άνθρωπος, ήρθε από τη Μακεδονία και τον λέγανε Άλκη, ήτανε μόνος εδώ, έφθασε εδώ το 1989, Ιούλιο μήνα, και τον Γενάρη του ʼ90, έμαθε πως είχε αρρώστια βαρειά και θα έφευγε σύντομα.
Δέκα χρόνια πάλεψε μαζί της· κρυβόταν μέσα της κι έκρυβε μέσα της τις αποσιωπήσεις μιας ταραγμένης παιδικής ζωής στον παράδεισο της ελληνικής πατρίδας. Πατέρας και αδελφός να τον χρησιμοποιούν κάτω από την αδιάφορη σιωπή της μάνας. Ήτανε πάντα μόνος, στις κραυγές και τους λυγμούς, στα ερωτικά σκιρτήματα, στον βόγγο, τον οργασμό, την οργή, το παράπονο.
Και ήταν Μάρτιος του 2000 όταν χάθηκε. Μου είχε ζητήσει να του τραγουδάω πριν χάσει τις αισθήσεις του: «Τι θέλεις;», ρώτησα, «Χατζιδάκι;». «Άσε τις βλακείες!», απάντησε με κόπο. «Τραγούδι από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Αυτός πού θάρθει την αυγή τής Μπέμπας Μπλανς». Ήτανε του 1973 ή 1974;
Το θυμόμουνα πολύ καλά. Δεν ξέρω γιατί. Κι άρχισα να τραγουδώ σαν έχανε τις αισθήσεις του και περνούσε σε αμείλικτη και αδιάφορη και άχρονη σιωπή, μέσα από παρατεταμένο ρόγχο που, σαν έπαψε, ο κόσμος βυθίστηκε σε βουβαμάρα ασέληνη, που ενώ τα πάντα κινιούνταν γύρω μου και άνθρωποι φωνάζαν, κυλούσε παντού κάτι ρευστό και συμπαγές, που δεν άκουγα ούτε καν τη φωνή μου.
Έκλεισα τα μάτια του καθώς τέλειωνα το τραγούδι της Μπέμπας Μπλάνς:

Αυτός πού θάρθει τήν αυγή
τη χτεσινή μου την πληγή
να κλείσει
άλλη σελίδα να γυρίσει στη ζωή μου
κάνε Θεέ μου
νάναι η αγάπη η στέρνη μου
κάνε Θεέ μου...


Και τότε άνοιξε η πόρτα, σκότος πλημμύρισε το δωμάτιο, κάτι που δεν έβλεπα σερνόταν παντού τριγύρω κροταλίζοντας, ο Άλκης συσπάστηκε, άνοιξε τα μάτια, καθώς και οι δυο αιφνίδια αντικρίσαμε να εμφανίζεται μαύρο, παγερό, συντριπτικό το ακόρεστο Αυτό.
Και κείνος το ακολούθησε.


Αυτοβιογραφικό
Θυμάμαι τον Κοραή: Πριν επιχειρίση τίς να συμβουλεύη διόρθωσιν έργων στραβών, πρέπει να προβλέπη και τον μέλλοντα απαραιτήτως πόλεμον από τους όσων η τιμή και η ευτυχία κρέμεται και τρέφετ’ από τα στραβά· και αντί να ελπίζη πράγμα αδύνατον, ειρήνην, απ’ αυτούς, χρεωστεί ν’ ακολουθή το έργον του ατάραχα, αρκούμενος εις την εύνοιαν των ωφελουμένων απ’ αυτό».
Ατάραχα, λοιπόν, ατάραχα, κοιτώντας τον χρόνο να σου δέρνει το κορμί και τη στιγμή να σε γυμνώνει με τη σιωπή της. Γι’ αυτά όμως πρέπει να μιλάμε, όχι για τις φαντασιώσεις επαγγελματιών περί διασποράς, και ταυτοτήτων, και υβριδίων, και άλλα παρόμοια γλυκερά και ανύποπτα.
Πώς το έλεγε ο Τζον Κασσαβέτης; Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να αποκαλύψεις τον εαυτό σου και να εκφράσεις αυτό που θέλεις να εκφράσεις και πάνω απ’ όλα να μη φοβάσαι να αποτύχεις γιατί σίγουρα θα αποτύχεις.
Οι διασπορολόγοι κάνουν θεωρίες εκ του ασφαλούς. Δεν μιλάνε για ζωντανούς ανθρώπους. Δεν στέκονται δίπλα τους. Και θα επαναλάβω την παλιά ασκητική κοινοτοπία: είναι καλύτερο να τραυλίζεις με αλήθεια παρά να πλατωνίζεις με φαντασιώσεις.


Ακούγοντας,
– Από τά μέρη πού περάσαμε μαζί, έχουν απομείνει ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Πίνδαρος και ο Ιβάν ο Τρομερός του Αϊζενστάιν.
– Δεν ακούω.
– Τις θάλασσες που κολυμπήσαμε διασχίζουν βυζαντινές εικόνες, τραγούδια αμερικάνικα, δερβίσηδες περιστρεφόμενοι, αιφνίδιοι έρωτες.
– Έχω ξεχάσει.
– Και εκείνα τα λόγια που μαζί κλαδέψαμε από τις μεγάλες εκστάσεις του Δάντη, του βυζαντινού ορίζοντα και του χιονισμένου Καναδά, έχουνε τώρα μεταμορφωθεί σε γόρδιους δεσμούς, ταξίδια, δοκιμιακή αναζήτηση.
– Δεν θυμάμαι.
– Μα όλα, όλα όσα μας έκαναν να ζήσουμε, εκείνα που φώτισαν τον δρόμο προς τη Βηθλεέμ των επιθυμιών, τον Βούδα των θλιμμένων κινηματογράφων, τη ρότα προς τη νήσο των Φαιάκων, όλα ακούγονται να τραγουδούν, να σμίγουν και να χορεύουν, πάνοπλα, αθώα, κείμενα του εκάστοτε και του διαπαντός.
– Μα ποιος είσαι...;


