«Γενιά του ’70». Πριν καθιερωθεί ο όρος προηγήθηκαν άλλοι, όπως «Γενιά της αμφισβήτησης», «Γενιά της άρνησης» κ.λπ. Αυτό το γεγονός από μόνο του δείχνει ότι υπήρχε μια ανάγκη προσδιορισμού του νέου ποιητικού κινήματος που αντιπροσώπευε την εποχή, γιατί είχε δικά του χαρακτηριστικά, το αποτελούσαν νέοι ποιητές που ξεπρόβαλαν μέσα από τις δύσκολες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες που είχαν κατάληξη τη Δικτατορία. Τελικά επικράτησε ο όρος «γενιά του ʼ70», ονοματοδότης ήταν ο πρόωρα χαμένος φίλος Βασίλης Στεριάδης, ένας ανατρεπτικός στη γραφή του νέος ποιητής.
Οι εκκολαπτόμενοι ποιητές γνώρισαν έφηβοι τη δημιουργική πολιτιστικά δεκαετία του ’60. Τότε υπήρξε μια άνθιση σε όλες τις τέχνες που κινούνταν παράλληλα με τους αγώνες των νέων για Δημοκρατία, ελευθερία, παιδεία. Αρκεί να αναφερθεί κανείς στα ονόματα των συνθετών του έντεχνου τραγουδιού ή των ερμηνευτών που έδωσαν μια νέα διάσταση στο τραγούδι, στον στίχο και στην ποίηση, που σφράγισε τα χρόνια εκείνα κι όσα ήρθαν μέχρι και σήμερα ακόμα. Αλλά και στο θέατρο και τον κινηματογράφο υπήρχε ένας οργασμός ποιοτικής γραφής και σύγχρονης σκηνοθεσίας που εντυπωσίαζε και καθιέρωσε νέους δημιουργούς. Και ναι μεν οι τέχνες βρήκαν τον δρόμο τους, οι δρόμοι της πολιτικής όμως και της Δημοκρατίας χάθηκαν από το Παλάτι και τη Δεξιά που κυβερνούσαν με μετεμφυλιακή νοοτροπία και αυταρχισμό, χωρίζοντας τους Έλληνες σε νομοταγείς εθνικόφρονες και «μιάσματα». Το χουντικό καθεστώς έβαλε μια ταφόπλακα σε όποια κίνηση για Δημοκρατία είχε απομείνει, εφαρμόζοντας αυτό που ήξερε καλύτερα, συλλήψεις, φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια. Η Ελλάδα μεταβλήθηκε σε ένα απέραντο στρατόπεδο με ανάλογες συμπεριφορές.
Τα πρώτα χρόνια οι συγγράφεις αντέδρασαν δια της σιωπής, αργότερα και με έναυσμα τα Δεκαοχτώ κείμενα άρχισε δειλά δειλά να επανεμφανίζεται ο γραπτός λόγος και οι «προσεκτικές» εκδόσεις, άλλες από τους παραδοσιακούς εκδοτικούς οίκους όπως ο «Κέδρος», ο «Ίκαρος», η «Εστία» κι άλλες από νέους εκδοτικούς οίκους που ξεπρόβαλαν σαν μανιτάρια. Πολλές κυκλοφορίες ποιητικών συλλογών ήταν εξ ιδίας πρωτοβουλίας και η διάδοσή τους με τον γνωστό τρόπο «χέρι-χέρι». Σε αυτές τις συνθήκες παρουσιάστηκε η νέα ποίηση της εποχής με τις πρώτες συλλογές. Αργότερα και με την πτώση της δικτατορίας είχαμε ένα «μπουμ» ποιητικών εκδόσεων «από το συρτάρι» με ανάλογες πρώτες παρουσιάσεις και δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων, πράγμα που δημιούργησε το κυρίως σώμα του ποιητικού κινήματος που καθιερώθηκε αργότερα με την ονομασία «Γενιά του ʼ70».
