Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκης

Βαγγέλης Κούμπουλης

Σκόρπια σχόλια πάνω στο έργο του Ουελμπέκ

Ξεκαθαρίζω από την αρχή τις προθέσεις μου. Είμαι σκληρός φαν του Ουελμπέκ. Τον θεωρώ ως τον πλέον σημαντικό συγγραφέα της Ευρώπης και του δυτικού κόσμου γενικότερα ενώ ο κεντρικός προβληματισμός που διατρέχει το σύνολο του έργου του, ένας προβληματισμός αληθινά σπαρακτικός και ταυτόχρονα γεμάτος τρυφερότητα: ο άνθρωπος στο δυτικό κόσμο, όχι μόνο δεν έχει κανένα σημείο αναφοράς ως ακλόνητη σταθερά αλλά —το κυριότερο— είναι ανήμπορος να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Ἀναμφισβήτητα, συλλογιζόμουν, στὶς κοινωνίες μας τὸ σὲξ ἀντιπροσωπεύει οὔτε λίγο οὔτε πολὺ ἕνα σύστημα διαφοροποίησης, τοὐλάχιστον ἐξίσου ἀδυσώπητο. Τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν τῶν δύο συστημάτων εἶναι ἄλλωστε αὐστηρὰ ἰσοδύναμα. Ὅμοια μὲ τὸν ἄκρατο οἰκονομικὸ φιλελευθερισμὸ καὶ γιὰ ἀνάλογες αἰτίες, ὁ σεξουαλικὸς φιλελευθερισμὸς παράγει φαινόμενα ἀπόλυτης φτώχιας. Ὁρισμένοι κάνουν ἔρωτα κάθε μέρα, ἄλλοι πέντε-ἕξι φορὲς σ’ ὅλη τους τὴ ζωή, ἡ καὶ ποτέ. Κάποιοι κάνουν ἔρωτα μέ δεκάδες γυναῖκες, ἄλλοι μέ καμία. Εἶναι αὐτό πού ἀποκαλεῖται ὁ “νόμος τῆς ἀγορᾶς”. Σ’ ἕνα οἰκονομικό σύστημα ὅπου ἀπαγορεύονται οἱ ἀπολύσεις, καθένας καταφέρνει λίγο-πολύ νὰ βρεῖ μιά θέση. Σ’ ἕνα σεξουαλικό σύστημα ὅπου ἀπαγορεύεται ή μοιχεία, καθένας καταφέρνει λίγο-πολύ νά βρεῖ ἕναν σύντροφο γιά τό κρεβάτι του. Στό ἀπόλυτα φιλελεύθερο οἰκονομικό σύστημα, ὁρισμένοι συσσωρεύουν τεράστιες περιουσίες· ἄλλοι βυθίζονται στήν ἀνεργία καί στήν ἀθλιότητα. Στό ἀπόλυτα φιλελεύθερο σεξουαλικό σύστημα, ὁρισμένοι ζοῦν μιά συναρπαστική έρωτική ζωή γεμάτη ποικιλία· ἄλλοι περιορίζονται στόν αὐνανισμό καί στή μοναξιά. Ὁ οἰκονομικός φιλελευθερισμός εἶναι ἡ ἐπέκταση τοῦ πεδίου τῆς πάλης, ἡ ἐπέκτασή του σέ ὅλες τίς ἡλικίες καί σέ ὅλες τίς κοινωνικές τάξεις. Παρόμοια, ὁ σεξουαλικός φιλελευθερισμός εἶναι ἡ ἐπέκταση τοῦ πεδίου τῆς πάλης, ἡ ἐπέκτασή του σέ ὅλες τίς ἡλικίες καί σέ ὅλες τίς κοινωνικές τάξεις. Στό οἰκονομικό ἐπίπεδο, ὁ Ραφαέλ Τισεράν ἀνήκει στό στρατόπεδο τῶν νικητῶν. Στό σεξουαλικό ἐπίπεδο, σ’ ἐκεῖνο τῶν ἡττημένων. Μερικοί κερδίζουν καί στα δύο ταμπλό· κι ἄλλοι πάλι χάνουν καί στά δύο. Οἱ ἐπιχειρήσεις διεκδικοῦν κάποιους νέους, ἀπόφοιτους πανεπιστημίων. Οἱ γυναῖκες διεκδικούν κάποιους νέους ἄντρες. Οἱ ἄντρες διεκδικούν κάποιες νέες γυναῖκες· ἡ νευρικότητα καί ἡ ταραχή εἶναι ἔντονες.