Όνειρο
Είναι πρωί· μπροστά απλώνεται ένας τεράστιος ποταμός. Εμφανίζεται μιά βάρκα με έναν νάνο πάνω της. «Πήδα μέσα», λέει. Δισταγμός. «Δεν θα ξεφύγεις εύκολα», ξαναλέει. Μέσα στη βάρκα φαίνονται από τόν γυάλινο πάτο της πόλεις ολόχρυσες του βυθού, γοργόνες από τα εικονογραφημένα κλασικά που διάβαζαμε μικροί. «Δέν ξέχασα», λέω, «Τι να ξεχάσεις;», φωνάζει δυνατά ο νάνος. «Δεν ξεχνάνε άνθρωποι σαν κι εσένα». «Ναι», ομολογώ ενώ η βάρκα κυλάει πάνω από την Ατλαντίδα, τη Μέμφιδα, την Τροία, τη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη. «Να τα ανάκτορα των Σασσανιδών», ξαναφωνάζει. «Να η πλαγιά του Αραράτ, η Τεχουατσιλάν, να το Ουλουρού –δεν έχεις πάει εκεί, ίσως θα έπρεπε να πεθάνεις στον βράχο». Κυλάμε, κυλάνε πόλεις κάτω από τα πόδια μας, μια φωνή αγάπης που έλεγε να μην ξεχάσω να φάω το μεσημέρι, η εικόνα της μάνας να πηγαίνει έξι το πρωί στη δουλειά της, το όνειρο να σκοτεινιάζει, και από μέσα του να ξεπετιούνται σελίδες ημερολογίων, τα χαμένα γραπτά του Αντώνη, τα ξερά φύλλα πάνω στον τάφο του. Ιδρωμένος ξυπνάω.


Λόγια της αγρύπνιας,
φωνές παραπονεμένες, παλιά ενθύμια από την Ολλανδία, ένας φίλος που πέθανε στα χέρια σου, μια κοπέλα που είπε: «σ’ αγαπώ», η ίδια κοπέλα να κλαίει, το παλιό κτίριο κάτω από την Ακρόπολη, το μεγάλο αυγουστιάτικο φεγγάρι του 1982, ο ηλεκτρικός που περνούσε σαν αστραπή, τα πρόσωπα που έλιωναν, ο στρατός, μια λιποθυμία, το βαθύ σκοτάδι των χαμένων επιθυμιών, το ταξίδι στον Καναδά, τα τεράστια σύννεφα ενός εχθρικού ουρανού, ο Αντώνης να καθαρίζει το σπίτι, το ταξίδι στή Φινλανδία, το μυστήριο της χιονισμένης βραδιάς στη Λαπωνία, το δάκρυ να κυλάει στον αποχωρισμό, Ρωσία, κάτω από τις πύλες του μοναστηριού μία γιαγιά να μου φιλάει τά χέρια, –ήταν, νομίζω, 1000 ρούβλια–, Αθήνα, Βερολίνο, Βλαδιβοστόκ, μα πού βρίσκομαι;
Ψίθυροι της νυχτιάς, μια σειρήνα, ένα μισάνοιχτο βιβλίο που παραμιλάει, φράσεις μυστικές του Kancheli και του Shostakovich, η αχανής έκταση της πόλης, η Πετρούπολη του Μπιέλι, ρευστή, χαώδης, αναρχική, τραγική και πολυόμματη, Σύδνεϋ, σκοτεινό, ακόρεστο, ανέσπερο, τρέχω μέσα σου χρόνια τώρα, σέρνοντας μνήμες φίλων που αποχώρησαν και χάθηκαν για πάντα, ζητώντας το έλεος της μνήμης, τη μελαγχολία της σκέψης, Σύδνεϋ, εξορία της ψυχής, κείμενο του νυχτερινού παραμιλητού, βλέπω μέσα σου πηχτά τα σκοτάδια του εαυτού μου και δεν μπορώ να τα φωτίσω.


Ψυχογεωγραφία
Κάθε φορά που το σώμα πονάει, ένα νόημα καινούργιο αναδύεται στη συνείδηση. Η ανθρώπινη σκέψη αποτελείται από αυτή την επώδυνη γέννηση νοημάτων, που αποκαλύπτουν τον βηματισμό μας, αχνάρια στην άμμο του χρόνου, αποτυπώματα του αέρα, στιγμές συνενσαρκώσεως με την επιθυμία.
Μέσα στα όνειρα και στις παραισθήσεις ανήκουμε κάπου. Δεν είμαστε εκεί, ανήκουμε μόνο. Μιλάμε τη γλώσσα και ακολουθάμε τους ρυθμούς της, διασπώντας την ασυνείδητη αλυσίδα της ζωής, σε χρωματιστά γυάλινα ψηφιδωτά, χωρίς ειρμό και εικόνα, χωρίς μορφή και σχέδιο.
Είναι Ιούλιος. Βρέχει απόψε. Και η βροχή ακούγεται σαν κάποιο τραγούδι του Χατζιδάκι, που φοιτητές είχαμε τραγουδήσει δίπλα στην Ομόνοια, χωρίς να καταλαβαίνουμε τη σημασία του, αλλά εκείνο αμετάκλητο και ανυποχώρητο επιστρέφει στο στόμα μας και μας συνδέει με το ρευστό του χρόνου και μας παρασέρνει στους κύκλους του χορού του, όταν ένα βράδυ Δεκέμβρη του 1981, χειμώνα παγερό, στην άλλη πατρίδα, βλέπαμε μια τραβεστί να περιμένει πελάτες, να κάνει τον σταυρό της, να κοιτάζει τον ουρανό, καθώς ακουγόταν μια καμπάνα εσπερινού, και να μονολογεί με ευλάβεια: «Αύριο είναι του αγίου Νικολάου, μεγάλη η χάρη του!»
Έτσι το ιερό κρατεί ασάλευτες των άστρων τις τροχιές.


Ανάμνηση
Είναι, το 1970, σαν γυρίζουμε από την Κρέστενα, Σεπτέμβριο, το τρένο ανεβαίνει αγκομαχώντας από την Πάτρα προς το Αίγιο, δίπλα στην καταγάλανη θάλασσα. Η μηχανή επιβραδύνει ανίκανη να σηκώσει το βάρος των ανθρώπων και του σίδερου. Σουρουπώνει.
Τότε ανεβαίνουν ανενόχλητοι πάνω στο τρένο ένας λαγουτάρης, πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, και πίσω του μια ομάδα από γύφτους που χορεύουν, μια γύφτισσα που διαβάζει τις απαλάμες, ένας Βούλγαρος εξόριστος που κρατάει σφιχτά τη Βίβλο, ένας Ρώσος που κοιτάει με θλίψη και λέει μόνο κάτι σαν νταζβιντάνια, μη ξέροντας άλλα ελληνικά.
Και ο λαγουτάρης, αφού μας παρασταίνει κλαίγοντας τι πέρασε μικρό παιδί στην Καταστροφή, ζητάει τη βοήθεια των χριστιανών, για τον ίδιο και τους φίλους του, και πιάνει με το βιολί του σκοπούς ανατολίτικους, παραπονιάρικους, λιγοθυμισμένους:

Τι σέ μέλει εσένανε πούθεν είμαι εγώ,
Απ’ τήν Σμύρνη αν είμαι ή απ’ τό Κορδελιό


Και παίζει δακρυσμένος την πικρή μελωδία που μεταμόρφωνει τα πάντα, καθώς περνάμε μέσα από τα περιβόλια με τα λεμονόδεντρα και τις πορτοκαλιές, και όλα ενώνονται με τη γλυκιά τους μυρωδιά, ταυτίζονται μέσα μας με την ακατανίκητη επιρροή των ιερών αισθήσεων.
Το τραγούδι συνεχίζει, οι γύφτοι χορεύουν ζητώντας χρήματα, ο αινιγματικός Ρώσος κοιτάζει έξω αφηρημένος και ψιθυρίζει στη γλώσσα του, ο Βούλγαρος κοιτάζει πεινασμένος τα φαγητά, ενώ το τρένο ανεβαίνει, ανεβαίνει και ανυψώνεται μαζί του ο κόσμος ενός μικρού παιδιού, μεταμορφωνεται σε επίγειο παράδεισο, όπου άγγελοι φτεροκοπούν, σάρκινοι, κοντινοί, μέσα στις μυρωδιές των λουλουδιών, τα τραγούδια των προσφύγων, τα κεφτεδάκια, τα βραστά αυγά και το κασέρι πάνω στό διάφανο λαδόχαρτο.
Και πάλι εκεί, η μάνα ψιθύριζει:
«Έφυγε χθες η γειτόνισσα, η Ευανθία για την Αυστραλία. Ερημώνουμε».


Επιστολή προς ****
Μαζί ζητήσαμε αυτή τη χώρα. Αλλά ο δρόμος ήταν μακρύς και χαθήκαμε. Σου γράφω τώρα γιατί σε έχω ξεχάσει. Σου γράφω γιατί δέν υπάρχεις πια και διαβάζω τα γράμματά σου, όπως θα διάβαζα σουμεριακά ντοκουμέντα.
Η χώρα αυτή μου έδωσε λόγο, μου έδωσε μορφή, μια βεβαιότητα· πως είμαι τελικώς αυτό που θέλησα να γίνω, πως έχω χαράξει την πορεία μου προς τη μεγάλη πηγή της ζωής μέσα από δρόμους δόλιχους και παράδοξα μονοπάτια, μονοπάτια δικά μου, ανύποπτα, αχαρτογράφητα. Ξεχνάμε από πού ξεκινήσαμε, με ποιους μαζί και για ποιον τόπο.
Το μόνο που μένει είναι η εικόνα μιας χιονισμένης χώρας, νύχτα, μέσα στίς νιφάδες του λευκού να βλέπεις μια σειρά αλλόκοτα πρόσωπα να χορεύουν προφητεύοντας την έκσταση, όταν ένιωθες πως πετούσες σε κάποιον υπερουράνιο τόπο, ακούγοντας Sibelius, Valse Triste, και χαμογελώντας σαν άγαλμα άψυχο και κρύο και αδιάφορο, εμπρός σε όλα τα θυμιάματα των αισθήσεων, τη μέθη της αφής, το βογγητό της εκσπερμάτωσης.
Χαθήκαμε μέσα στο άπλετο φως. Μας έλιωσε η ηλιοφάνεια.


Η εικόνα της μοναξιάς
Ταξίδευα μια μέρα κάπου μεταξύ Καμπέρας καί Σύδνεϋ. Υπάρχει ένα αποσιωπημένο μεγαλείο εδώ, της μοναχικής περιπέτειας των ανδρών και των γυναικών που ήρθαν στην ερημιά για να την εξανθρωπίσουν, εξανθρωπιζόμενοι από αυτήν ταυτόχρονα. Πάνω τους χόρευαν αόρατοι στα μονοπάτια τους οι δημιουργοί θεοί των αυτοχθόνων, τραγουδώντας και εξασφαλίζοντας τη συνέχεια της ζωής.
Εκείνοι όμως δεν σήκωναν το κεφάλι, από ενοχή και αδιαφορία. Δεν άκουγαν τα τραγούδια των αθανάτων, από μοναξιά και πόνο. Οι εκκλησιές που χτίζονταν στην ερημιά τούς υπενθύμιζαν ότι και ο δικός τους αγώνας ήταν μια άσκηση και πως η δική τους καθημερινότητα μια προσευχή.
Στην ερημιά τους συνέβαιναν τα πιο παράδοξα πράγματα· σκιές, φαντάσματα, τέρατα, ο φόβος των ακατοίκητων εκτάσεων, έστηναν γύρω τους τον χορό των φαντασιώσεων.
Σε ένα εγκατελειμμένο κονάκι έξω από την επαρχιακή πόλη Κουταμάντρα, είδα πίσω από την πόρτα γραμμένα με μαύρο μελάνι από το 1901: «Ross Andrews, χωρίς γυναίκα από το 1896. Πουλάω πρόβατα». Και μετά αριθμοί προβάτων ανά έτος.
Τόση μοναξιά, τόση εγκατάλειψη, η κραυγή του αρσενικού για το θηλυκό, το κάλεσμα της ζωής, πάνω σε μια πόρτα. Φαντάζομαι τον άντρα εκείνο να πέφτει να κοιμηθεί ονειρευόμενος μια γυναίκα, ή την Αγγλία, ή την αυτοκτονία, και εδώ, σε αυτόν τον παραλογισμό του ονείρου και των φαντασιώσεων, θαρρώ πως βρίσκεται η πραγματική ιστορία του ανθρώπινου είδους, η αλήθεια της ύπαρξής του.
Κι εκεί που περπατούσα μέσα στο απέραντο άδειο της νέας μου θητείας, ανάβλυσε από μέσα μου ανεξήγητο και ακαταλόγιστο το λαϊκό τραγούδι της νεότητάς μου:

Μόνο και μόνο για λίγες σταγόνες ευτυχίας
πήρες μια νύχτα το δρόμο της καταστροφής.
Η περιπέτεια φέρνει μονάχα δυστυχία
και στο φαράγγι σε ρίχνει της μαύρης ντροπής.


Τέτοια κουβαλάμε μέσα μας, θυσία καθοσιώσεως ταυτόχρονα για το πουθενά και το επέκεινα.