Η διαδρομή αυτή της γενιάς έχει τις διαφορετικές προσωπικές αναφορές και μαρτυρίες που το καλό περιοδικό Φρέαρ μας κάλεσε να εκθέσουμε. Συνεχίζω λοιπόν την αναφορά μου αυτή στη ποιητική «Γενιά του ʼ70» με την προσωπική μου περίπτωση και τη γνωριμία μου με τους συνάδελφους ποιητές την ενδιαφέρουσα από πολλές απόψεις εκείνη περίοδο.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Κέρκυρα είχα βρεθεί συμπτωματικά, και για πρώτη φορά, στην Αθήνα το καλοκαίρι του ’65 με τα περίφημα, όπως έμειναν στην ιστορική καταγραφή, «Ιουλιανά». Ο δημιουργικός πολιτικός και πολιτιστικός αναβρασμός του αθηναϊκού εκείνου καλοκαιριού με συνεπήρε κι ήταν το πιο επιδραστικό εσωτερικό φορτίο που πήρα μαζί μου στην Ιταλία τον επόμενο χρόνο που πήγα να σπουδάσω. Εκεί «με βρήκε» η Δικτατορία των συνταγματαρχών. Αφήνοντας στην άκρη τη συμμετοχή μου στον αντιδικτατορικό αγώνα όπως εξελίχθηκε στο εξωτερικό τα χρόνια εκείνα, την απομόνωση από την πατρίδα, τις δυσκολίες οικονομικής επιβίωσης και σπουδών, το γεγονός είναι ότι ξαφνικά και σε ώρες μοναξιάς, κρατούσα κάποιες σημειώσεις εσωτερικής ανησυχίας και αναστοχασμού που εξελίχθηκαν σε ποιήματα. Ήμουν 22 χρονών κι έτσι ξεκίνησα να γράφω ποίηση. Τα πρώτα εκείνα ποιήματα μεταφράστηκαν στα ιταλικά από μια Ιταλίδα φοιτήτρια της φιλολογίας και εστάλησαν σε έναν διαγωνισμό ποίησης όπου κατά σύμπτωση διακρίθηκαν. Αυτή ήταν η αίτια να στείλω τα ποιήματά μου στον «Κέδρο» με την αμυδρή ελπίδα δημοσίευσής τους. Τότε συνέβη το ανέλπιστο, μετά δυο μήνες μου απάντησε η Νανά Καλιανέση, ιδιοκτήτρια του «Κέδρου», γράφοντάς μου ότι τα ποιήματά εγκρίθηκαν από τον «αναγνώστη» του εκδοτικού οίκου και πρόκειται να εκδοθούν. Έτσι η πρώτη ποιητική μου συλλογή κυκλοφόρησε το 1973 από τον «Κέδρο» με τον τίτλο Ποιήματα εκ προμελέτης ενώ βρισκόμουν στο εξωτερικό.
Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα γνώρισα την Καλιανέση, τον Γιάννη Ρίτσο που έμαθα ότι ήταν ο αναγνώστης-σύμβουλος των εκδόσεων ποίησης του «Κέδρου» και τον κύκλο συγγραφέων και διανοουμένων που σύχναζε στα γραφεία που τότε ήταν στη στοά Πανεπιστημίου και Χαριλάου Τρικούπη. Στο βιβλιοπωλείο που είχε με τον Θανάση Νιάρχο Σόλωνος και Ομήρου γνώρισα τον Γιάννη Κοντό, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο ενημερωμένους στη μικρή τότε κεντρική ομάδα των νέων ποιητών. Μετά ήταν θέμα χρόνου να συναντήσω τους πιο πολλούς ποιητές, τους Γιάννη Βαρβέρη, Χριστόφορο Λιοντάκη, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Μαρκόπουλο, Νάσο Βαγενά, Πανό Καπώνη, Μιχάλη Μήτρα και Νατάσσα Χατζιδάκι, Βερονίκη Δαλακούρα, Άντεια Φραντζή, Μαρία Λαϊνά, Αντώνη Φωστιέρη, Γιώργο Καραβασίλη, Μανόλη Πρατικάκη, Νίκο Λάζαρη, Αναστάση Βιστωνίτη, Ντίνο Σιώτη, Αργύρη Χιόνη, Γιώργο Βέη, Μιχάλη Γκανά κ.ά., να διαβάσω τα ποιήματά τους και να απαγγείλω μαζί με πολλούς από αυτούς στις «Βραδιές Ποίησης» που είχαν καθιερωθεί από πολιτιστικούς συλλόγους, κυρίως στην Αθήνα αλλά και στην επαρχία.
