Χριστίνα Μαλλιαροπούλου

Σημειώσεις στο τετρ(άδειο): Μετρώντας τα κενά της παρεχόμενης εκπαίδευσης

«Ἐκ τε τῆς ἐμποδὼν παιδείας ταραχώδης ἡ σκέψις»

Μελετούσα σχεδόν μηχανικά το συγκεκριμένο αριστοτελικό απόσπασμα, καθ’ όλη τη διάρκεια της περυσινής προετοιμασίας μου για τις Πανελλαδικές εξετάσεις. Αν, λοιπόν, ο Αριστοτέλης ήδη τον 4ο αι. π.Χ. θεωρούσε την επικρατούσα εκπαίδευση ως πηγή σύγχυσης για τη σκέψη, ούτε που τολμώ να σκεφτώ τι θα έλεγε εξετάζοντας τη σημερινή πραγματικότητα στα ελληνικά σχολεία –μια πραγματικότητα που οδηγεί τη φράση του στην απόλυτη κυριολεξία της, μετατρέποντας την «ἐμποδὼν παιδεία» σε παιδεία μετ’ εμποδίων. Ως απόφοιτος πλέον, δεν επιδιώκω απλώς να επισημάνω τις παθογένειες του εκπαιδευτικού μας συστήματος, αλλά και να καταθέσω στοχευμένες προτάσεις για την υπερπήδηση τους.

Η στρέβλωση της στοχοθεσίας

Απώτερος στόχος της εκπαίδευσης είναι να οδηγήσει τον άνθρωπο προς ένα ανώτερο γνωστικό, αλλά πρωτίστως πνευματικό και ηθικό επίπεδο. Για να είμαστε ακριβείς, αυτός θα έπρεπε να είναι ο στόχος, καθώς, όπως δείχνει η δική μου εμπειρία και χιλιάδων ακόμη συμμαθητών μου, συμβαίνει μάλλον το ανάποδο. Συνεπώς, η βασική στρέβλωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αφορά τη στοχοθεσία του: αυτή εξαντλείται στην εισαγωγή στο πανεπιστήμιο –στην εισαγωγή και μόνο– χωρίς την παροχή των απαραιτήτων εφοδίων για την φοίτηση σε αυτό.

 Στην Ελλάδα μία είναι η επικρατούσα αντίληψη: Όλοι μας πρέπει να λάβουμε απολυτήριο λυκείου, να δώσουμε πανελλαδικές και να εισαχθούμε σε κάποια σχολή, ακόμη και αν… δεν γνωρίζουμε τα βασικά. Και το εννοώ λέγοντας τα βασικά, όπως την ανάγνωση και κατανόηση γραπτού λόγου. Έτσι, ένα σημαντικό ποσοστό των μαθητών που αποφοιτούν παραμένει λειτουργικά αναλφάβητο, κρατώντας παράλληλα στα χέρια του έναν τίτλο σπουδών που έχει χάσει άρδην την αξιοπιστία του. Αν το δούμε ψυχρά, το απολυτήριο έχει εκπέσει σε έναν μηχανισμό συγκάλυψης των ανεπαρκειών του συστήματος και των ολέθριων συνεπειών τους στους μαθητές.

Είναι, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη να υπάρξει μια ριζική αλλαγή στη νοοτροπία μας, να επαναπροσδιοριστεί ο σκοπός της εκπαίδευσης και να εισαχθεί το στοιχείο της αντικειμενικότητας στην αξιολόγηση των μαθητών και μετέπειτα φοιτητών.

Η ανάγκη για πολυδιάστατη μάθηση

 Κάθε αυθεντική εκπαιδευτική πορεία είναι άνοδος, και κάθε άνοδος εμπεριέχει δυσκολίες. Στην ελληνική πραγματικότητα ισχύει το εξής παράδοξο: οι εποικοδομητικές δυσκολίες μεταμορφώνονται σε τεχνητά εμπόδια που θέτει το ίδιο το σύστημα. Ως πρώτο ανάχωμα στο κοπιώδες ταξίδι του προς τη γνώση, ο μαθητής συναντά το περιεχόμενο της διδακτέας ύλης, η οποία, εκτός από υπέρογκη, καταλήγει να είναι απελπιστικά μονοδιάστατη.