Ένα παράδοξο εύρημα
Σε ένα άλλο εγκατελειμμένο σπίτι, λίγο πιο πέρα από το Ρόμπερτσον, βρήκα μια σειρά γραμμένα χαρτιά, ένα ημερολόγιο, που το μελάνι τους είχε διαλυθεί από την υγρασία. Λίγες λέξεις κατόρθωνα να διακρίνω, όπως «πατρίδα, νερό, αγάπη, μάνα, βρέχει, φως», τις μόνες λέξεις που μπορούν να σώσουν το σώμα μας, όταν σβήνει η φλόγα της ψυχής.
Μια πανέμορφη δερμάτινη έκδοση επιλεγμένων ποιημάτων του Matthew Arnold, από την αρχή του αιώνα. Ένα όνομα ήταν γραμμένο στο εσώφυλλο: H. Burling, 14 Russell St. Lindfield. Διάβασα από περιέργεια και πάλι τα ποιήματα αυτού του λόγιου ποιητή, με τη μειλίχια στωικότητα και τη γλυκειά απαισιοδοξία που κάποτε με είχανε συγκινήσει, «Dover Beach», «The Scholar Gypsy», «Isolation». Συγκινήθηκα καί πάλι· και αντιπαθώ τα βιβλία που με συγκινούν.
Συνέχισα την ανάγνωση με οίκτο για τον εαυτό μου, ώσπου έφτασα στο ποίημα που πολύ αγαπούσα παλιά: «Absence». Ξαναδιάβασα αχόρταγα τους στοχαστικούς και περίτεχνους στίχους, όταν στο τέλος του ποιήματος, στην πίσω σελίδα, βρήκα γραμμένη με μολύβι αυτή την περίεργη σημείωση: «Βγαίνω έξω για περίπατο – αντίο για πάντα».
Ένιωσα κάτι σα γροθιά στα σωθικά. Έβρεχε εκείνη την ημέρα, το χώμα φούσκωνε και μύριζε από την αναπνοή της γης που αγαλλιούσε και αναστέναζε ρουφώντας το σπέρμα του ουρανού. Και ανάμεσα σε αυτή την υπερκόσμια αγαλλίαση ένας παρείσακτος, ο άνθρωπος· μόνος, πεταμένος, αβοήθητος, αγωνιώντας για τη ζωή του, και όμως έχοντας τη δύναμη να ειρωνευτεί τον εαυτό του, να γελάσει με την ίδια του την απόγνωση.
Και το παλιό τραγούδι συνέχισε να ακούγεται τριγύρω μου:

Πριν χαθείς, πριν χαθείς
πάρε το δρόμο της επιστροφής
πριν χαθείς... Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ
και δε θέλω να πάθεις κακό.


Εἰς ἔκστασιν ἄγει τὰ ὑπερφυᾶ, σκέφτομαι.


Θεός τιμωρός
Σ’ ένα βιβλίο που με επηρέασε βαθύτατα, το On Human Nature του Edward O. Wilson, διάβασα την ακόλουθη ιστορία σχετικά με την εξαφάνιση των ιθαγενών της Τασμανίας.
Αφού το νησί καταλήφθηκε από τους Άγγλους, ένας καλβινιστής πάστορας με όλα τα καλά και φιλάνθρωπα συναισθήματά του, προσπάθησε να «εκπολιτίσει» τους εναπομείναντες ιθαγενείς, δηλαδή να τους κάνει Χριστιανούς. Τους έπεισε να ντύνονται, όπως οι Άγγλοι, να πλένονται, να χρησιμοποιούν χρήματα, να τρώνε παστό κρέας και πάνω απ’ όλα να πίνουν τσάι, με ζάχαρη, όπως κι εκείνοι.
Οι Τασμανοί ιθαγενείς έπρεπε να πηγαίνουν κάθε μέρα στην εκκλησία, όπου ο πάστορας George Robinson επανελάμβανε ρητορικές ερωτήσεις με στεντόρεια φωνή: «Τι μας χρειάζεται ο Θεός; Για τους δικούς του σκοπούς! Σας αρέσει ο Διάβολος; Όχι! Τι θα κάνει ο Θεός αυτόν τον κόσμο; Θα τον κάψει!».
Οι τρομαγμένοι ντόπιοι απαντούσαν με σπασμένα αγγλικά: «Ένας μόνο Θεός... Ντόπιοι καλοί, νεκροί ντόπιοι, πάνε ουρανό... Κακός ντόπιος πεθαίνει, πάει κάτω, κακό πνεύμα, καίγεται, καίγεται. Ντόπιοι κλαίνε, κλαίνε, κλαίνε».
Το 1869 πέθανε ο τελευταίος αρσενικός Τασμανός, ενώ η τελευταία γυναίκα έφυγε λίγα χρόνια αργότερα.
Η ιστορία αυτή δηλώνει πολλά πράγματα για τη θρησκεία, την πολιτική και την ανθρώπινη φύση, όπως σωστά κατανόησε ο Wilson. Ο άνθρωπος είναι ον μυθοδίαιτο· αν διαταραχθεί η σχέση του με την πραγματικότητα και διαλυθεί η αναλογία μύθου και κόσμου, τότε η ύπαρξη μαραίνεται και τελικώς αυτο-αφανίζεται.
Πολύμορφη, συναρπαστική και σκληρή, η ιστορία σπρώχνει τους ανθρώπους προς την ανόργανη ύλη, προς τη μακαριότητα της ασυνείδητης ύπαρξης, εκεί όπου δεν υπάρχει ατομικότητα, ούτε εγώ κι εσύ, ούτε μορφή, ούτε συμπάθεια.
Προσπαθώντας να φανταστούμε εκείνη την κατάσταση της αγνωσιμότητας του κόσμου, βλέπουμε σε σύντομες εκλάμψεις την αλήθεια της παρουσίας μας.