(Μισέλ Ουελμπέκ, Η επέκταση του πεδίου της πάλης, Εστία, 1999, σ. 127-128)

Δεδομένου ότι αυτοπροσδιοριζόμαι ως «συντηρητικός φιλελεύθερος / φιλελεύθερος συντηρητικός», πράγμα που θα πει πως αντιμετωπίζω εκλεκτικιστικά τις δυο αυτές κοσμοθεωρίες, δύσκολα θα μπορούσα να διαφωνήσω με τη γενική ιδέα που αναπτύσσει στο πρώτο του βιβλίο ο maître. Αλλού, πάλι, γίνεται ακόμη πιο προκλητικός, όταν υποστηρίζει πως σχετικά με τον σαρκικό έρωτα, δεν έτρεφα καμία ψευδαίσθηση. Νιάτα, ομορφιά, δύναμη: τα κριτήρια του σαρκικού έρωτα είναι ακριβώς ίδια με του ναζισμού. Την είχα βάψει, με λίγα λόγια.

(Μισέλ Ουελμπέκ, Η δυνατότητα ενός νησιού, Εστία, 2007, σ. 71).

Από την άλλη, οι ήρωες των βιβλίων του Ουελμπέκ, έχουν όλοι, μα όλοι, το ίδιο κοινό χαρακτηριστικό. Δεν βρίσκονται στην πρώτη νεότητα πια, συνήθως είναι μεγαλύτεροι των 35, κι ανήκουν σε εκείνη την ηλικιακή ομάδα που έχουμε ξεχάσει ή θελουμε να ξεχάσουμε να αποκαλούμε «μεσήλικες». Ως προς το τελευταίο, έχω να αναφερθώ στην προσωπική μου εμπειρία. Κλείνοντας τον Νοέμβριο που μας πέρασε τα 44 μου, και με δεδομένο ότι το προσδόκιμο ζωής είναι λίγο παραπάνω από το 80, τί άλλο είμαι παρά «μεσήλικας». Κι όμως· οι συνομήλικοί μου, αντιδρούν αν όχι με φρίκη, τουλάχιστον με έκπληξη, όταν το επισημαίνω. σχεδόν τα πάντα, είπα για να καταλήξω· δεν ένιωθα μέσα μου πλέον την παραμικρή φιλοδοξία, καμία λύσσα να νικήσω ή κάτι τέτοιου τύπου, είχα την εντύπωση ότι αυτή φορά ήμουν πραγματικά κουρασμένος, (Μισέλ Ουελμπέκ, Η δυνατότητα ενός νησιού, Εστία, 2007, σ. 172) μάς λέει ο Ντάνιελ και μαζί του όλοι οι ήρωες του Ουελμπέκ που έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για τη ζωή, εφόσον αυτή δεν έχει ένα νόημα που να μπορεί να τους στηρίξει, ένα νόημα που —θα μπορούσε— να έχει το χαρακτήρα μιας «μεταφυσικής», τρόπον τινά, σταθεράς.

Κάπου εδώ κουμπώνει και κάτι που είχε πει ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος σε κάποια ομιλία του:

Ζούμε σε μια εποχή που η Οντολογία έχει καταρρεύσει και στη θέση της έχει μπει η Ψυχολογία· δεν είναι “τι-είναι-τα-όντα;” αλλά “πώς-αισθάνομαι-εγώ;”. Και η Ηθική, αν μιλάμε για Ηθική, έχει από πίσω της μία Οντολογία, διαφορετικά μιλάμε για μια Ηθική του Γούστου, η οποία παράγεται από την Ψυχολογία: “έτσι-είναι-επειδή-έτσι-μου-αρέσει”.