Η νέα ποίηση συνοδεύτηκε από πλήθος λογοτεχνικών περιοδικών που κυκλοφόρησαν τότε, περιοδικών με αξιώσεις που σφράγισαν τη λογοτεχνία της εποχής. Το Δένδρο του Κώστα Μαυρουδή και Τάσου Γουδελη αργότερα , το οποίο κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Η Λέξη των Αντώνη Φωστιερη και Θανάση Νιάρχου. Το περιοδικό Διαβάζω του Περικλή Αθανασόπουλου, τα πρώιμα Η νέα ποίηση του Φωστιέρη, το Χνάρι του Παγουλάτου και το περιπετειώδες Τραμ του Καλοκύρη, το Πλανόδιον του Πατίλη, η Οδός Πανός του Χρονά, τα Γράμματα και Τέχνες των Παπαγεωργίου και Ζήρα κι άλλα της Αθήνας, το Εντευκτήριο του Κορδομενίδη στη Θεσσαλονίκη και κάποια σπουδαία της περιφέρειας όπως ο Πόρφυρας στην Κέρκυρα των Παγκράτη και Κονιδάρη, το Εμβόλιμον του Θεοχάρη στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας.
Στο τέλος της δεκαετίας του ’70 βρέθηκα να εργάζομαι στο καλλιτεχνικό κέντρο «Ώρα» του Ασαντούρ Μπαχαριάν, αντικατέστησα τον Μιχάλη Μήτρα που έφυγε για το Λονδίνο. Διηύθυνα τον ετήσιο τόμο Χρονικό που ήταν ο καθρέφτης των πολιτιστικών δραστηριοτήτων της χρονιάς με ταυτόχρονη κριτική αποτίμηση και παρουσιάσεις των καινούργιων προτάσεων στο χώρο της τέχνης.
Στην «Ώρα» που ήταν σημείο συνάντησης εικαστικών, συγγραφέων, ποιητών, μουσικών, υπήρχε ένας οργασμός εκθέσεων, ποιητικών και μουσικών παρουσιάσεων νέων καλλιτεχνών. Ο θεσμός ονομάστηκε «Εβδομάδες Νέων Δημιουργών», εκεί πρωτοπαρουσιάστηκαν πολλοί από τους ποιητές της «γενιάς του ʼ70». Στην «Ώρα» έγιναν και οι συναντήσεις για την ίδρυση της Εταιρείας Συγγραφέων, με το Αλέξανδρο Κοτζιά, τον Αργυρίου, τον Γιάννη Κοντό, την Μαστοράκη κ.ά. Την ίδια περίοδο εκδόθηκαν και οι πρώτες ανθολογίες. Εκείνη του Αλέξη Ζήρα, που ήταν κι ο πρώτος κριτικός αποτιμητής της γενιάς (Ανθολογία Νεότερης Ελληνικής Ποίησης, εκδ. Γραφή 1979), όπως επίσης την ίδια περίοδο και η ανθολογία Γενιά του ʼ70 του Γιώργου Παναγιώτου, εκδ. Σίσυφος 1979. Αργότερα κυκλοφόρησε η ανθολογία Γενιά του ʼ70 (εκδ. Όμβρος 2001) του Δημήτρη Αλεξίου, η οποία συμπεριλάμβανε κι αποσπάσματα από κριτικές αποτιμήσεις των ποιητών. Οι εκδόσεις αυτές όπως και κρατικά βραβεία ή βραβεία περιοδικών όπως καθιερώθηκαν, μονογραφίες-άρθρα των Θεοδόση Πυλαρινού, Ευριπίδη Γαραντούδη, Τιτίκας Δημητρούλια, Κώστα Παπαγεωργίου κ.ά., βιβλία και περιοδικά κριτικών παρουσιάσεων της γενιάς ή αφιερωμάτων όπως –πολύ αργότερα– της Νέας Εστίας (τχ. 1875, Δεκ. 2017), εμπέδωσαν τη θέση της γενιάς στη σύγχρονη ελληνική γραμματεία.