Σκέψεις μυστικοπαθείς,
αναλογίζομαι την νοόσφαιρα του Τεγιάρ ντε Σαρντέν. Να πιστέψουμε στην αποκατάσταση των πάντων, στο Ωμέγα της ανακεφαλαίωσης ή να φυλακιστούμε στο πεπερασμένο των πράξεών μας, δρέποντας την ευθύνη για συνέπειες που ούτε μας πέρασαν από το μυαλό και δεν ξέραμε ότι θα προέκυπταν από την έκβαση των πριν υπαρξάντων;
Θυμάμαι ακόμα την «περιοδικήν παλιγγενεσίαν των όλων», πού κήρυττε ο Μάρκος Αυρήλιος. Αυτή η κυκλική επιστροφή που τόσο γοήτεψε τον Νίτσε, η φυλακή των επαναγεννήσεων, απ’ όπου δεν θα ξεφεύγουμε ούτε και με τον θάνατο, είναι άραγε ο μόνος τρόπος για να τιμωρούμαστε, αφότου αποκοπήκαμε από το συνεχές της φύσης και επιδοθήκαμε στην επανασυγκόλληση των σπερματικών λόγων;
Ίσως οι γνωστικοί να είχαν τελικώς κάποιο δίκιο και να ζούμε στην ακοσμία του κακού δημιουργού, όπου όλα υπαινίσσονται μια ομορφιά σφετερισμένη.
Στο τέλος γίνεσαι οφειλέτης των πάντων, μαθαίνεις κάτι από όλους, κάτι που δεν περιμένεις. Τελικά δεν είχα πολύ ενδιαφέρον για τον ίδιο μου τον εαυτό, ίσως και να μην ήμουν ενδιαφέρων ως εαυτός για τους άλλους, ακόμα και για μένα τον ίδιο.
Δεν είχα εσωτερικές συγκρούσεις, απέφευγα τις οριακές καταστάσεις, δεν με συγκίνησαν ποτέ οι χαρισματικές προσωπικότητες που τις έβρισκα χωρίς ενδοχώρα.
Στο τέλος, κανένας δεν πετυχαίνει τίποτε από αυτά που θέλει. Τις περισσότερες φορές η επιτυχία μας βρίσκεται σε κάτι περιφερειακό, ασήμαντο και εν πολλοίς παραγκωνισμένο, κάτι που νομίζαμε ότι δεν ήταν ουσιώδες στη ζωή μας.
Εκείνα όμως που πίστεψες και ξενύχτησες και βασανίστηκες να ολοκληρώσεις, ίσως να μην ήταν παρά μονάχα το προσάναμμα της ζωής σου, η καύσιμη ύλη που σου έδινε δύναμη και παραισθήσεις.
Κοιτώντας ένα ηλιοβασίλεμα, μια καταιγίδα, τον άνεμο, τα αστέρια, κατανοείς πόσο απόλυτα μπορεί κάποιος να είναι ο εαυτός του ή και να γίνει ο εαυτός του, χωρίς τον φόβο της αποσύνθεσης και του πανικού με τις απλούστερες απολαύσεις και τις πλέον απροσδόκητες αναφορές.
Όσο γερνάς, ξεπληρώνεις τα χρέη της νεότητάς σου.


Τα φυλάκια των ανθρώπων
Οι πόλεις πολλαπλασιάζουν τον ονειρικό χαρακτήρα του φυσικού τοπίου. Ξεφυτρώνουν ξαφνικά και εξαφανίζονται σαν τραπουλόχαρτα. Βλέπεις μέσα τους τα πιο περίεργα πράγματα· καταπληκτικές αγγλικανικέ́ς εκκλησιές γοτθικής αρχιτεκτονικής, μοναδικούς κήπους εισαγόμενης Αγγλίας, μεθυσμένους που παραμιλούν και μπορούν να μιλήσουν για τα πάντα, ασχέτως αν εσύ δεν καταλαβαίνεις τίποτα.
Είδα από την πρώτη στιγμή τις αυστραλέζικες πόλεις σαν αλληγορίες της ανθρώπινης μοίρας, οάσεις δροσερής κοινωνικότητας μέσα σε τεράστιες εκτάσεις απόλυτης σιωπής.
Ταξιδεύοντας στη Σιβηρία και τη Λαπωνία, είχα την αίσθηση ότι εκεί το επίπεδο του τοπίου έπαιρνε την αναγκαία και αναμενόμενη κορύφωσή του στα υψώματα και τις αναδιπλώσεις των ανθρώπινων εγκαταστάσεων.
Οι αυτόχθονες είχαν μάλλον συνειδητοποιήσει αυτή τη μετέωρη απειλή και για τούτο δεν έχτισαν ποτέ πόλεις και μόνιμες εγκαταστάσεις. Άφηναν το τοπίο μόνο και ανενόχλητο να ανθίσει εδώ και να χαθεί παρακάτω, να δημιουργήσει πηγάδια με νερό, να φέρει τις εποχές που τα ψάρια και τα ερπετά πολλαπλασιάζονται ή να κάψει τα πάντα με φωτιά και ξηρασία πανηγυρίζοντας το θάνατο και τον αφανισμό. Οι αυτόχθονες άφηναν τη φύση να ακολουθάει τον φυσικό της ρυθμό, αδιάφορη, αμείλικτη.
Οι νεοαφιχθέντες αντιστέκονται και αυτό το πνεύμα της αντίστασης τους προσδίδει το ενδιαφέρον που μόνο οι ηττημένοι τελικώς αποκτούν. Η αναμενόμενη ήττα τούς ωθεί να έχουν παραισθήσεις και να παραληρούν. Για τούτο και πίνουν, εξαντλώντας τη θέρμη της ανθρωπιάς τους στις παρακρούσεις του αλκοόλ, των ναρκωτικών και της λήθης που επιφέρει για λίγο η ερωτική μανία.
Με τέτοια παράδοξα και αντιφάσεις θα τελειώσω την υπόλοιπη ζωή μου, ακολουθώντας το φάντασμα μιας αγάπης κι αδημονώντας για τη νέα συνάντηση που θα μας εξαγνίσει.


Σήμερα, και κάθε μέρα
Το αρχικό όνομα της Αυστραλίας ήταν Η Γη του Αγίου Πνεύματος. Με ξάφνιασε μόλις το έμαθα γιατί, καθώς περπατάς τους δρόμους της, πίσω από τη βασκανία του φωτός, εκείνη την ψυχρή αντηλιά που σε αφυδατώνει με σκληρότητα, νιώθεις να μερμηδίζει στο δέρμα μου η παρουσία τέτοιων αδιόρατων διαστάσεων.
Το Μάρικβιλ, μια ιρλανδική περιοχή, κατοικήθηκε μετά από Ιταλούς, ύστερα από Ελληνες και καταλήφθηκε αργότερα από βιετναμέζους. Όλα αλλάζουν γρήγορα σε αυτό το τοπίο. Μόνο σκόρπιες επιγραφές παραμένουν, που δεν πρόλαβαν να σβηστούν.
Τι μαγεία να βλέπεις μέ γράμματα ελληνικά παλαιομοδίτικα, Ζαχαροπλαστείον Το Εύγεστον! Ή Εδώδιμα Αποικιακά και Ελληνικόν Αρτοποιεΐον και Παντοπωλείον η Αφθονία σε τόπο αλαργινό. Είχα καιρό να τα δω όλα αυτά και πάνω που νόμιζα πως θα με είχαν ξεχάσει, έφτασαν να με κυνηγούν ακόμα και στους αντίποδες.
Πρόκειται για τη χώρα της λήθης, της εσκεμμένης λήθης, μου λέει ο Πήτερ ο ομολογητής, ένα στοιχειό των ανοιχτών δρόμων, άστεγος και ευτυχισμένος. Εδώ είναι το μέρος που οι άνθρωποι έρχονται αποφασισμένοι να ξεχάσουν, και τελικώς ξεχνούν –ή ακόμα καλύτερα, ξεχνιούνται. Η λήθη είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα χαρίσματα του ανθρώπου.
Το αυστραλέζικο τοπίο μετατρέπει το παρελθόν από τυραννία σε όνειρο.