Αυτός ο υποκειμενισμός, αυτός ο πέραν των ορίων σχετικισμός —που τόσο έντονα θυμίζει τις τελευταίες μέρες της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας— είναι που ενοχλεί τον Ουελμπέκ και που τον θεωρεί πηγή δυστυχίας του ανθρώπου, αιτία της ανημπόριας, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω και η οποία καθιστά τον άνθρωπο ανίκανο να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Όλοκληρη η Σεροτονίνη του είναι βασισμένη σε αυτή την ιδέα: ο κεντρικός ήρωας, παραζαλισμένος από τις ταχύτητες και τις απαιτήσεις του μετανεωτερικού πολιτισμού, «χάνει» την αγάπη και ταυτόχρονα τη διάθεση για ζωή. Λίγοι μπορούν να καυχηθούν ότι δεν έχουν βρεθεί ή δεν βρίσκονται σε αυτή τη συνθήκη. Απλώς συνεχίζουμε να επιβιώνουμε, χωρίς όμως αληθινό ενδιαφέρον για τίποτα.

Ακόμη, ο τρόπος που ο πολιτισμός μας αντιμετωπίζει τα γηρατειά -κατάρα και ταυτόχρονα «ταμπού»- είναι κάτι που απασχολεί ολοένα και περισσότερο, πράγμα λογικό βεβαίως, τον Γάλλο συγγραφέα.

Στίς 20 Μαρτίου, ἄνοιξε στό Παρίσι τό πρῶτο κλάμπ Βιτάτόπ πού ἔμελλε νά διαδραματίσει ρόλο πρωτοπόρου στον τομέα τῆς φυσικῆς ὀμορφιᾶς καί τῆς λατρείας τοῦ σώματος. Στίς 5 Ἰουλίου, ψηφίστηκε ὁ νόμος γιά τήν ἐνηλικίωση στά 18, στίς 11 τοῦ ἴδιου μήνα ὁ νόμος γιά τό συναινετικό διαζύγιο, ἐνῶ καί ἡ μοιχεία καταργήθηκε ἀπό τόν Ποινικό Κώδικα. Τέλος, στίς 28 Νοεμβρίου, καί χάρη στην ὑποστήριξη τῆς ἀριστερᾶς, υἱοθετήθηκε ὁ νόμος Βέιγ πού ἐπέτρεπε τήν ἄμβλωση, ὕστερα ἀπό μιά θυελλώδη συζήτηση πού χαρακτηρίστηκε «ιστορική» ἀπό τούς περισσότερους σχολιαστές. Πράγματι, ἡ χριστιανική ἀνθρωπολογία, πού γιά μεγάλο διάστημα ὑπῆρξε πλειοψηφικό ρεῦμα στίς δυτικές χῶρες, ἀπέδιδε ἀπεριόριστη σημασία σέ κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ἀπό τή σύλληψη μέχρι τό θάνατο. Αὐτή ἡ σημασία πρέπει νά συσχετίζεται μέ τό γεγονός πώς οἱ χριστιανοί πίστευαν στήν ὕπαρξη, στό ἐσωτερικό τοῦ ἀνθρώπινου σώματος, μιᾶς ψυχῆς — ψυχῆς ἀθάνατης καί προορισμένης νά συνδεθεῖ ἐντέλει μέ τόν Θεό. Ὑπό τήν ἐπήρεια τῆς προόδου στή βιολογία ἔμελλε ν᾿ ἀναπτυχθεῖ λίγο-λίγο, τόν 19ο καί τόν 20ό αιώνα, μιά ὑλιστική ἀνθρωπολογία, ριζικά διαφορετική στίς παραδοχές της καί πολύ πιό μετριοπαθής στίς ἠθικές ἐπιταγές της. Ἀπό τή μιά τό ἔμβρυο, μικρή κυτταρική μάζα σέ κατάσταση προοδευτικῆς διαφοροποίησης, δέν θεωρεῖτο αὐτόνομη ἀτομική ὕπαρξη παρά μονάχα μέ τήν προϋπόθεση ὅτι συγκεντρώνει κάποια κοινωνική συναίνεση (ἀπουσία ἀναπηρικοῦ γενετικοῦ ἐλαττώματος, συμφωνία τῶν γονέων). Ἀπό τήν ἄλλη, ὁ ἡλικιωμένος, ἕνας σωρός ἀπό ὄργανα σέ συνεχῆ κατάρρευση, δέν μποροῦσε στήν πραγματικότητα να διεκδικήσει τό δικαίωμά του στήν ἐπιβίωση παρά μονάχα μέ τήν προϋπόθεση ἑνός επαρκούς συντονισμοῦ τῶν ὀργανικών του λειτουργιῶν — ὅπου εἰσάγεται ἡ ἔννοια της ἀνθρώπινης άξιοπρέπειας. Τὰ ἠθικά, λοιπόν, προβλήματα που τίθενται από τις ἀκραῖες ἡλικίες τῆς ζωῆς (πρῶτα ή έκτρωση, ἀργότερα μερικές δεκαετίες μετά, ἡ εὐθανασία) ἔμελλαν ἤδη ἀπό τότε ν᾿ ἀποτελέσουν ἀξεπέραστους ἀντιθετικούς παράγοντες ἀνάμεσα σε δύο ὁράματα τοῦ κόσμου, δύο ἀνθρωπολογίες κατά βάθος ριζικά ἀνταγωνιστικές.