Όσον αφορά τις τάσεις κι επιρροές που δέχτηκαν οι ποιητές αυτοί από παλαιότερα κινήματα και ομότεχνους, αναγνωρίζεται ότι τόσο η beat generation έχει μια επίδραση σε ένα μέρος από αυτούς, όσο και κατά κύριο λόγο η ποίηση των Καβάφη, Σεφέρη, Σινόπουλου και επίσης του Ρίτσου και του Λειβαδίτη. Επισημάνθηκε επίσης μια απελευθερωμένη χρήση της γλώσσας κι όσον αφορά τη μορφή, μια ευρύτατη γκάμα που ξεκινάει από το πεζόμορφο ποίημα και καταλήγει στον ομοιοκατάληκτο στίχο.
Τα θέματα που απασχολούν τους ποιητές της γενιάς του ’70 είναι στα πρώτα χρόνια θέματα πολιτικής και κοινωνικής αμφισβήτησης, αποτέλεσμα της επιβολής της στρατιωτικής χούντας του ’67 κι ένας διάχυτος αντικομφορμισμός που κινήθηκε παράλληλα με τον Μάη του ’68. Μετά τη μεταπολίτευση, το πέρασμα του χρόνου και της ηλικίας, παρατηρείται μια οπισθοχώρηση των πολιτικών κοινωνικών θεμάτων υπέρ του υπαρξιακού προβληματισμού και μάλλον μιας ατομικής κατήφειας που χαρακτηρίζει τους περισσότερους.
Θα λέγαμε πάντως ότι η αρχική συνάφεια στον τρόπο του «ποιείν» των ποιητών της γενιάς, με τα χρόνια αποκλίνει και λαμβάνει δρόμους μοναχικούς, εξακολουθώντας πάντως μέχρι σήμερα να δημιουργεί νέες προτάσεις.
Ένα επίσης χαρακτηριστικό της «γενιάς» είναι ότι ήταν ανοιχτή στον διάλογο με παλαιοτέρους και νεότερους ποιητές, πράγμα που στο παρελθόν θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό αδύνατο χάρις σε μια υπεροπτική νοοτροπία (πλην εξαιρέσεων) που χαρακτήριζε τους ποιητές της Γενιάς του ʼ30.
Κλείνοντας αυτή τη μικρή αναφορά στην ποιητική γενιά του ’70 θα ήθελα να σημειώσω ότι παρατηρώντας κανείς την αντίστοιχη ποιητική δημιουργία στις χώρες της Ευρώπης την ίδια εποχή, αλλά και στις ΗΠΑ, εύκολα συμπεραίνει ότι η παραγωγή και η ποιότητα των ποιητών του ’70 δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από εκείνη των άλλων χωρών.
Παρ’ όλη την ευκολότερη μετάφραση και διάδοση της ελληνικής ποίησης των ημερών μας, η ωραία και ιστορική μας γλώσσα παραμένει πάντα το πρώτο εμπόδιο για την προσέγγισή της από το ξένο κοινό. Κι αυτό αν ξεχάσουμε για λίγο το βασικό και ουσιαστικότερο πρόβλημα της κάθε ποίησης που είναι «το αμετάφραστόν» της.