Οι αναμνήσεις ξαναγυρίζουνε
Πήγα εκκλησία προχτές, ως τόχω συνήθειο μου σαν βρέχει, και μια χορωδία έψελνε το κοντάκιον της Γεννήσεως του ταπεινού Ρωμανού.
Έκλεισα τα μάτια και ξαναγύρισα στο 1965, στην εκκλησία της Παναγίας του χωριού μου, ξημέρωμα Χριστουγέννων, με τον πατέρα μου να ψέλνει το Η Πάρθενος σήμερον, να είναι ακόμα σκοτάδι έξω, τα κεριά να φωτίζουν τη μεγάλη συνάθροιση και να σηκώνω τα μάτια κοιτώντας το παιδίον νέον που γεννιόταν και σαν να ’γινε μέσα μου γογγυσμός και ταραχή φώναξα δυνατά και ασυναίσθητα: «Μα ποιος είσαι;» Και ξαναρώτησα: «Μα ποιός είσαι; Τι θέλεις από εμάς;»
Παιδίον νέον ο προ αιώνων θεός, διαλαλούσε η φωνή του Ιωάννη, του πατέρα μου.
«Σε ποιον μιλάς;» ρώτησε η μάνα μου.


Τα περί την ελληνικήν αποικίαν εν Αυστραλία,
νύχτες του 1994


Η μνήμη ετούτη στες πρώτες μέρες της αφίξεώς μου
Ενθάδε κείται. Πύρωνε ο θείος Δεκέμβριος μήνας,
Ότε δερματίνους χιτώνας ενδεδυμένη
Η Σακελλαρίου Ρίτα, αοιδός μεγίστη, περιλάλητη,
Εκ παραδείσου Ελλάδος ορμωμένη, τραγωδούσε εν τοις Ανακτόροις,
Εστιακόν της ελληνοπρέπειας εγκαθίδρυμα,
Μελώδημα μάγον και ευδαιμόνιον,
Ιστορία μου, στενάζουσα, αμαρτία μου
Λάθος μου μεγάλο, θρηνωδούσα.
Εκατέρωθεν, μέλη επτά χοροστατούν και τραγουδάουν
Φρυγίους τόνους κυμβαλίζοντες εκλελυμένους
Και έτερός τις αοιδός, Τίκκης Ιωάννης, εκ
Γένους παλαιόθεν γραικικού, καλλίβοος,
Λικνίζεται χαρίεις και σφόδρα ερωτεύσιμος σφόδρα.
Οι Συδνεώται θυμίαμα εκαίγανε εκβακχευόμενοι,
Αμέτρητα εκατοδόλλαρα εμβάλλοντες
στης αιοδού τον τροφαντόν
Στηθόδεσμον. Η εύμολπος γυνή
Περιχαρής τα ήρπαζε και ευχαρώς
Τα ενεθυλάκωνε άχρι μεσονυκτίου
Ότε το μυστήριον άπαν συνετελέσθη.
Την μνήμη ετούτη πρέπει να ειπώ διότι
Στες πρώτες μέρες της αφίξεώς μου
Εν τη αποικία κείται.



Ανακαλύπτοντας το παρελθόν,
ένα απόγευμα Ιούνη στο Σύδνεϋ. Έξω, 11 βαθμοί Κελσίου. Κυκλώνας τρομακτικός, χτυπάει τους ευκάλυπτους με ριπές βροχής και κεραυνούς που φωτίζουν αλλόκοτα την πόλη και την προστάτρια ζώνη της, τη Γέφυρα. Παγερό κρύο, σκοτάδι, άνεμοι στροβιλιστοί. Από το στερεοφωνικό ακούγεται άσμα αλλόκοτο από την Τρίτη Σταυροφορία, αφιερωμένο μάλλον στον Μανουήλ Κομνηνό:

Imperator rex Graecorum,
Minas spernes paganorum,
Auro sumpto thesaurorum
Parat sumptus amatorum.
Ayos o theos athanatos,
Ysma sather iskyros!
Miserere Kyrios,
Salva tuos Famulos!


Ακριβώς έτσι εισέρχεσαι στο παραλήρηρμα. Η μουσική καταργεί τον χρόνο. Ξέρω πως αύριο, και εννοώ σε τρεις ή τέσσερις αιώνες, το ίδιο τραγούδι θα ανάβει τη φλόγα των ανθρώπων να φύγουν από την πατρίδα τους, γυρεύοντας έναν σταυρό που δεν θα αποκτήσουν ποτέ, έναν ιερό τόπο που θα αγγίξουν για λίγο για να βυθιστούν στην παραφροσύνη μετά την απόκτησή του.
Στον δρόμο θα συναντούν τον αυτοκράτορα των Γραικών, και θα ικετεύουν την ευμένειά του. Εκείνος, μέσα από την εκτυφλωτική λάμψη των θησαυρών του, θα τους κοιτάζει ενοχλημένος.


Μουσική διαμαρτυρία
Επειδή λίγα τραγούδια από την εποχή μας μου αρέσουν, αποφάσισα να ακούω μόνο παλαιά. Όσο παλαιότερα μάλιστα, τόσο καλύτερα.
Πήγα πίσω στα 1582 και στη μουσική ενός καλβινιστή τραγουδοποιού, του Paschal de L'Estocart, που θέλησε με τη μουσική του να αλλάξει τη διεφθαρμένη κοινωνία της Καθολικής Εκκλησίας.
Μέσα σε αυτό το πνεύμα συνέθεσε τα Octonaires de la Vanité du Monde, γεμάτα περιπαθή απαισιοδοξία, αυτοκατάκριση και παραίτηση. Τίποτε όμως δέν κρατάει για πάντα, ιδιαίτερα μάλιστα η θλίψη που εξαφανίζεται μόλις ξανακοιτάξουμε το σώμα μας μετά από μια νύχτα γοητευτικών σφαλμάτων.
Απέτυχε, δυστυχώς. Ο Καθολικισμός, όπως και η Ορθοδοξία, είναι τέχνες ζωής. Τέχνες του αμαρτάνειν και του μετανοείν, μέθοδοι επιστροφής σε μια εστία, για τούτο και δύσκολα εγκαταλείπονται από το ασυνείδητο.
Ο προτεσταντισμός είναι η λαγνεία της ενοχής, η τυραννία του συνειδητού, της αμείλικτης περιπλάνησης, για τούτο και δυσκολα απορρίπτεται από τη συνείδηση.
Αποτέλεσμα της μοιρολατρίας του ήταν να μεταστραφεί εκ νέου στον Καθολικισμό, αποβλέποντας στην επανένωση και τη συμφιλίωση των διεστώτων.
Ανάμεσα στα τραγούδια του Πασκάλ, λοιπόν, ακούω μια σαγηνευτική προφητεία:

Mon âme, où sont les grands discours
De ces hautains, fils de la terre?
Où sont les magnifiques cours
Des Rois qui au ciel on fait guerre?