Ακόμη και η πληθώρα των γνωστικών αντικειμένων που φαινομενικά καθιστά τη μάθηση πολυδιάστατη λειτουργεί στην πραγματικότητα επιβαρυντικά, διχοτομώντας τη γνώση και κατακερματίζοντας την εικόνα του κόσμου αντί να τη συνθέτει ως ολότητα. Το αληθινό, όμως, παιδευτικό αγαθό οφείλει να προσφέρει ενότητα στον κόσμο και ένα σταθερό κριτήριο στη σκέψη. Όταν αυτό απουσιάζει, η διάκριση ανάμεσα στο ορθό και το λάθος δυσκολεύει. Μια απόλυτη σύγχυση θολώνει την κρίση μας, με αποτέλεσμα να βαφτίζεται αυθαίρετα «καλό» ό,τι προσλαμβάνει η ατομικότητά μας ως τέτοιο σε βάρος της συλλογικότητας.

 Σε μια ολοκληρωμένη εκπαίδευση οφείλουν να συνυπάρχουν αρμονικά τρεις διαστάσεις: η γνωσιοκεντρική, η ωφελιμιστική (πρακτική) και η ηθοπλαστική –όλες απολύτως αναγκαίες για τη σφυρηλάτηση μιας συγκροτημένης προσωπικότητας. Σήμερα, η ισορροπία αυτή θυσιάζεται στον βωμό των εξετάσεων (και της προαναφερθείσας εμμονής με την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο). Οι μαθητές αποφοιτούν χωρίς να έχουν διαμορφώσει έναν ακλόνητο κώδικα αξιών, αλλά και χωρίς να έχουν αποκτήσει γνώσεις χρήσιμες για την καθημερινή ζωή.

Για την αποκατάσταση αυτής της ισορροπίας απαιτείται μια αποφασιστική στροφή της εκπαίδευσης προς την καλλιέργεια του ήθους και των πρακτικών δεξιοτήτων. Αυτό δεν θα επιτευχθεί με την προσθήκη επιπλέον διδακτικών ωρών στο ήδη υπερφορτωμένο ωρολόγιο πρόγραμμα, αλλά με την αναδιάρθρωση της ισχύουσας ύλης, ώστε να δοθεί ζωτικός χώρος σε αντικείμενα που καλλιεργούν τη συναισθηματική νοημοσύνη και την ενσυναίσθηση μέσω του ουσιαστικού διαλόγου και της ομαδικής εργασίας –στοιχεία που συνειδητοποιώ ότι στερηθήκαμε στη δική μας εκπαιδευτική διαδρομή. Ακόμη, θεωρώ πως έχουμε ανάγκη βιωματικά εργαστήρια, τα οποία θα μας προετοιμάζουν για την «μετά σχολείον» ζωή, οικοδομώντας πρακτικές δεξιότητες. Οι δεξιότητες αυτές μπορεί να αφορούν την πρόληψη της υγείας και τη διαχείριση της καθημερινότητας και των υποχρεώσεων της ενήλικης ζωής. Κυρίως, όμως, χρειαζόμαστε Πολιτειακή και Θεσμική Αγωγή, δηλαδή κατανόηση των βασικών εργασιακών και συνταγματικών δικαιωμάτων και αρχών, καθώς και των υποχρεώσεων απέναντι στο κράτος και το κοινωνικό σύνολο. Αυτό θα μπορούσε να υλοποιηθεί μέσα από προσομοιώσεις, όπως συγκρότηση μαθητικών συμβουλίων με ουσιαστικό ρόλο, και παρουσιάσεις που θα μας διδάσκουν στην πράξη τι σημαίνει υπεύθυνος πολίτης και πως λειτουργεί ένα υγιές δημοκρατικό πολίτευμα.