Ὁ θεωρητικός ἀγνωστικισμός τῆς γαλλικῆς δημοκρατίας ἐπέπρωτο νά διευκολύνει τόν ὑποκριτικό, προοδευτικό, ἀκόμη καί ἐλαφρῶς ὕπουλο θρίαμβο τῆς ὑλιστικῆς ἀνθρωπολογίας. Ἂν καί δέν τά ἐπικαλοῦνταν ἀνοιχτά, τά προβλήματα τῆς ἀξίας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἐξακολούθησαν να κυριαρχοῦν στίς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων. Καί μποροῦμε ἀναμφίβολα νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι συνέβαλαν ἐν μέρει, στή διάρκεια τῶν τελευταίων δεκαετιῶν τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, στή διαμόρφωση ἑνός γενικά καταθλιπτικοῦ ἄν ὄχι μαζοχιστικοῦ κλίματος.

(Μισέλ Ουελμπέκ, Τα Στοιχειώδη Σωματίδια, Εστία, 2007, σ. 97-98).

Μέσα σε λίγες γραμμές ο Ουελμπέκ, στο, κατά γενική αποδοχή, καλύτερο έργο του, θέτει τον πυρήνα του προβλήματος, κάνοντας μια ιστορική αναδρομή της νίκης της «υλιστικής ανθρωπολογίας», όπως τη χαρακτηρίζει, τουλάχιστον στη Γαλλία. Με δυο λόγια, τα γηρατειά είναι ανυπόφορα, ακριβώς επειδή πλέον η κοινωνία τα αντιμετωπίζει ως τέτοια, ανεξάρτητα από τα εγγενή προβλήματα που φέρνει το γήρας, που οὐ γάρ ἔρχεται μόνον.

Αυτή τελικά είναι η γεύση που μένει. Η πικρία.

Ἄν τό δοῦμε πιό γενικά, ὅλοι μας ὑποκείμεθα στά γηρατειά καί στό θάνατο. Ἐτούτη ἡ ἔννοια τῶν γηρατειῶν καί τοῦ θανάτου εἶναι ἀνυπόφορη γιά τόν ἄνθρωπο. Στόν πολιτισμό μας, κυρίαρχη καί ἀδιαφιλονίκητη, ἀναπτύσσεται, πληροῖ προοδευτικά τό πεδίο τῆς συνείδησης, δέν ἐπιτρέπει σέ τίποτε ἄλλο νά ἐπιζήσει. Ἔτσι, λίγο-λίγο, ἐπικρατεῖ ἡ βεβαιότητα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ κόσμου. Ἀκόμη κι ὁ ἴδιος ὁ ἐρωτικός πόθος ἐξαφανίζεται· δέν ἀπομένει παρά μονάχα ἡ πικρία, ἡ ζήλια καί ὁ φόβος. Πάνω ἀπ’ ὅλα, μένει ἡ πικρία· μιά ἀπέραντη, ἀσύλληπτη πικρία. Κανένας πολιτισμός, καμιά ἐποχή, δέν μπόρεσαν νά ἐμποτίσουν τούς ἀνθρώπους μέ τόση ποσότητα πικρίας. Ἀπό αὐτή τήν ἄποψη, ζοῦμε καιρούς χωρίς προηγούμενο. Ἄν ἔπρεπε νά συνοψίσω τή σύγχρονη νοητική κατάσταση μέ μιά λέξη, εἶναι αὐτή πού χωρίς κανένα δισταγμό θά διάλεγα: ἡ πικρία.