Αν το καλοσκεφτείς, πρόκειται για μια προτύπωση του μεταμοντέρνου, το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων, τη διάλυση των ηρωικών περιπετειών. Και πάλι η μουσική πρωτοπορεί· διαμαρτύρεται για να συμφιλιώσει.
Οι άνθρωποι παραιτούνται, αλλά η φωνή τους επιμένει για τούτο κι έχει τη δύναμη να φωνάξει:

Morte est la mort et non le Monde!


Παροικία η αθώα
Γιατί γινόμαστε μελοδραματικοί σαν μιλάμε για την πατρίδα μας;
Σκέφτομαι τα καράβια που φέρανε τους Έλληνες εδώ κάτω, το αλλόκοτο τοπίο, την παράξενη κοινωνία, τον πόνο της δουλειάς από το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα, την αγρύπνια της νύχτας, το γράμμα που ζητούσε εμβάσματα για την οικογένεια εκεί πίσω και τα τόσα άλλα, τα μικρά και αναγκαία παυσίλυπα του φόβου, το ποτό, την χαρτοπαιξία, τα άλογα.
Όλα ετούτα είναι άθλια και μεγαλειώδη. «Δεν κοιμόμουνα παραπάνω από πέντε ώρες», έλεγε ο γείτονας μανάβης, «γιά πάνω από σαράντα πέντε χρόνια. Αν δεν ήταν η γυναίκα να κάθεται στο πόδι μου για μερικές ώρες κάθε μέρα, θα ήμουνα σήμερα ψόφιος. Σπούδασα τα παιδιά, μιλάνε όλα καλά ελληνικά, πάνε στην εκκλησιά κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, ο μικρός θέλει να παντρευτεί Αυστραλέζα, αλλά τι να κάνουμε, αφού την αγαπάει. Κι εκείνη, καλή κοπέλα, πίνει νερό απο τα μάτια του». Κι έκλεινε πάντα τις φράσεις του λέγοντας: «υείαν, εγάπ’ κι ευλοΐαν», σα να ζούσαμε όλοι σε ατελείωτα Χριστούγεννα.
Αυτό είναι το μεγαλείο της απλότητας: όλα συμβαίνουν σαν να έπρεπε να συμβούν, σαν να γινόντουσαν σε ένα παραμύθι που άκουσε στον τόπο του, ελπιδοφόρο, καθησυχαστικό.
«Όλα ήρθαν, όπως έπρεπε να ʼρθούν. Έπρεπε όλοι να χαθούμε», έλεγε. Και τελείωνε: «Υείαν, εγάπ’ κι ευλοΐαν, τα λόγια τούτα της μάνας μου από τη Μικρασία, με κρατήσανε ζωντανό».


Δεν ξεχνώ, όχι, όχι
Άλλη ιστορία της κυρίας Μαντώς από την Ιθάκη, που αγράμματη και πάμφτωχη, ήλθε στην Αυστραλία το 1928.
«Ήμουνα, δέκα χρονώ», μου διηγιόταν τη ζωή της για ώρες. «Πήγαμε στο Σύδνεϋ πρώτα, δύσκολοι καιροί, μετά στο Brisbane, μετά στο Townsville, στο Mount Isa, στο πουθενά. Μας τρώγανε οι μύγες, μεγάλες σαν σκορπίνες, ανοίξαμε το πρώτο καφενείο στην περιοχή, έρχονταν οι κατοίκοι και συναντιόντανε κάθε μέρα. Πρώτα βλεπόντανε μόνο κάθε Κυριακή στην Εκκλησιά και το βραδάκι μεταξύ πέντε και έξι για μπύρα. Αλλά το καφενείο μας τους άλλαξε· τους έκανε ανθρώπους».
Έτσι έγιναν όλα· αθόρυβα, ανεπίγνωστα, με ανιδιοτέλεια. Ένας νέος τρόπος ζωής διείσδυσε στην αυστραλέζικη κοινωνία. Το τοπίο εξανθρωπίστηκε, εγκλιματίστηκε μέσα του η οδύνη της απουσίας, έγινε τέλος και αυτό νοσταλγία.
«Θυμάμαι εκείνο το καφενείο στο Τάουνσβιλ», μου έλεγε. «Τι να έγινε; Τόσοι άνθρωποι κουβέντιαζαν εκεί μέσα, ήταν σαν το καφενείο του κυρ-Βαγγέλη στο χωριό;» «Σαν τον Οδυσσέα κι εσείς, κυρία Μαντώ!», είπα. «Είδατε τόσα πράγματα καί τόσους ανθρώπους». «Από ποιό χωριό ήταν ελόγου του;». «Από το Θιάκι!», έκανα ξαφνιασμένος. «Δεν τον αντάμωσα», είπε. «Και τι έκαμε η αφεντιά του;» «Ταξίδεψε παντού, μέχρι να γυρίσει στη γυναίκα του». «Να προσέχεις τους ανθρώπους που τρογυρνάνε πολύ», συνέχισε. «Κάτι κακό παίρνουμε από κει που παγαίνουν και το μπάζουνε στον τόπο τους». «Αυτός είναι παλιός», είπα με απόγνωση, «από τους αρχαίους». «Δεν τα κατέχω αυτά», απάντησε ενοχλημένη. «Εδώ μου διάβαζε τη Χαλιμά και τον Χότζα για χρόνια, ο μακαρίτης ο άντρας μου, που πήγε μέχρι το σχολαρχείο. Ήτανε βλέπεις καί δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερος σαν παντρευτήκαμε, Θεός συγχωρέσ’ τον εκεί που βρίσκεται. Άχρηστος σε όλα του».
Τότε μου έδειξε μια παλιά λαϊκή φυλλάδα, εκδόσεις Σαλιβέρου, Αθήναι 1912, τριμμένη από τον καιρό, κειμήλιο τώρα, εικόνα μοναξιάς, θραύσμα της ερημίας, μήνυμα της φαντασίας, λαδωμένο από τα χέρια που την ξεφυλλίζανε για δεκαετίες.
«Αυτή η φυλλάδα μού ’μαθε τη ζωή», έλεγε η Θιακή. «Δυσσέας, είπες; Καί τρογυρνούσε χρόνια; Ο αχαΐρευτος, ο ανεπρόκοπος! Γύρευε τι θάκανε στη γυναίκα του και δεν τον ήθελε στο σπίτι!»