Από τη στείρα απομνημόνευση στην κριτική σκέψη

Η στρέβλωση, όμως, δεν σταματά εκεί. Αν το γνωστικό αντικείμενο αφορά το «μανθάνειν τι», η διδακτική μέθοδος ορίζει το «πῶς μανθάνειν», δηλαδή τον τρόπο παροχής και κατ’ επέκταση επεξεργασίας και αφομοίωσης της γνώσης. Η τραγωδία της ελληνικής εκπαίδευσης συνίσταται στο ότι λειτουργεί ως τροχοπέδη και στα δύο. Αντί να καλλιεργείται η κριτική σκέψη, εξοστρακίζεται βίαια, ώστε η θέση της να καταληφθεί από τη στείρα απομνημόνευση και τον κίνδυνο χειραγώγησης. Η εκπαιδευτική διαδικασία μετατρέπεται σε θεραπαινίδα του εξετασιοκεντρικού χαρακτήρα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η «παπαγαλία» αναδεικνύεται σε ύψιστη αρετή –μάστιγα για τους πολλούς και εισιτήριο επιτυχίας για τους λίγους «αρίστους». Το σχολείο παύει να λειτουργεί ως λίκνο ελεύθερων και σκεπτόμενων ανθρώπων. Διαμορφώνει παθητικούς δέκτες, ανίκανους να αμφισβητήσουν και να επεξεργαστούν κριτικά τις πληροφορίες που δέχονται. Η απουσία ουσιαστικής παιδείας δεν πλήττει μόνο το άτομο, αλλά φαλκιδεύει την ίδια τη δημοκρατία, καθώς η κοινωνία στερείται ενεργών πολιτών με ορθοκρισία και ελεύθερη βούληση.

Προκειμένου να αναστραφεί αυτή η νοσηρή πραγματικότητα χρειάζεται να μετατοπιστεί το ενδιαφέρον από τη βαθμοθηρία και την απομνημόνευση εγκυκλοπαιδικών γνώσεων στη βιωματική μάθηση και τη συνθετική σκέψη. Το ζητούμενο δεν είναι ο έλεγχος της σκέψης του μαθητή, αλλά η εμφύσηση ενός ελεύθερου, συγκροτημένου και κριτικού τρόπου σκέψης. 

Επιστρέφοντας στον Αριστοτέλη, η παιδεία «ἐμποδὼν» –με τη μία ή την άλλη της σημασία– δεν πρέπει να αποτελεί παγιωμένη συνθήκη του ελληνικού σχολείου. Η αναίρεση της ισχύουσας κατάστασης δεν θα συντελεστεί με τη διαρκή επίκληση αορίστων «μεταρρυθμίσεων» -μιας λέξης η οποία χρησιμοποιείται κατά κόρον στον δημόσιο διάλογο και δη στη δημοσιογραφική ρητορική, χωρίς να δηλώνει με σαφήνεια το πρόσημο των σχεδιαζόμενων μεταβολών, επιτρέποντας στον καθένα να φαντασιώνεται αλλαγές προς όφελός του. Η αναδιοργάνωση στην παιδεία δεν μπορεί να στηρίζεται σε σαθρές υποσχέσεις και επικοινωνιακά τεχνάσματα. Απαιτούνται μεταρρυθμίσεις οι οποίες διαθέτουν εναργώς θετικό πρόσημο για ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα. Μόνο τότε οι αλλαγές δεν θα αποτελούν φενάκη προόδου, αλλά ουσιαστική εξυγίανση και θεραπεία των παθογενειών του συστήματος. Τότε δεν θα μετράμε άλλα κενά στο τετράδιο.

⸙⸙⸙

[Η Χριστίνα Μαλλιαροπούλου είναι από φέτος φοιτήτρια στη Νομική Σχολή Αθηνών.]

Κύλιση στην κορυφή