(Μισέλ Ουελμπέκ, Η επέκταση του πεδίου της πάλης, Εστία, 1999, σ. 191.)

«Δέν χρησιμεύω πουθενά», εἶπε ὁ Μπρυνό παραιτημένα. «Εἶμαι ἀνίκανος νά ἐκθρέψω γουρούνια. Δέν ἔχω ἰδέα γιά τό πῶς φτιάχνονται τά λουκάνικα, τά πιρούνια ἤ τά κινητά τηλέφωνα. Εἶμαι ἀνίκανος νά παράγω ὅλα αὐτά τά ἀντικείμενα πού μέ περιβάλλουν, πού τά χρησιμοποιῶ ἡ πού τά τρώω μέ βουλιμία· δέν εἶμαι κάν σε θέση νά κατανοήσω τή διαδικασία παραγωγῆς τους. Ἂν γιά κάποιο λόγο ή βιομηχανία κατέρρεε, ἄν οἱ μηχανικοί καί οἱ εἰδι- κευμένοι τεχνικοί ἐξαφανίζονταν, θά ἤμουν ἐντελῶς ἀνίκανος νά ξαναβάλω μπρός τό σύστημα. Ὄντας ἔξω ἀπό τό οἰκονομικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, δέν θά ‘μουν κάν σέ θέση νά ἐξασφαλίσω οὔτε τήν προσωπική μου ἐπιβίωση. Δέν θά ‘ξερα πῶς νά τραφῶ, να ντυθῶ, νά μέ προστατέψω ἀπό τήν κακοκαιρία· οἱ προσωπικές τεχνικές μου ἱκανότητες εἶναι κατά πολύ κατώτερες ἀπό τίς ἀντίστοιχες τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Νεάντερταλ. Ἀπόλυτα ἐξαρτημένος ἀπό τήν κοινωνία πού μέ περιβάλλει, τῆς εἶμαι προσωπικά σχεδόν ἄχρηστος. Ὅ,τι ξέρω εἶναι νά παράγω ἀμφιλεγόμενα σχόλια σχετικά μέ ξεπερασμένα πολιτιστικά ἀντικείμενα, Αμείβομαι ωστόσο κανονικά, καί μάλιστα καλά, άρκετά παραπάνω ἀπό τόν μέσο ὅρο. Ἡ πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων πού μέ περιστοιχίζουν βρίσκεται στήν ἴδια θέση. Κατά βάθος, το μόνο χρήσιμο άτομο πού γνωρίζω εἶναι ὁ ἀδελφός μου».

(Μισέλ Ουελμπέκ, Τα Στοιχειώδη Σωματίδια, Εστία, 2007, σ. 269.)

Άλλη μια τρομακτική παράμετρος της ανημπόριας του σύγχρονου ανθρώπου, του homo faber. Να κάτι που αποξενώνει ακόμη περισσότερο τον σύγχρονο άνθρωπο από την κοινωνία του, αν δεν τον φέρνει σε μια εσωτερική αντιπαράθεση μαζί του.

Ο λόγος του Ουελμπέκ δεν στρογγυλεύεται, είναι όλο βίαιες γωνίες. Ίσως υπερβάλλει. Προφανώς, δεν προτείνει κάτι άλλο. Αλλά δεν είναι αυτή η δουλειά του συγγραφέα. Δουλειά του είναι να θέτει ερωτήματα. Και τα ερωτήματα που θέτει ο Ουελμπέκ καθώς και οι προβληματικές τους είναι πραγματικά, πάρα τον προβοκατόρικο τρόπο του. Με δυο λόγια, ο Ουελμπέκ ανοίγει μια συζήτηση, κι αν έχουμε τα κότσια ή τα άντερα, ας συμμετάσχουμε. Ακόμη και μόνο και μόνο για να διαφωνήσουμε.

Κύλιση στην κορυφή