Γυναίκες πολιτισμού
Συνάντησα πρόσωπα τέτοια, που μιλούσαν αρχαία, που χόρευαν όπως οι γιαγιάδες τους, που έλεγαν τα ίδια παραμύθια, τα ίδια αστεία, πίστευαν τις ίδιες δεισιδαιμονίες, έπαιζαν τα ίδια παιχνίδια, έσερναν τους ίδιους χορούς, όσα δηλαδή συγκροτούν τον βαθύ κώδικα και τη συμβολική εστία κάθε πολιτισμού.
Μια γυναίκα, Συγκλητική, όπως λεγόταν από την Κύπρο, μου μίλαγε μια ώρα δωρικά· «χεώρακά σε κάι γελούσσιν». Ήτανε και η μουσική προφορά των φράσεων. Δεν καταλάβαινα λέξη. Την ίδια γυναίκα είδα να θρηνεί και να μοιρολογάει έναν νεκρό της στο κοιμητήρι.
Από το μακρόσυρτο τραγούδι δεν κατάλαβα και πάλι τίποτε· μια φωνή λικνιστική που τσακιζόταν ξαφνικά για να ξεπέσει σε ένα μονότονο μουρμουρητό, έναν αργό βόμβο, με απότομες σιωπές και αιφνιδιαστικές εκρήξεις, όπως σε εκείνα τα μοιρολόγια που είχα ακούσει σαν πέθανε η γιαγιά μου.
Μετά όλοι περνούσαν δίπλα από το φέρετρο και άφηναν μέσα του αυτά που άρεσαν στον νεκρό όταν ζούσε· καφέ, καραμέλες, ένα κομπολόγι, μια χάρτινη εικόνα, τον βίο της αγίας Αικατερίνης. Το μοιρολόι των γυναικών παντού τριγύρω. Οι ίδιες κυκλικές, επιφυλακτικές, φοβισμένες κινήσεις γύρω από το λείψανο.
Πλησίαζαν όλοι διστακτικοί με την παραγγελιά τι να πει στον κάτω κόσμο, μιλώντας με τον μορφασμό του προσώπου, το σιγανό σύρσιμο των ποδιών, το βιαστικό άγγιγμα στο φέρετρο. «Πάρε τούτον τον καφέ για το ταξίδι», λέγανε. «Πάρε και τις καραμέλες να γλυκαίνεσαι». «Να χαιρετήσεις τους δικούς μας εκεί κάτω», καί αποχωρούσαν αλαφροπάτητοι, υπνωτισμένοι από τον τρόμο της εγγύτητας του θανάτου.
Brisbane, 2008. «Πού είμαι;» αναρωτήθηκα. «Δεν υπάρχει χρόνος, λοιπόν;»


Πλέοντας κατά την ψυχή
Ο βαθμός εκπολιτισμού ενός τόπου φαίνεται από τον αριθμό των τρελών που συναντάς στους δρόμους του. Όσο περισσότεροι οι τρελοί, τόσο εντονότερες οι ανάγκες της ψυχής, τόσο πιο αδύναμο το οικοδόμημα της λογικής να ελέγξει τις μεγάλες δυνάμεις που απελευθερώνονται όταν αρχίζουμε να στοχαζόμαστε πάνω στη μοίρα των πράξεών μας.
Ακόμα μέχρι το 1980 στο χωριό μου, οι τρελοί ενέπνεαν σεβασμό, δέος και φόβο. Θυμάμαι ότι τους έστελναν στο εκκλησάκι του προφήτη Ηλία, στην κορυφή του βουνού, γιατί, όπως έλεγαν, «εκεί μιλάνε καθαρά με τον άγιο». Ο προφήτης ερχότανε το βράδυ, έσειε τον πολυέλαιο κι έσβηνε τά κεριά· όποιος τον έβλεπε, θεραπευόταν. Και πολλοί γιατρεύονταν. «Είναι μεγάλος γιατρός ο προφήτης», μου έλεγε εκείνη η θεά, η Διονυσία. «Βγαίνει το βράδυ από το εικόνισμά του και αγγίζει την κεφαλή των ανθρώπων· άλλους σκοτώνει και άλλους γιατρεύει, άλλους αφήνει στα σκοτάδια κι άλλους σηκώνει στο φως».
Ο πρώτος άνθρωπος που αυτοκτόνησε στο Σύδνεϋ ήτανε μια γυναίκα καταδικασμένη γιατί έκλεψε μια φραντζόλα ψωμί. Δεν άντεξε τον τόπο. Έδεσε θηλιά σε κάποιο δέντρο καί κρεμάστηκε με απόλυτη ψυχραιμία, όπως μας λένε οι εφημερίδες του 1809. Αιωρείτο για ώρες. Οι αυτόχθονες κοιτούσαν αιφνιδιασμένοι. Δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι ένας άνθρωπος έδινε μόνος τέλος στη ζωή του. Οι άλλοι κατάδικοι σιωπούσαν με τρόμο.
Κανένας δεν την πλησίαζε. Είχανε δει τον θάνατο προηγουμένως, αλλά αυτή η εκούσια έξοδος από τη ζωή είχε κάτι το φρικτά αποτρόπαιο και γοητευτικό, ήταν η γοτθική σαγήνη του θανάτου, όπως έγραψε ο Patrick White.
Μια προδιάθεση για θάνατο έχουν όλοι οι άνθρωποι, μια τάση να λιώσουν και πάλι στο μεγάλο ρευστό της ανυπαρξίας το αδιάβαστο κείμενο της αποκεκρυμμένης θεότητας που η ίδια τους η ζωή ενσαρκώνει.


Περιμένοντας
Σταματάω σε διάβαση πεζών στο κέντρο του Σύδνεϋ, ένα κόκκινο αυτοκίνητο φρενάρει μπροστά μου και από τα ηχεία του αναπέμπεται αναπάντεχα στη διαπασών και στη γλώσσα μου η διαμαρτυρία κάθε συγγραφικού χαρακτήρα:

Η μεγαλύτερη η αμαρτία μου
είναι η αγάπη μου που σούχω.
Όταν σε βλέπω εγώ νομίζω
ότι φορώ κλεμμένο ρούχο


Χαμογελάω συγκινημένος. «Δεν κατέχεις γρυ, μουρόχαυλε», φωνάζει ο νεαρός οδηγός στον Έλληνα που δεν ήξερε πως ήμουνα, και μαρσάρει ακατάσχετος.

Το αναπάντεχο θρυαλλίζει.
Σύδνεϋ, 2023-25

Κύλιση στην κορυφή